Κοιμάμαι πάνω στο γαλήνιο νερό και στα δάχτυλά μου λάμπουν
οι αστερισμοί της Ανδρομέδας.
Ω, καημένη Οφήλια, απλώνεσαι σαν πάναγνος θηριώδης κρίνος,
κλαίει
ο μακρινός αχός των γυναικών πέρα μακριά στο δάσος.
Κοιμάμαι ανάμεσα στα λευκά μου πέπλα εκατό και έξι μέρες,
γυμνό το στήθος μου, γυμνοί και οι μηροί, τα νούφαρα
―μαζί τα φύκια―
πλέκουνε στεφάνι μέσα στα άκοπα μαλλιά μου.
Ο άνεμος φιλάει το παγωμένο δέρμα μου,
τα πεύκα ραίνουν γύρω μου βελόνες,
τα αστέρια θρηνούν, οι νύχτες
φως
αιμορραγούν για την καρδιά μου
αυτή την τρελή θάλασσα, το ατίθασο βουνό,
το ορμητικό ποτάμι που ονειρεύτηκε πως βρήκε την αγάπη.
Ω, καημένη Οφήλια, εσύ ο πάναγνος θηριώδης κρίνος,
πέθανες από το χέρι μιας ελευθερίας που έτρεμε το γόνατό της.
Τώρα κοιμάμαι ανάμεσα σε λευκά θροΐσματα,
το φεγγάρι εκατό και έξι μέρες υμνεί
την τελειωμένη ομορφιά μου,
γύρω μου πλέκουνε φωλιές οι αλεπούδες
και τα αιλουροειδή τις νύχτες,
πλάι τους τη Μητέρα τους να νιώθουν.
Γιατί τα παιδιά μου ξέρουν πως δεν είμαι νεκρή στ’ αλήθεια.
Δεν είμαι νεκρή, απλώς κοιμάμαι,
στοιχειωμένη από φαντάσματα
που εξαπολύω εναντίον του τις νύχτες.
Της φύσης τα στοιχειά από τη γη φτιαγμένα,
υποχείρια της δικής μου σάρκας
λυγίζουν τη μουσική που κεντούν τα μακριά του δάχτυλα,
δηλητήριο στην ορφική φωνή του,
όταν μισότρελος πάει τη μνήμη μου να σβήσει.
Είχα φιλήσει τα σημάδια του,
τα μαλλιά του που μοιάζανε με ρίζες
―ο γιος της Μαργαρίτας και του Υάκινθου―
που τριγυρνούσε γυμνός σε θάλασσες,
να μιλά για τη μοναδική αγάπη,
μέχρι που φοβήθηκε τον έρωτα που φύτρωσε από την ποίηση,
τη ρίζα του θανάτου.
Είχα αγγίξει τις τρύπες σ’ όλο του το στέρνο και την πλάτη
από μια καρδιά που ήθελε να φύγει,
κι όχι όπως νόμιζε από νιογέννητα φτερά που έξοδο ζητούσαν.
Μα για τα φτερά του αυτά αρνήθηκε τον έρωτά μου
και με βούτηξε από το κεφάλι χίλιες φορές στα νερά του ποταμού
―λυσσασμένος, οργισμένος, σκοτεινός―
που δεν με εγκατέλειπαν οι πνεύμονές μου.
Και τότε βυθίστηκα, εγώ η Οφήλια, βυθίστηκα στη θλίψη,
βυθίστηκα στα δάκρυα και τη νεκρή καμώθηκα.
Και μόνο τότε ηρέμησε
και σαν βαρκούλα με έσπρωξε ανάμεσα στα νούφαρα.
Και τώρα εγώ, η Οφήλια, ο πάναγνος θηριώδης κρίνος,
είμαι πλέον αθάνατη, γιατί εκείνος που αγάπησα με ερωτεύτηκε
μοναχά νεκρή.
Ω, καημένη Οφήλια, εσύ ο πάναγνος θηριώδης κρίνος,
για πάντα θα κείτεσαι στο ποτάμι κοιμισμένη, απέθαντη,
το αγόρι να υποφέρει που ο χρόνος σας στην πύρινη σανίδα
του απείρου δεν τελειώνει.

