Πίνακας: Ελένη Ζούνη

Κώστας Βραχνός

Τρία μικρά πεζά

ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ

Είμαι σ’ ένα χτήμα με κάποιον Σταύρο και ψάχνουμε να βρούμε το χέρι μου μέσα σε κάτι φραγκοσυκιές.

«Κοίτα καλά γιατί σε λίγο νυχτώνει», μου λέει.
«Κοιτάω όσο καλύτερα μπορώ», του λέω.
«Ποιο χέρι είπαμε ότι είναι;», με ρωτάει.
«Ποιο χέρι; Εεε…το δεξί. Το δεξί για μένα, το αριστερό για σένα όπως με βλέπεις», του απαντάω.
«Ο.Κ. Απ’ τον ώμο και κάτω, θυμάμαι καλά;», συνεχίζει.
«Ναι», σιγοψιθυρίζω γνέφοντας.
«Σίγουρα;», επιμένει ο Σταύρος.
«Σιγουρότατα!», φωνάζω κάνοντας ταυτόχρονα κι ένα γρήγορο τσεκ.

Η ΚΥΡΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Είναι έντεκα το πρωί και διασχίζω με τ’ αυτοκίνητο την αγορά κατευθυνόμενος προς το χτήμα να ταΐσω τα σκυλιά. Εκεί που περιμένω αφηρημένος στο φανάρι, το μάτι μου πέφτει σε μια ηλικιωμένη κυρία με πλατινέ φουντωτό μαλλί και χρωματιστά κοκαλάκια, που βγαίνει αλαφιασμένη από ’να κατάστημα σιδερικών.

Είναι υπερβολικά βαμμένη, έντονο το ρουζ στα βαθουλωτά, σταφιδιασμένα μάγουλα· ακόμα πιο χτυπητό το κόκκινο στα ανυπόστατα, σουφρωμένα χείλη – αποτρόπαιο φιλιατρό· μάτια-σχισμές βράχου ασβεστωμένες και πρόχειρα υπογραμμισμένες. Από κάτω, λευκό λουλουδιστό φουστάνι μέχρι το γόνατο, αέρινο, σαν νυχτικό. Και στα πόδια πασουμάκια τύπου γκέισας, λεπτεπίλεπτα πασουμάκια, φωσφοριζέ.

Είναι η κυρία Αναγνωστοπούλου. Κρατάει σφιχτά υπό μάλης έναν μεγάλο καθρέφτη μπουντουάρ, και μπαινοβγαίνει απ’ το πρωί στα μαγαζιά αναζητώντας εναγωνίως έναν μάστορα για το έπιπλο, διότι της χάλασε, λέει, κάτι έπαθε και καθρεφτίζει άλλ’ αντ’ άλλων.

ΠΑΡΗΓΟΡΗΣΗ

Η νεκρή κοπελίτσα με τα ρούχα ασθενούς κάθεται σ’ ένα πλαστικό κάθισμα έξω ακριβώς από την πόρτα του μοιραίου χειρουργείου. «Ηρεμήστε, μην κάνετε έτσι, άνθρωποι είμαστε, θα γίνουν και λάθη», ψιθυρίζει τρυφερά και χαϊδεύει την πλάτη του αναισθησιολόγου, ο οποίος έχει σκύψει παραδίπλα και κλαίει σαν μικρό παιδί. Όμως εκείνος δεν τη νιώθει, δεν αισθάνεται την παρουσία της, μονάχα κοιτάζει απαρηγόρητος το κινητό του να δει αν του ’χουν στείλει κάνα μήνυμα.

Κύλιση στην κορυφή