Ζωγραφική: Γιώργος Τανσαρλής

Βασίλης Τσιαμπούσης

Αποχαιρετισμός

Απ’ τη σκεπή της αποθήκης κατέβηκαν στις τέσσερις το απόγευμα. Μήνας Νοέμβρης ήταν κι ο αέρας ξύριζε. Χώθηκαν στο ΚΨΜ να πιούνε ζεστό τσάι, υπήρχε εκεί ένα τηλέφωνο με κερματοδέκτη. Αυτός, αφού προβληματίστηκε, τηλεφώνησε στη Χρύσα, στην Αθήνα, αλλά εκείνη δεν απάντησε γι’ ακόμα μια φορά.

Το δωματιάκι που του έδωσαν είχε διαστάσεις δύο επί τρία μέτρα. Μια παμπάλαια σόμπα ήταν σβηστή και καυσόξυλο δεν υπήρχε ούτε ένα. Έβγαλε τ’ άρβυλά του και ξάπλωσε στο σιδερένιο κρεβάτι φορώντας το τζάκετ του. Κουκουλώθηκε με δυο κουβέρτες κι άναψε τσιγάρο. Άρχισε να σκέφτεται διάφορα, ενώ τα μάτια του έκλειναν απ’ τη νύστα…

Ο Χρήστος Λ., μετά την εκπαίδευση στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών, στο Λουτράκι, τοποθετήθηκε τον Αύγουστο του 1977 στο Τάγμα Μηχανικού της Καβάλας. Μόλις παρουσιάστηκε, ο διοικητής τον έστειλε στην κορυφή του Παγγαίου να επιβλέπει την εκσκαφή πέντε θέσεων προφύλαξης για «εποχούμενους» σταθμούς διαβιβάσεων. Έμεινε εκεί δύο μήνες και, όταν κατέβηκε, τον όρισαν επικεφαλής ενός τριμελούς συνεργείου, που θα έκανε συντήρηση στις αποθήκες πυρομαχικών της ευρύτερης περιοχής. Στο φορτηγό που τους μετέφερε, ένα Μ35 σκεπασμένο με χοντρό μουσαμά, είχαν βαρέλια με άμμο, σακιά με τσιμέντο, σωλήνες για υδρορροές, σανίδια, καρφιά, κεραμίδια… Δούλευαν κάθε μέρα απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ και διανυκτέρευαν σε όποιο στρατόπεδο βρισκόντουσαν. Όταν το έργο ολοκληρωνόταν, θα έπαιρναν τιμητική άδεια δέκα ημερών, αλλά η στιγμή εκείνη αργούσε ακόμα.

Μετά από λίγη ώρα σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι και βγήκε στην αυλή. Ένας λοχίας μες στο σκοτάδι άκουγε από ένα ραδιοφωνάκι την αναμετάδοση κάποιου ποδοσφαιρικού αγώνα.

«Τι ώρα έχει λεωφορείο για τη Θεσσαλονίκη;», τον ρώτησε.

Ο άλλος τον κοίταξε παράξενα. «Αν σε δουν να φεύγεις χωρίς άδεια, θα φας καμπάνα κι ας είσαι δόκιμος».

Αυτός, αψηφώντας την προειδοποίηση και φορώντας τις στρατιωτικές του φόρμες, πέρασε την πύλη του στρατοπέδου και συνέχισε να προχωρά σαν να πήγαινε βόλτα. Διέσχισε το χωριό, τριάντα σπίτια όλα κι όλα, κι έφτασε στον αυτοκινητόδρομο. Στάθηκε στη στάση, κάτω από ένα ξεχαρβαλωμένο στέγαστρο, άναψε τσιγάρο και περίμενε.

Φτάνοντας στο πρακτορείο του ΚΤΕΛ ζήτησε να μάθει τι ώρα το πρωί θα έφευγε το πρώτο λεωφορείο για τη Ρεντίνα. Του είπαν στις εξήμισι, άρα θα έφτανε εκεί μια ώρα αργότερα απ’ την «πρωινή αναφορά» του Στρατοπέδου.

