Σχέδιο: Χρήστος Μαρκίδης

Κώστας Λυμπουρής

Η παράσταση

ΕΚΕΙΝΟΣ

Ψηλός, ξερακιανός, μαυριδερός. Καβάλα σ’ ένα ποδήλατο, από αυτά τα τεράστια της δεκαετίας του ’80 ή του ’90. Περίπου και εκείνος στην ίδια ηλικία θα ’πρεπε να ήταν. Κάτω από τα τιμόνια είχε μόνιμα γερά δεμένο ένα παλιό μαγνητόφωνο, κι αυτό μηχάνημα κάποιων δεκαετιών. Και πάντα, βέβαια, τα τεράστια ακουστικά στ’ αυτιά. Απολάμβανε ο ίδιος τις μουσικές του επιλογές, αλλά και τις εξέπεμπε προς συγκεκριμένο αποδέκτη. Το δεύτερο, άλλωστε, ήταν και το κύριο ζητούμενο για εκείνον.

Καθημερινά, έξω από έναν πολυτελή φούρνο –απ’ αυτά τα μαγαζιά που πουλούν τελικά κάθε φαγώσιμο– εκδηλωνόταν η έντονη εμμονή του. Στηνόταν στο πεζοδρόμιο, πάντα καβάλα στο «άλογό» του, κι έβαζε ερωτικά τραγούδια:

«Σ’ αγαπώ, γιατί είσαι ωραία, σ’ αγαπώ, γιατί είσαι εσύ…»

 «Σ’ αγαπώ σαν το γέλιο του Μάη, σ’ αγαπώ σαν παλιά αμαρτία σε θέλω».

Έμενε εκεί είκοσι με τριάντα λεπτά και στο τέλος, αφού ολοκλήρωνε το ρεπερτόριό του ύψωνε το χέρι και κουνώντας το τρεις φορές φώναζε σε τόνο πανηγυρικό:

«Αγάπη μου, αγάπη μου, αγάπη μου».

Στο εσωτερικό του καταστήματος, οι πωλήτριες, πείραζαν η μια την άλλη:

«Μαρία, ήρθε πάλι ο καλός σου». «Μελίνα, πολύ σεβντά προκάλεσες στον άνθρωπo». «Άντε πάλι, Βαλέρια, εισέπραξες και σήμερα πολλή αγάπη».

Σχετικά σχόλια, μα και ερωτήσεις έκαναν συχνά και πελάτες, περιμένοντας να εξυπηρετηθούν. Ποιος είν’ αυτός και σε ποιαν απευθύνεται; Για την ταυτότητά του, όμως, κανένας δεν ήταν σε θέση να δώσει στοιχεία. Ούτε καν το μικρό του όνομα. Η δεύτερη περίπτωση, ν’ απευθυνόταν ο ερωτευμένος ποδηλάτης σε κάποια συγκεκριμένη κοπέλα εκεί, δεν μπορούσε να συζητηθεί σοβαρά, αφού αυτές εναλλάσσονταν, είτε σε βάρδιες είτε σε άλλα καταστήματα της ίδιας αλυσίδας. Και εκείνος ερχόταν την ίδια ώρα του πρωινού. Εξάλλου, ποτέ δεν είχε ακουστεί οποιαδήποτε φήμη, μια σχετική ιστορία αγάπης τόσο δυνατής.

Έξω, ο άνθρωπός μας, ήταν απόλυτα προσηλωμένος στην προσπάθειά του. Και να του μιλούσε κάποιος, δεν απαντούσε, και ποτέ δεν καταδέχτηκε να τον φιλέψουν με κάποιο γλυκό ή οτιδήποτε άλλο από τον φούρνο. Δεν έδινε ακόμα καμιά απολύτως σημασία στους μαθητές του διπλανού Γυμνασίου που συχνά έκαναν εκεί τις μικρές τους αποδράσεις. Τον ήξεραν καλά και απολάμβαναν, ιδιαίτερα το τέλος της παράστασής του. Υψώνοντας όλοι μαζί τα χέρια, έκαναν τις τρεις θριαμβευτικές κινήσεις φωνάζοντας «αγάπη μου, αγάπη μου, αγάπη μου». Και γελούσαν δυνατά, κοροϊδεύοντάς τον συνειδητά.

