Δὲν πρόκειται περὶ κάποιου τυχαίου καὶ ἀνωνύμου γέρου, ὅπως διατείνεται ὁ τίτλος τοῦ ἀφηγήματός μας, ἀλλὰ περὶ τοῦ δικοῦ μου ἐκ μητρὸς παπποῦ, στὰ χέρια καὶ τὸ σπίτι τοῦ ὁποίου μεγάλωσα καὶ πέρασα πολλὰ ἀπὸ τὰ παιδικά μου χρόνια. Οἱ ἀδήριτες ἀνάγκες τῆς οἰκογένειας ἀπαιτοῦσαν πολὺ συχνὰ νὰ μὲ ἐμπιστεύονται οἱ γονεῖς μου στὶς φροντίδες τῆς γιαγιᾶς καὶ τοῦ παπποῦ, καθὼς ἐκεῖνοι ἔπρεπε νὰ ἀπουσιάζουν γιὰ δουλειὲς στὰ μακρινὰ χωράφια τόσο τὰ δικά μας ὅσο καὶ πολλῶν ἄλλων συγγενῶν. Ὡστόσο τίποτα δὲν ἦταν πιὸ ὄμορφο καὶ πιὸ ἐνδιαφέρον ἀπὸ τὸ νὰ περνάω τὴν ἡμέρα μου τριγυρίζοντας ἄσκοπα ἐδῶ κι ἐκεῖ καὶ νὰ ἀκολουθῶ πάντοτε τὰ βήματα τοῦ παπποῦ. Αὐτοῦ τοῦ παπποῦ πού, ὅπως τὸν ἀτενίζω τώρα χαμένον μέσα στὴν ὁμίχλη τοῦ χρόνου, τὸν βλέπω σὰν μιὰ γενικευμένη εἰκόνα ἑνὸς πανανθρώπου, ποὺ μοιάζει πιὰ νὰ ἀνήκει σὲ ὅλους. Ὅπως συμβαίνει δηλαδὴ πάντα μὲ ὅλους τοὺς παλιούς, τετελεσμένους ἀνθρώπους, ποὺ δὲν λάμπουν μόνο μέσα στὴν ἀτομικὴ μνήμη τοῦ καθενός, ἀλλὰ καὶ στὴ συλλογική. Τοῦ παπποῦ, λοιπόν, ποὺ λίαν τιμητικὰ τοῦ προσέδωσα τὸ ἐπίθετο «μυθικός».
Τὸ παράξενο ὅσο καὶ μεγαλεπήβολο αὐτὸ ἐπίθετο τὸ ἀπέδωσα στὸν παππού μου ἀρκετὰ χρόνια μετὰ τὸν θάνατό του, ὅταν ὡς συγγραφέας ἄρχισα νὰ ἀποδελτιώνω τὶς μνῆμες μου ἀπὸ τὴ ζωή του. Μυθικὸς ὄχι μόνον ἐπειδὴ ἔμπαινε μπροστὰ στὰ μάτια μου μέσα στὸν ἐν γένει συλλογικό μύθο, ἀλλὰ ἐπειδὴ εἶχε καὶ τὸν τρόπο νὰ διευκολύνει ἐμένα νὰ πλησιάζω καὶ νὰ οἰκειοποιοῦμαι τοὺς μύθους αὐτούς. Τί μύθους; Παντὸς εἴδους. Ἰδιωτικοὺς καὶ δημόσιους, τῆς ἐπίσημης ἱστορίας καὶ τῆς παραϊστορίας, κάποτε τῆς προφορικῆς ἀγροτικῆς μυθολογίας, ὅσα στοιχεῖα μποροῦσαν βέβαια νὰ εἶναι κτῆμα του, ἀλλὰ κυρίως ἐκείνους τῆς φαντασιακῆς πραγματικότητας, ἡ ὁποία ἦταν ὅλη δική του καὶ στὴν ὁποία μὲ μυοῦσε μὲ τὴν ἀνίκητη πειθώ του.