Πήρε ταξί κι έφτασε στην οδό Αγίας Σοφίας. Μπήκε σε ένα ρουχάδικο κι αγόρασε ένα παντελόνι μπλουτζίν, πουκάμισο, μια χοντρή μπλούζα με λαιμουδιά κι ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια. Πήρε και μια τεράστια τσάντα μέσα στην οποία έβαλε τα στρατιωτικά του ρούχα και τις αρβύλες. Έπειτα, στο δοκιμαστήριο του μαγαζιού, ξήλωσε τα διακριτικά του στρατού απ’ το τζάκετ, που έμοιαζε πια με μπουφάν εργασίας. Βγήκε στην οδό Ερμού, σε απόσταση εκατό μέτρων απ’ το κεντρικό κτίριο του ΟΤΕ.

Σκέφτηκε να τηλεφωνήσει πάλι στη Χρύσα, αλλά η προσπάθειά του θα ήταν άκαρπη. Εξάλλου, στην τελευταία συνομιλία τους, πριν από τρεις μήνες, τα λόγια της έβγαιναν με το τσιγκέλι. Αυτός τότε τη ρώτησε, «Υπάρχει στη μέση κάποιος άλλος;» Κι εκείνη, τάχα θυμωμένη, του απάντησε: «Αν υπήρχε άλλος, θα σου το έλεγα χωρίς να με ρωτήσεις».

Με άσκημη διάθεση ξεκίνησε να πάει στο «Χρυσό Παγώνι», για βραδινό φαγητό, όταν, περνώντας μπροστά απ’ τον κινηματογράφο «Έσπερος», θυμήθηκε ότι απέναντι έμενε με τους γονείς της μια συμφοιτήτριά του, η Κατερίνα Νικολαΐδου. Η Κατερίνα δεν έσκιζε από εμφάνιση, δεν έκανε τη μοντέρνα ούτε κάπνιζε, όπως οι περισσότερες συμφοιτήτριές τους, ήταν όμως καλοσυνάτη κι ευγενής και όλοι στη Σχολή την εκτιμούσαν. Της άρεσε να παρακολουθεί το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, χωρίς να χάνει κανένα έργο, την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, και διάβαζε μανιωδώς λογοτεχνία. Με άλλα λόγια, θεωρούνταν φρούτο εκτός εποχής.

Οι δυο τους δεν είχαν ιδιαίτερες σχέσεις, εντούτοις, μερικές φορές πήγαν μαζί με άλλους σε καφέ και σε ταβέρνες, έτυχε να δουν παρέα κάποιες ταινίες, κι ένα διάστημα αυτός της εξομολογούνταν τα προβλήματά του με τη Χρύσα κι αυτή τον άκουγε με κατανόηση.

Πλησίασε στην εξώπορτα της οικοδομής και για μια στιγμή αναρωτήθηκε τι θα μπορούσαν οι δυο τους να πουν μετά από τόσον καιρό, τελικά όμως πάτησε το κουδούνι του θυροτηλεφώνου.

«Ναι», ακούστηκε η φωνή της…

Ανέβηκε με το ασανσέρ στον 2ο όροφο κι εκείνη τον περίμενε στην πόρτα του διαμερίσματός τους. «Χρήστο», του έδωσε το χέρι της χαμογελώντας, και προς στιγμήν αυτός νόμισε ότι θα τον φιλούσε στο μάγουλο.

Την κοίταξε με θαυμασμό. «Εσύ ομόρφυνες πολύ», και δεν ήταν ψέμα ούτε κολακεία.

Πέρασαν στο σαλόνι και σε λίγο εμφανίστηκε η μάνα της. Η ζεστή χειραψία και το πλατύ χαμόγελό της τον έκαναν να αισθανθεί ότι στο σπίτι τους ήταν ευπρόσδεκτος.

Αφού τους είπε πώς βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη, η κυρία Μαίρη πρότεινε να τους ετοιμάσει κάτι να φάνε. Αυτός αρνήθηκε, «Πέρασα μόνο για να δω την Κατερίνα», είπε, αλλά η μάνα ήταν ανένδοτη. «Ούτε η Καίτη πήρε βραδινό, οπότε θα κάνω κάτι να τσιμπήσετε παρέα».

