Βίκυ Κατσαρού

Ο Ορφέας δεν θέλησε ποτέ καμία άλλη εκτός από την Ευρυδίκη. Τη γυναίκα που έχασε, επειδή δεν μπόρεσε να ελέγξει την αδυναμία του.  Περπατούσαμε κορμιά στριμωγμένα ανάμεσα σε άλλα κορμιά στριμωγμένα, άγγιζα την πίσω τσέπη

Κοιμάμαι πάνω στο γαλήνιο νερό και στα δάχτυλά μου λάμπουνοι αστερισμοί της Ανδρομέδας.Ω, καημένη Οφήλια, απλώνεσαι σαν πάναγνος θηριώδης κρίνος,κλαίειο μακρινός αχός των γυναικών πέρα μακριά στο δάσος. Κοιμάμαι ανάμεσα στα λευκά μου πέπλα εκατό

Αλέξιος Μάινας, Το ξυράφι του Όκαμ, Μικρή Άρκτος, Αθήνα 2014. Το Ξυράφι του Όκαμ δανείζεται τον τίτλο του από την επιστημονική αρχή, η οποία αποδίδεται στον Άγγλο φιλόσοφο, φραγκισκανό μοναχό και θεολόγο του 14ου αιώνα

Είμαι μια καταστροφή αεικίνητη,οργισμένη θάλασσα,σύννεφο που φουσκώνει την κοιλιά του,ποτάμι που κλοτσά τις πέτρες του,χώμα που πόδι κανενός δεν πάτησε γιατί μέσα τουριζώναν αγκάθια,μεταμελημένη κόλαση,αμεταμέλητος παράδεισος,ταραγμένο γέλιο, κόκκινος επίδεσμος,όξινα δάκρυα, πληγωμένα σπλάχνα,νεφρό θλίψεις φορτωμένο,σιδερένια πέτρα,μεσημέρι

Το φεγγάρι χιονίζει ξεσκλίδια σάρκας. Πλάι στο παράθυρο –τλικιτλάκ τλικιτλάκ τλικιτλάκ– πέρα δώθε στην κουνιστή πολυθρόνα. Θυμάμαι. Για να είμαι πιο ακριβής, αυτή τη στιγμή, το σώμα μου θυμάται. Το σώμα μου θυμάται και ζωντανεύει,

Κύλιση στην κορυφή