ΕΚΕΙΝΗ

Τις γιορτινές μέρες ένιωθε τη μοναξιά της ακόμα πιο βασανιστική. Η κοινωνική επιταγή ότι αυτές τις στιγμές έπρεπε να νιώθει ξεχωριστή χαρά, της δημιουργούσε μεγαλύτερο βάρος, την πίεζε σαν θηλιά στον λαιμό της.

Ήταν αλήθεια ότι η ίδια είχε αποφασίσει να απομακρυνθεί σιγά-σιγά από τον κόσμο. Ήθελε να βρει τον εαυτό της. Κάποιοι είπαν τότε πως είχε πέσει θύμα της μεγάλης της επιτυχίας. Και δεν είχαν πολύ άδικο. Όσο η θεατρική, μα και, προπάντων, η τηλεοπτική της καριέρα μεγάλωνε, τόσο ένιωθε την ανάγκη να βρει ξανά ποια ήταν. Την ενοχλούσε πάντα η αναγνωρισιμότητα. Κάτι αναπόφευκτο βέβαια στη δουλειά της, που δεν θα την πείραζε, αν ήξεραν τουλάχιστον ποια είναι. Όμως, η ταύτισή της με κάποιους ρόλους οδήγησε και στην πλήρη αποταυτοποίησή της ως προσωπικότητα.

Θυμόταν πολλά περιστατικά, όταν της μιλούσαν για κάποιον ρόλο που ερμήνευσε. Ακόμα και πρόσφατα, είκοσι σχεδόν χρόνια μετά την περίφημη σειρά «Θερμή αγάπη», μόλις στάθηκε σε ουρά στην Τράπεζα, κάποια κυρία ήταν ιδιαίτερα απαιτητική:

«Κάποια μου θυμίζετε».

«Ναι, ίσως», απάντησε αυτή, βιώνοντας για πολλοστή φορά τα ίδια πράγματα.

«Σας ξέρω, μα δεν μπορώ να σας θυμηθώ».

«Ναι, ναι, συμβαίνει σε όλους μας».

Δεν τη γλύτωσε όμως τόσο εύκολα. Ξαφνικά, ήρθε στην κυρία η έκλαμψη:

«Μα, ναι, βέβαια, είστε η Σούλα που έπαιζε στη “Θερμή αγάπη”. Αχ, καλέ, θυμάμαι τα μάτια σας, πόσο όμορφη ήσασταν και πώς κοιτάζατε τρυφερά τον Στάθη, τον αγαπημένο σας. Παντρευτήκατε στ’ αλήθεια; Κάτι τέτοιο ακούστηκε».

Εκείνη δεν είπε τίποτε, έκανε μεταβολή και βγήκε. Θα μπορούσε, βέβαια, να της πετάξει στα μούτρα ένα απότομο «δεν είμαι η Σούλα, ποτέ δεν αγάπησα τον συνάδελφό μου ούτε και κείνος εμένα, υποδυόμασταν, κυρία μου, υποδυόμασταν. Και τη σειρά που είπατε δεν την είχα αγαπήσει. Οι επαγγελματικές ανάγκες μου επέβαλλαν να είμαι καλή. Για τα λεφτά δούλευα, κυρία μου, για να ζήσω δούλευα».

Μα, δεν το ’κανε. Τι ωφελούσε, άλλωστε, να διαψεύσει έτσι τον μύθο μιας άγνωστής της κυρίας;

Περπατώντας, της ήρθε μια ιδέα, που τη βρήκε καλή: Να δινόταν, λέει, η ευκαιρία σε ηθοποιούς να παρουσιάζουν μετά από τις επιτυχίες τους, τα πραγματικά σενάρια της ζωής τους. Το δικό της, πάντως, θα συγκλόνιζε. Θα αναφερόταν στον αληθινό της έρωτα, στον πρώτο χρόνο της ευτυχίας της κι ύστερα στην περίοδο της τραγωδίας. Θα ’λεγε και για την κακοποίηση, την τόσο βίαιη το βράδυ εκείνο, εξαιτίας της οποίας έχασε και το παιδί που κυοφορούσε. Και ότι ύστερα κλείστηκε μόνη και ξέχασε πια τι πάει να πει αγάπη. Ότι σιγά-σιγά πέρασε και στην κατάθλιψη.