Έμειναν στο σαλόνι οι δυο τους. «Πες μου για τη ζωή σου στον στρατό», άρχισε εκείνη την κουβέντα.

Της μίλησε για τις ταλαιπωρίες του κι έπειτα της διηγήθηκε κάποια ευτράπελα περιστατικά, γελώντας κι ο ίδιος με τις περιγραφές που έκανε.

«Τα δικά μου είναι όπως τα ήξερες», του είπε εκείνη. «Αλλά έπιασα δουλειά με σύμβαση στον Οργανισμό Ύδρευσης Θεσσαλονίκης και δεν επιβαρύνω οικονομικά τη μάνα μου… Ξέρεις, ο πατέρας μου έφυγε στην Αθήνα και δεν ζει μαζί μας».

Για λίγα δευτερόλεπτα δεν μίλησαν. Έπειτα αυτός είπε: «Κι εγώ χώρισα με τη Χρύσα».

Ξαφνιάστηκε… «Οριστικά ή είναι κάτι που θα το ξεπεράσετε;»

«Τέσσερις μήνες έχουμε να συναντηθούμε… Εσύ έκανες καμιά σοβαρή σχέση;».

Χαμογέλασε αλλά δεν πρόλαβε ν’ απαντήσει, γιατί ήλθε στο σαλόνι η μάνα της κρατώντας έναν φάκελο. «Σας έφερα τις φωτογραφίες απ’ την ορκωμοσία σας».

«Τι να τις κάνουμε τις φωτογραφίες της ορκωμοσίας μας;», κορόιδεψε η κόρη.

«Να τις ξαναδείτε, τι να τις κάνετε!»…

Στο φαγητό η κυρία Μαίρη φλυαρούσε αδιάκοπα: Για τις σπουδές της στη Φιλοσοφική των Αθηνών, για το Θέατρο Τέχνης, που δεν έχανε ποτέ παράστασή του κι απ’ αυτήν κληρονόμησε το μεράκι η Κατερίνα, για τις εκδρομές με τη Φοιτητική Λέσχη, σε μια από τις οποίες γνώρισε τον άντρα της…

Μετά από λίγο του είπε: «Τον άντρα μου τον εκτιμούσα, αλλά ποτέ δεν υπήρξα ερωτευμένη μαζί του. Ο γάμος μας ήταν ένας έντιμος συμβιβασμός, γι’ αυτό στο τέλος διαλύθηκε».

Σηκώθηκε όρθια, «Πάω να ετοιμάσω καφέ και μετά θα σας αφήσω μόνους να τα πείτε». Προχώρησε προς την κουζίνα και ξαφνικά έκανε μεταβολή. «Δεν μου λες, πού θα μείνεις απόψε;»

«Θα πάω στο ABC, κοιμήθηκα εκεί κι άλλες φορές».

«Δεν είσαι με τα καλά σου! Είσαι στρατιώτης και θα πληρώσεις ξενοδοχείο; Θα κοιμηθείς εδώ, σ’ εμάς».

«Κυρία Μαίρη, ευχαριστώ, αλλ’ αύριο το πρωί πρέπει να ξυπνήσω στις πέντε η ώρα».

«Θα σε ξυπνήσω εγώ και ο καφές σου θα είναι έτοιμος»…

Αισθάνθηκε παράξενα, κι από την άλλη σκέφτηκε ότι δεν είχε τίποτε καλύτερο να κάνει.

Ύστερα από λίγο έκατσαν με την Κατερίνα στις φαρδιές πολυθρόνες του σαλονιού.

«Προηγουμένως», της είπε, «σε ρώτησα αν έχεις κάναν δεσμό και δεν μου απάντησες».

Εκείνη έκανε μια αστεία γκριμάτσα, «Η μάνα μου λέει ότι προορίζομαι για γεροντοκόρη».

«Είκοσι πέντε χρονών, με την εμφάνιση και τον χαρακτήρα που έχεις, ξέρεις πόσοι θα σε ήθελαν για σύντροφο της ζωής τους;»

Αισθάνθηκε την ανάγκη ν’ ανάψει τσιγάρο, αλλά αφού δεν κάπνιζαν οι γυναίκες, αποφάσισε να μην το κάνει.

