Στον Αντρέα
«Την είδες;»
Ο Κώστας μπήκε προς στιγμήν στον πειρασμό να προσποιηθεί άγνοια, αλλά τελικά προτίμησε να είναι ειλικρινής.
«Ναι», απάντησε, με το κεφάλι στραμμένο από την άλλη πλευρά.
Ο Νίκος, καθισμένος οκλαδόν, γύρισε πάλι προς τη μεριά του κοριτσιού προστατεύοντας τα μάτια με την παλάμη του –ο ήλιος του Αυγούστου πύρωνε την παραλία της Αιγιάλης και εξακόντιζε γλώσσες φωτιάς στον αμφιβληστροειδή δυσκολεύοντας την όραση.
«Πρέπει να είναι το ωραιότερο κορίτσι που έχω δει στη ζωή μου. Χριστέ μου, πόσο, πόσο όμορφη είναι!»
Ο Κώστας παρέμεινε σιωπηλός, ξαπλωμένος μπρούμητα, χωρίς να στρέψει το κεφάλι. Το χνότο της άμμου κάτω από την πετσέτα τύλιγε το κορμί του σ’ ένα ηδονικό σύννεφο, κάνοντάς τον ν’ ανατριχιάζει. Στα πόδια του, η θάλασσα ξεψυχούσε σε κάθε κυματισμό μ’ έναν απαλό ψίθυρο, καθώς το νερό ανέβαινε κι αποτραβιόταν απαλά, σπρωγμένο από το ελαφρύ αεράκι.
«Και δεν τολμάς ούτε να την κοιτάξεις, πόσο μάλλον να της μιλήσεις, να της κάνεις ένα κομπλιμέντο –είναι δεν είναι δεκατέσσερα!»
«Αν είδα καλά», παρατήρησε ο Κώστας, «είναι και η φίλη της ωραία –αλλά εδώ μιλάμε για σπάνια ομορφιά, ομορφιά που θα υποχρέωνε ακόμα και τον Γέητς να ψάξει βιαστικά την πέννα του και τα χαρτιά του!»
Και αμέσως μετά, χαμηλώνοντας τη φωνή: «Πόσο τυχερό θα είναι το αγόρι που θα διαλέξει!»
Η θάλασσα ήταν τώρα ακίνητη, ένα τεράστιο υγρό ζαφείρι χωρίς ατέλεια στην επιφάνειά του. Το αεράκι είχε πέσει τελείως, ο ήλιος μεσουρανούσε.
«Αλήθεια… πώς είναι να σου έχει δοθεί ένα τέτοιο δώρο, να είσαι τόσο όμορφη στα δεκατέσσερα και να ʼχεις όλη τη ζωή μπροστά σου;» αναρωτήθηκε με φιλοσοφική διάθεση ο Νίκος. «Πόσο μεροληπτική μπορεί να γίνει η φύση, πόσο τυχεροί είναι κάποιοι άνθρωποι;»
«Μην είσαι τόσο σίγουρος γι’ αυτό» –ο Κώστας ανακάθισε με τη σειρά του κι έψαξε με το βλέμμα το κορίτσι, που τώρα βοηθούσε τη φίλη του να βάλει αντιηλιακό, καθισμένες οι δυο τους πάνω στην ίδια ψάθα, έξι-επτά μέτρα μακριά τους.
«Τόση ομορφιά, τόση χάρη», συνέχισε, «πρέπει να είναι δύσκολο να την κουβαλήσει κανείς.»
Αδυνατούσε όμως να τραβήξει τα μάτια του από πάνω της καθώς μιλούσε.
«Θεέ μου! Είναι οδυνηρό να την κοιτάς», κατέληξε.
Εκείνη τη στιγμή, δύο νεαροί εμφανίστηκαν στο οπτικό τους πεδίο, να περπατούν στην ακροθαλασσιά ερχόμενοι προς το μέρος τους. Προσπέρασαν τα κορίτσια χωρίς να ρίξουν ούτε ένα βλέμμα, χωρίς να κόψουν τόσο δα το βήμα.
«Καλά, τυφλοί είναι!;» μονολόγησε ο Νίκος.