Τί νὰ πρωτοθυμηθεῖ κανένας ἀπὸ τὸν ἀντιφατικὸ χαρακτήρα ἑνὸς ἀνθρώπου, ὅπως ὁ παππούς μου, ποὺ φοβόταν νὰ μὴν κάνει κακὸ στὸν πλησίον του μὲ κάποια ἄθελη καὶ ἀδέξια κίνησή του καὶ ἔλθει ἔτσι σὲ ἀντίθεση ὄχι μὲ κάποιον ρητὰ τεθεσπισμένο νόμο, ἀλλὰ μὲ τὸ ἐσωτερικὸ σύστημα τάξης τοῦ ἑαυτοῦ του. Σκληρὸς ἦταν πάντα μὲ τὸν ἑαυτό του, συχνὰ τὸ ἴδιο καὶ μὲ τοὺς οἰκείους του, ἀλλὰ ἄκακο καὶ ὑποτακτικὸ μυρμήγκι μὲ ὅλους τοὺς παραέξω. Ἄν κάποιος γείτονας τὸν δυσαρεστοῦσε σὲ κάτι, μποροῦσε νὰ τοῦ ψάλλει τὸν ἀναβαλλόμενο, ἀλλὰ στὰ κρυφά, μὲ τὴ σιγουριὰ τῆς μὴ γνωστοποίησης τῶν αἰσθημάτων του γι᾽ αὐτόν, ξεδίνοντας ἔτσι ὅλον τὸν θυμὸ καὶ τὴν ἀπαρέσκειά του σὲ ἀπόμερες καὶ ἀπρόσιτες γωνιές. Ὡστόσο, μόλις συναντοῦσε τὸν πρωταίτιο, κατάπινε ἀμέσως τὸν θυμό του, τὸν χαιρετοῦσε καλόβολα καὶ ξεχνοῦσε κάθε ἀνάρμοστη σκέψη του γι’ αὐτόν.
Μυθικὸς λοιπὸν ὁ παπποὺς καὶ σὲ κάθε μυθολογία ταίριαζε τὸ ἐπίθετο αὐτὸ καὶ τὸν ἑρμήνευε πλήρως. Δὲν ἔκανε θαύματα, ἀλλὰ μοῦ ἔδινε τὴν ἐντύπωση, καθὼς τίποτα δὲν ἀπέρριπτε, ὅτι εἶχε συμμετάσχει σὲ πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ παράξενα συμβάντα τῆς ἀνθρώπινης φαντασίας, ὅταν ἡ ἔνδεια καὶ ἡ ἀπελπισία τῆς καθημερινότητας μᾶς ὠθοῦσε νὰ βροῦμε ἐξηγήσεις καὶ παρηγοριὲς μέσα στὸ ἀναίτιο καὶ ἀπρόσωπο ἐπέκεινα, ἐκεῖ ὅπου καμία ἔγκλιση δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ περάσει. Ἀπὸ ποιὰ ἀόρατη κατάσταση νὰ ζητήσεις τὸν λόγο; Ὁ γέρος περνοῦσε ἄθελά του στὴν ἄλλη διάσταση τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου, στὴ θαυματουργὴ ἐξωχώρα, γιὰ λόγους θὰ ἔλεγα ὄχι μόνο παιδαγωγικοὺς, ἀφοῦ ἀπευθυνόταν εἰδικὰ σὲ μένα, ἀλλὰ καὶ καθαρὰ προσωπικούς, γιὰ δική του ἀτομικὴ εὐχαρίστηση καὶ ἀποφόρτιση ἀπὸ τὴν πίκρα τῆς χαμοζωῆς, συμμετέχοντας ψυχῇ τε καὶ σώματι σ’ αὐτὸ τὸ ἀπροσδιόριστο θαῦμα τοῦ νὰ ζεῖς ταυτόχρονα μέσα κι ἔξω ἀπὸ τὸ παραμύθι.
«Εἶδες κανένα φάντασμα παππού;» τὸν ρωτοῦσα.
«Ὅχι μόνο εἶδα, ἀλλὰ καὶ σκότωσα», μοῦ ἀπαντοῦσε. Μ᾽ ἔπιανε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ μὲ ὁδηγοῦσε ἀπὸ τὴ γέρικη σανιδένια σκάλα στὸν φεγγίτη τοῦ ἡμιορόφου. Στὸ σημεῖο ἐκεῖνο μοῦ ἔδειχνε δυό τρεῖς τρύπες στὸν τοῖχο καὶ μοῦ ἐξηγοῦσε ὅτι δημιουργήθηκαν ἀπὸ τὸ πιστόλι του, ὅταν πυροβόλησε καὶ σκότωσε τὸ χτισμένο στοιχειό τοῦ σπιτιοῦ. Ἔσκουζε τὴ νύχτα καὶ δὲν τοὺς ἄφηνε νὰ κοιμηθοῦν.
