Σχέδιο: Χρήστος Μαρκίδης

Βίκυ Κατσαρού

Λαχταρώ

Είμαι μια καταστροφή αεικίνητη,
οργισμένη θάλασσα,
σύννεφο που φουσκώνει την κοιλιά του,
ποτάμι που κλοτσά τις πέτρες του,
χώμα που πόδι κανενός δεν πάτησε γιατί μέσα του
ριζώναν αγκάθια,
μεταμελημένη κόλαση,
αμεταμέλητος παράδεισος,
ταραγμένο γέλιο, κόκκινος επίδεσμος,
όξινα δάκρυα, πληγωμένα σπλάχνα,
νεφρό θλίψεις φορτωμένο,
σιδερένια πέτρα,
μεσημέρι που δεν έρχεται, γυμνός ορίζοντας,
πονάει η μήτρα μου εδώ κι έναν αιώνα,
καράβι που κυνηγά υφάλους,
αγριάδα που δαγκώνουν γέρικα κοράκια,
τείχη δίχως κάστρο, βότσαλο σε σήψη,
ιερομάρτυρες στα υπνωτικά που εθίστηκαν.
Είμαι ένας άγγελος δίχως πόδια
που ξερνά φράουλες στις γωνιές των δρόμων,
κορίτσι επτά χρονών που του σκιστήκαν τα παπούτσια,
ένα μπουκάλι ζεστό νερό που καίει τη νιότη μου,
κολυμβήθρα με κεράσια να κοιμούνται οι τρελοί και πληγιασμένοι,
αλαφροΐσκιωτη τσιγγάνα,
είμαι το στόμα της Σελήνης, τα μαλλιά του ήλιου,
η μυρωδιά της Αφροδίτης,
το ξετυλιγμένο σάλι πάνω στο κρεβάτι,
το άδειο ποτήρι στο τραπέζι,
η κλειδωμένη πόρτα, το πάτωμα
που χορεύουν σβόλοι οι τρίχες από γάτες,
το χέρι σου που τρέμει, τα σκασμένα χείλη σου
και το στόμα σου το έκθαμβο,
η φλέβα που θροΐζει στο πλάι του λαιμού σου,
οι πληγωμένες φτέρνες σου,
οι μασχάλες σου που πρηστήκαν απ’ το βάρος
συνεχώς εσύ να κουβαλάς
–εμένα–
τα ξεθωριασμένα σου μαλλιά, τα δαγκωμένα δάχτυλά σου,
τα πεινασμένα στο μέτωπό σου ημισφαίρια,
το κελί που φύλαξες τους αναστεναγμούς μου,
το χαμένο των βογκητών παιχνίδι,
το λάδι στα βλέφαρά σου, το ρημαγμένο σου σαγόνι,
τα ρίγη της ψυχής σου, το ετοιμόρροπο νευρικό σου σύστημα,
το τίναγμα στη ράχη σου,
το ρυτιδωμένο δάκρυ στην κόγχη του ματιού σου,
τα μελλούμενα του κρανίου σου οστά,
τα μακριά σου δάχτυλα,
το ποτήρι που απ’ το στόμα μου δεν ξέπλυνες ακόμα,
τα απολιθωμένα στο μαξιλάρι σου φιλιά,
το ερωτικό ρεφρέν που έκαψα προχθές
και με τις στάχτες του έβαψα τις βλεφαρίδες μου μπροστά σου,
τα στήθη μου εκατό και πέντε χρόνια μες στο υγρό σου στόμα,
μητέρα κι ερωμένη,
απ’ τις ρώγες μου θήλασες τη φωτιά των αρχαγγέλων
και λουλούδια γέννησε το πείσμα σου,
είμαι η αυγή που στεφανώνει κάθε βράδυ τα άδεια όνειρά σου,
η σάρκα που τα χέρια σου ζητάνε στο σκοτάδι
και μονάχα ένα σεντόνι μπορούνε να νικήσουν,
είμαι ένα ─μοχθηρό─ Μωρό στην αγκαλιά σου,
μια μαργαριταρένια κτηνωδία,
δακρύων κατακόμβη,
το ξίφος που έσφαξε τους τριάντα τρεις αμνούς
που στο γινωμένο δέρμα σου φυλούσες,
τα ιερογλυφικά στην κοκαλένια πλάτη σου,
ένας σταυρός δίχως Χριστό που έσπασε στο ιδρωμένο στέρνο σου ανάμεσα,
το άσπλαχνο βλέμμα που καρφώθηκε στην ξαναγεννημένη σου κοιλιά,
το αφύλαχτο κρέας που στριφογυρίζεις με το μαχαίρι ανόρεχτα μπροστά σου,
το κορίτσι που δεν άφησες απ’ το χέρι να σε πάρει,
κι ας μαράθηκαν τα στάχυα των μαλλιών μου,
κι ας κήδεψα τις πεταλούδες μου κάτω από το χιόνι,
κι ας φίλησες χίλιες τρεις φορές το χαμόγελό μου,
κι ας πότισα χάρτινα τριαντάφυλλα, ραμμένα με τους σπάγκους
των μεθυσμένων σου φιλιών,
κι ας χτύπησα το κενό με τα άσπλαχνα τραγούδια μου,
κι ας με μουσκεύει η βροχή μέρες ηλιόλουστες μακριά σου.

20.12.2022

«Κάποτε θα ξανάρθω δε θα νιώθω
πως είμαι παρείσακτος
και κατάσαρκα θα φορώ σχισμένα σύννεφα»
Κύλιση στην κορυφή