Δευτερόλεπτα αργότερα τα δύο αγόρια έφταναν μπροστά τους. Έδειχναν γύρω στα δέκα οκτώ. φορούσαν κομψά μαγιό, μιλούσαν στα ιταλικάκαιείχαν γυμνασμένα, αρμονικά σώματα –ειδικά ο ένας ήταν τόσο καλοφτιαγμένος που θύμιζε μοντέλο.
Ο Νίκος και ο Κώστας δεν άλλαξαν κουβέντα, μόνο ακολούθησαν για λίγο με το βλέμμα τους νεαρούς Ιταλούς.
Είκοσι μέτρα πιο κάτω, οι νεαροί στάθηκαν. Ο ένας, ο πιο ωραίος, έσκυψε κι έμεινε για λίγο σκυφτός, σαν κάτι να έψαχνε στην άμμο. Λίγο αργότερα ξεκίνησαν πάλι, κάνοντας αντίστροφα τη διαδρομή.
Οι δύο φίλοι τους παρατηρούσαν αμίλητοι να περνούν ξανά από μπροστά τους (ο Κώστας ρούφηξε ασυναίσθητα την κοιλιά του, καθώς πλησίαζαν) και να ζυγώνουν τα δύο κορίτσια, περπατώντας ακριβώς στη γραμμή που έσκαγε το κύμα, το νερό να προστατεύει τα πέλματά τους από την καυτή άμμο. Έμοιαζαν τελείως απορροφημένοι από την κουβέντα τους, χωρίς κανένα ενδιαφέρον για το περιβάλλον.
Οι δύο Ελληνίδες όμως τους είχαν προσέξει ήδη από το πρώτο τους πέρασμα. Ο Νίκος και ο Κώστας τις παρακολουθούσαν τώρα να ρίχνουν κλεφτές ματιές στους Ιταλούς που ολοένα πλησίαζαν.
Ακριβώς στο ύψος των κοριτσιών, τα αγόρια από την Ιταλία στάθηκαν απότομα. Ο ωραιότερος από τους δύο στράφηκε και, με μια ζυγισμένη, προμελετημένη κίνηση, έσκυψε πάνω από τη δεκατετράχρονη, σαν να υποκλινόταν στην ομορφιά της, και της έτεινε το χέρι:
«Αυτό είναι για εσάς!», είπε ευγενικά και, κρατώντας το στις άκρες των δακτύλων, πρόσφερε στο κορίτσι –τα μάγουλα του οποίου είχαν προλάβει ν’ αρπάξουν φωτιά– ένα λείο, ολοστρόγγυλο, πάλλευκο βότσαλο.
Αμέσως οι νεαροί συνέχισαν τον δρόμο τους χωρίς να περιμένουν να δουν την αντίδραση των κοριτσιών.
Ο Νίκος και ο Κώστας, με την καρδιά τους να χτυπάει πιο γρήγορα τώρα, είδαν τη νεαρή κοπέλα να σφίγγει την πολύτιμη πέτρα στις χούφτες της, να σηκώνει τους ώμους και να κοιτά αναστατωμένη, με άφατη χαρά τη φιλενάδα της, που την κοιτούσε κι αυτή με γουρλωμένα μάτια. Ύστερα οι δύο φίλες άπλωσαν τα χέρια και αγκαλιάστηκαν, ξεσπώντας σε γέλια.
Τη στιγμή εκείνη, ο Ιταλός γητευτής ήταν ο πιο ζηλευτός άντρας στον κόσμο. Ο Νίκος και ο Κώστας, φοιτητές του Γεωλογικού Αθηνών, είκοσι ενός χρόνων, έγειραν πίσω στις πετσέτες τους και αφέθηκαν στις σκέψεις τους. Η νεαρή καρδιά τους έφερε ήδη αρκετά σημάδια, κάποια από αυτά βαθιές ουλές, αλλά οι προσδοκίες και τα όνειρα για τα ηδονικά μυρωδικά, τα βασιλικά άνθη που τους επεφύλασσε το ταξίδι, ακόμα περίσσευαν.
Το ημερολόγιο έγραφε 4 Αυγούστου 1988 κι αυτή ήταν η πρώτη μέρα των διακοπών τους στην πολυθρύλητη ανάμεσα στα μέλη τής παρέας Αμοργό.