Ἕνα ρῖγος περνοῦσε στὴ ραχοκοκαλιά μου, ὅταν ἄκουγα τέτοιες ἱστορίες καὶ μάλιστα μεγάλωνε ὁ φόβος μου πιὸ πολύ, ὅταν ἐπικουροῦσε καὶ ἡ γιαγιά μου τὰ λεγόμενά του.
«Ὅταν ἦρθε μὲ ἄδεια ἀπὸ τὸν στρατό», ξεκαθάριζε ἡ γιαγιά μου, «τότε τὸ σκότωσε, τότε γλιτώσαμε ἀπ’ τὸ κακό.»
«Καὶ τὸ σκότωσες σίγουρα, παππού;» ρωτοῦσα μὲ ἀγωνία καὶ δυσπιστία, γιατὶ πάντα φτεροκοποῦσε ἀπὸ τρόμο ἡ καρδιά μου, ὅταν περνοῦσα ἀπὸ τὸ σημεῖο ἐκεῖνο.
«Ἀκοῦς τίποτα τώρα;» μὲ ρώταγε ἐκεῖνος.
«Ὄχι.»
«Ἔ, λοιπόν, τὸ σκότωσα.»
Τὸν θυμᾶμαι πάντα παππού, δηλαδὴ γέρο, ἀνεξάρτητα ἀπό τὴν πραγματική του ἡλικία. Ἄλλωστε στὰ χρόνια του οἱ γέροι ἄρχιζαν ἀπὸ τὴν ἡλικία τῶν σαράντα περίπου χρονῶν. Ἀσπρισμένα μαλλιά, ρυτιδιασμένα πρόσωπα, ἀποκαμωμένα μέλη. Αὐτὴ ἦταν ἡ εἰκόνα τῶν γερασμένων πρόωρα ἀνθρώπων τότε, ποὺ πρὶν γνωρίσουν κἄν τὴ μέση ἡλικία, βυθίζονταν στὴ μελαγχολία καὶ τὴν ἀνημπόρια τῶν γηρατειῶν. Τὸ μυκτήριζε καὶ ὁ ἴδιος ὁ παππούς μου, ὅταν συχνὰ μονολογοῦσε καὶ κορόιδευε εἰρωνικὰ τὴν κατάσταση αὐτή.
Παπποὺς καὶ γέρος πάντα, ἀλλὰ ὅσο τὰ πράγματα περνοῦσαν ἀπὸ τὰ χέρια του καὶ ὁ ἴδιος προβαλλόταν ὡς ἡ κεφαλὴ τῆς οἰκογένειας, τὸ ἄτεγκτον τοῦ ἤθους του, συνυφασμένο πάντα μὲ τὴ σκληρότητα καὶ τὴν αὐστηρότητα, ἐπικρατοῦσε στὴν προσωπικότητά του. Μοναδική του ἀδυναμία ἔστεκα ἐγώ. Γιὰ μένα πάντα ἔστεφε μιὰ ἀπίστευτη γλυκύτητα ἡ ἔκφραση τοῦ βλέμματός του.
Οἱ εἰκόνες, ποὺ μοῦ ἔμειναν φωτισμένες στὴ μνήμη μου καὶ ποὺ ἀναφύονται συχνά, χωρὶς νὰ τὶς ἀνακαλῶ μὲ ἰδιαίτερη προσπάθεια, καθὼς ἀνέρχονται αὐτοφυῶς καὶ ἀβίαστα καὶ μὲ καταλαμβάνουν ὁλοκληρωτικά, εἶναι χαρακτηριστικές. Τὸν βλέπω μὲ τὴν πετσέτα στὸν λαιμὸ καὶ τὸ πράσινο σαπούνι στὸ χέρι νὰ βγαίνει στὴν αὐλὴ τὸ καταχείμωνο, νὰ σκύβει στὸ πληθωρικὸ νερὸ τοῦ ἀρτεσιανοῦ καὶ νὰ λούζεται ὑπαιθρίως, ἐνῶ τὰ πόδια του νὰ εἶναι χωμένα ὥς τὰ γόνατα στὸ χιόνι. Ἀνατρίχιαζα ἀπὸ τὴν εἰκόνα αὐτή, ἀλλὰ καὶ θαύμαζα.