Αν τα μάθαιναν όλα αυτά, θα καταλάβαιναν και οι θεατές ποιαν έχουν μπροστά τους, όχι μόνο σαν μύθο, μα και σαν πραγματικότητα.

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Είχε μήνες να βγει αφού, όντας μόνιμα κλεισμένη, έπαιρνε με μεταφορικό στο σπίτι το καθετί. Ήταν όμως Χριστούγεννα και νοστάλγησε πολύ να πάρει μια γεύση της ατμόσφαιρας. Κι έκανε τη βόλτα της μέχρι τον φούρνο.

Τον είδε από απόσταση, «καθισμένο» στο ποδήλατό του, σχεδόν όρθιος ήταν, καθώς κρατούσε την ισορροπία του, στηριζόμενος με το ένα του πόδι στο πεζοδρόμιο. Της ήρθε στο μυαλό η φιγούρα του Δον Κιχώτη, έτσι όπως την έφτιαξε ο Πικάσο. Μια ενιαία φιγούρα με το άλογό του, σε μια σχέση ανάτασης μέσα στον χώρο. Μα τα τραγούδια και η όλη συμπεριφορά του άγνωστού της ποδηλάτη, την προσγείωσαν αμέσως στην πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που φάνηκε ακόμα πιο πεζή, έτσι όπως την παρουσίασαν οι πωλήτριες. «Δεν ξέρουμε τίποτα, ούτε ποιος είναι ούτε σε ποιαν απευθύνεται». «Ο άνθρωπος, κυρία μου, δεν είναι καλά. Τι σημασία έχει ποιος είναι»;

Ήταν η ώρα που τέλειωνε την παράστασή του κι εκείνη στάθηκε τυχερή ν’ ακούσει και τον θριαμβευτικό του επίλογο. Έτσι ένιωθε, τυχερή, αφού αισθανόταν μιαν ανεξήγητη, μα και ευχάριστη αναστάτωση.

Πήγε και την επομένη, την ίδια ώρα. Την τραβούσε προς τα κει κάτι περίεργο, κάτι που ξυπνούσε μέσα της ξεχασμένα αισθήματα.

Εκείνος παρουσίαζε ένα άλλο ρεπερτόριο:

«Αγάπη που ’γινες δίκοπο μαχαίρι, κάποτε μου ’δινες μόνο τη χαρά… δεν βρίσκω άκρη δεν βρίσκω γιατρειά»

«Αγάπη μου, ποιος σου ’πε τέτοια πράματα
και είσαι όλο παράπονα και κλάματα,
ποιος σου ’πε πως εγώ μιαν άλλη αγαπώ,
αφού καλά το ξέρεις μακριά σου πως δεν ζω».

Είχε ανεβάσει την ένταση του μαγνητοφώνου του και κοίταζε με αγωνία στο εσωτερικό του καταστήματος, σαν να ’θελε να διαπιστώσει τις αντιδράσεις της αγαπημένης του.

Εκείνη δεν μπήκε στο κατάστημα. Δεν είχε έρθει ούτε για ν’ αγοράσει κάτι και ούτε, βέβαια, για να ξανακούσει τα ίδια σχόλια για εκείνον. Έμεινε έξω και κάθισε σ’ ένα από τα υπαίθρια τραπεζάκια του μαγαζιού. Και όταν ο πάντα ερωτευμένος ποδηλάτης έφτασε στο τέλος του προγράμματός του, στάθηκε όρθια και μαζί του, αλλά και με τους μαθητές του Γυμνασίου, φώναξαν όλοι μαζί κάνοντας τις τρεις πανηγυρικές κινήσεις του χεριού προς τα πάνω:

«Αγάπη μου, αγάπη μου, αγάπη μου»!

Ένιωσε εκείνη πως ήταν στη θέση της άγνωστης αγαπημένης και πως αυτές τις στιγμές εισέπραξε όλη την αγάπη που είχε στερηθεί για τόσα χρόνια. Γι’ αυτό και αποφάσισε να παίρνει μέρος καθημερινά σ’ αυτή την παράσταση.

«Κάποτε θα ξανάρθω δε θα νιώθω
πως είμαι παρείσακτος
και κατάσαρκα θα φορώ σχισμένα σύννεφα»
Κύλιση στην κορυφή