Τὸν βλέπω νὰ πηγαινοέρχεται χαράματα στὸ σπίτι, ξεσηκωμένος γιὰ τὴν ἔναρξη τῶν ἀγροτικῶν ἀσχολιῶν του καὶ ἡ γιαγιά μου νὰ τρέχει πίσω του καὶ νὰ προσπαθεῖ νὰ τὸν συγκρατήσει καὶ νὰ τὸν μαλώσει:
«Ἡσυχία, χριστιανέ μου, θὰ ξυπνήσεις τὸν κόσμο».
Καὶ ὁ παππούς μου νὰ τὴν ἀντιπαρέρχεται, λέγοντας «ἄς κοιμηθοῦν, δὲν τοὺς φωνάζω νὰ σηκωθοῦν», ἐνῶ ὅμως τὸ ποδοβολητό του ἦταν ἐπί τούτου ἄγριο καὶ δυνατό, ὥστε ὅλοι νὰ ξυπνήσουν καὶ ἀναγκαστικὰ νὰ ἐγερθοῦν ἀπὸ τὸ στρῶμα.
Ὁ κόσμος γιὰ τὸν παππού μου ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα κάποιου ὑπολογισμοῦ. Ἂν βρίσκαμε τὴν ἄκρη τοῦ ὑπολογισμοῦ αὐτοῦ, θὰ λύναμε ὅλα τὰ μυστήρια τῆς πλάσης. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶχε μιὰ ἐμμονὴ μὲ τὸ μέτρημα, ποὺ τὴν ὑποστήριζε καὶ τὴ συνδαύλιζε μιὰ φυσική του δυσπιστία πρὸς τὸ κάθε τί ποὺ δὲν ἦταν ἀποτέλεσμα προσωπικῆς γνώσης, ἐντελῶς δικῆς του. Πόσα χιλιόμετρα ἀπέχει τὸ χωριὸ ἀπὸ τὴν πόλη; ἀναρωτιόταν. Ποιὸς τὸ μέτρησε; Ποιὸς τὸ ἐπαλήθευσε; Δὲν τὸ εἶχε σὲ τίποτα νὰ πάει περπατώντας καὶ νὰ μετρήσει τὰ βήματά του καὶ ὕστερα νὰ πολλαπλασιάσει ἐπὶ 60 πόντους, ὅπως ἔλεγε, καὶ νὰ τὸ βρεῖ. Ἀλλὰ αὐτὴ ἦταν μιὰ μεγάλη ἀπόσταση. Τὶς μικρὲς ἀποστάσεις δὲν τὶς γλίτωνα ποτὲ ἀπὸ τὸ ἐνδελεχὲς μέτρημά τους.
–Ἔλα, μοῦ φώναζε, θέλεις νὰ πᾶμε μέχρι τὸ παντοπωλεῖο τοῦ Καραμήτσιου;
–Ἔρχομαι, τοῦ ἀπαντοῦσα, ἐπειδὴ προσδοκοῦσα πάντα σὲ κάποιο ζαχαρωτό.
–Λοιπόν, συνέχιζε ἐκεῖνος, πόσα βήματα λὲς ὅτι εἶναι μέχρις ἐκεῖ; Ἂς τὰ μετρήσουμε νὰ δοῦμε ποιὸς θὰ πέσει πιὸ κοντά.
Καὶ μετρούσαμε, μετρούσαμε, πηγαίνοντας ἀπὸ τὸ ἕνα σημεῖο στὸ ἄλλο, ἀπὸ τὴ μία ἄκρη τοῦ χωριοῦ στὴν ἄλλη, ἀπὸ τὸν ἕναν κοντινὸ κῆπο στὸν ἄλλον, τὸν μακρύτερο.
Ὅταν κάποτε εἴχαμε καλέσει ἕναν γεωτρυπανιστὴ γιὰ νὰ μᾶς κάνει μιὰ γεώτρηση καὶ νὰ βγάλουμε ἕνα ἀρτεσιανὸ στὴν αὐλή τοῦ σπιτιοῦ μας, περιμέναμε ὅλοι νὰ δοῦμε τὴν πρώτη ἄντληση τοῦ νεροῦ καὶ ταυτόχρονα τὸ ὕψος τοῦ πίδακα. Ἐπειδή, ὅταν θὰ ἀπελευθερωνόταν ἡ δίοδος τῆς ὑπόγειας ροῆς, θὰ ἐκτοξευόταν τὸ συντριβάνι τοῦ νεροῦ σὲ μεγάλο ὕψος καὶ αὐτὸ θὰ ἦταν σημάδι τῆς ὑπάρχουσας ποσότητας νεροῦ. Τὸ νερὸ λοιπὸν μαζὶ μὲ ἄμμο καὶ λάσπη πετάχτηκε σχεδὸν μέχρι τὴ μέση μιᾶς παρακείμενης λεύκας, καὶ μέχρι νὰ καταλαγιάσει τὴ σημάδεψε μουσκεύοντας τὸν κορμό της. Ὁ παππούς χωρὶς νὰ δώσει σημασία στὰ περίεργα βλέμματα ποὺ ἦταν στραμμένα πάνω του, ἀνέβηκε στὴ λεύκα κουβαλώντας μαζί του καὶ μιὰ τριχιὰ καὶ μέτρησε τὸ ὕψος τοῦ πίδακα. Ὕστερα ἅπλωσε τὴν τριχιὰ στὸ χῶμα καὶ μὲ τὰ βήματά του ὑπολόγισε τὴν ἐκτόξευση τοῦ νεροῦ στὰ ἐννέα μέτρα.
Πάντα, πάντα ὅλος ὁ κόσμος εἶναι ἕνας καλὸς ὑπολογισμός, συνέχιζε νὰ μοῦ λέει. Ἕνας ὑπολογισμὸς ποὺ ἀπαντάει στὸ πόσο, στὸ πῶς καὶ στὸ τί. Γι᾽ αὐτὸ πρέπει πάντα νά… παίρνουμε τὰ μέτρα μας.
Τὸ ἀποκορύφωμα τῆς τρελῆς αὐτῆς ἐμμονῆς του διαπίστωσα μιὰ κρύα χειμωνιάτικη μέρα, ὅταν βρῆκα τὸν παπποῦ μου καθισμένο σταυροπόδι δίπλα στὸ τζάκι καὶ νὰ φτιάχνει μικροὺς σωροὺς ἀπὸ σιτάρι, ποὺ ἔπαιρνε μέσα ἀπὸ ἕναν τενεκέ. Κοίταζα κατάπληκτος καὶ δὲν πίστευα τὰ μάτια μου. Ὁ παππούς μου χαμογέλασε ἀμυντικὰ καὶ μοῦ ἀπολογήθηκε:
«Τί νὰ ἔκανα; Μοῦ μπῆκε ἡ ἀπορία στὸ μυαλὸ σὰν πόσα σπόρια στάρι νὰ ἔχει ἕνα κουβέλι καὶ κάθομαι καὶ τὰ μετράω. Ἀδειάζω τὸ κουβέλι σὲ μικροὺς σωροὺς ἀπὸ πεντακόσιους σπόρους τὸν καθένα, γιὰ νὰ βρῶ πόσοι χωροῦν τελικὰ μέσα σ’ ὅλον τὸν τενεκέ. Τί ἄλλο νὰ κάνω μωρὲ ἐγγονέ; Πῶς νὰ νικήσω αὐτὴν τὴν μακριὰ γεναριάτικη μέρα, χωρὶς ἄλλη δουλειά;»
Δὲν εἶχα τὴν ὑπομονὴ νὰ περιμένω τότε, γιὰ νὰ δῶ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ μετρήματός του. Καὶ πολὺ κακῶς ἔπραξα. Γιατί, τώρα, πολλὲς φορὲς μοῦ μπαίνει ἡ ἀπορία στὸ μυαλὸ μὲ μιὰ καταλυτικὴ νοσηρὴ περιέργεια. Στ’ ἀλήθεια πόσους σπόρους ἔχει ἕνα κουβέλι στάρι, βάρους περίπου εἴκοσι κιλῶν; Ὅποιος τοὺς μετρήσει νὰ μοῦ τὸ πεῖ.