«Δεν ξέρω αν θυμάσαι», της είπε, «στο δεύτερο έτος της Σχολής, στις εξετάσεις της Τεχνικής Μηχανικής, καθίσαμε σε διπλανά σχεδιαστήρια… Η πιο δύσκολη άσκηση έπαιρνε 4 μονάδες από τις 10 συνολικά του διαγωνίσματος. Ύστερα από λίγο πρότεινα να σου δώσω τη λύση σε μια κόλλα χωρίς όνομα. Εσύ πανικοβλήθηκες και μου ψιθύρισες Όχι, δεν πρέπει… Φοβάμαι… κι εντέλει κόπηκες στο μάθημα».

«Το πέρασα τον επόμενο Σεπτέμβριο», του απάντησε.

«Κατερίνα, στη ζωή χρειαζόμαστε τόλμη. Και ειδικά στον έρωτα, θέλουμε δεν θέλουμε, ρισκάρουμε. Μπορεί να μας απορρίψουν, ίσως μας κοροϊδέψουν, ενδεχομένως ν’ αποτύχει η σχέση ακόμα κι αν τα δύο πρόσωπα έχουν καλές προθέσεις, αλλά πρέπει να το διακινδυνεύουμε».

Εκείνη τη στιγμή ήλθε η μάνα της με τους καφέδες. «Ανοίξτε την τηλεόραση να δείτε καμιά ταινία», τους πρότεινε. «Εκτός αν ο Χρήστος θέλει να πλαγιάσει, γιατί αύριο θα ξυπνήσει νωρίς»…

Λίγο αργότερα η κυρία Μαίρη τού έφερε ένα ζευγάρι παντόφλες και πιτζάμες του γιου της, που σπούδαζε στην Πάτρα. Αυτόν τον έπιασαν τα γέλια. Του είπε κι ότι, αν ήθελε να κάνει ντους, το θερμοσίφωνο είχε ζεστό νερό. Την ευχαρίστησε και του απάντησε: «Η Καίτη μιλούσε συχνά για σένα και είναι σαν να σε γνωρίζω από χρόνια».

Πριν αποσυρθεί στο δωμάτιο που του έδωσαν, έψαξε στη βιβλιοθήκη για καμιά συλλογή με διηγήματα, να διάβαζε κάνα δυο μέχρι να κοιμηθεί. Η Κατερίνα του πρότεινε ένα βιβλίο με μεταφρασμένα σονέτα του Πετράρχη[1]. Ο Χρήστος από ποίηση δεν σκάμπαζε καθόλου, από ευγένεια όμως το πήρε.

Η ώρα ήταν δώδεκα, η τηλεόραση στο σαλόνι συνέχιζε να παίζει και ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, μην έχοντας ύπνο, διάβαζε τη συλλογή. Μερικοί στίχοι ήταν υπογραμμισμένοι με μολύβι και τα περιθώρια σε κάποιες σελίδες είχαν δικές της χειρόγραφες σημειώσεις. Εξαιτίας τους ήλθε στο μυαλό του ένα περιστατικό που συνέβη όταν βρίσκονταν στο τέταρτο έτος της Σχολής.

Με μια παρέα συμφοιτητών είχαν πάει στον κινηματογράφο Φαργκάνη και είδαν το Θωρηκτό Ποτέμκιν. Φεύγοντας κάθισαν για παγωτό στου Ανδρέα και η Κατερίνα είπε ότι η ταινία τη συγκλόνισε.

Η Χρύσα, έξυπνη και δυναμική κοπέλα, υποστήριξε ως συνήθως τ’ αντίθετα απ’ τους άλλους: «Εγώ ενοχλήθηκα από τη σκληρή προπαγάνδα του έργου», είπε. «Κι απ’ τ’ ότι η ταινία δεν έχει ούτε έναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα και δεν υπάρχει ούτε μια προσωπική ιστορία που θα εμπλούτιζε την υπόθεση. Ήταν σαν να βλέπαμε ένα ντοκιμαντέρ…»

Η Κατερίνα παραδόξως αντέδρασε «μετωπικά»: «Το Θωρηκτό Ποτέμκιν είναι μια ιστορική εποποιΐα», είπε, «όχι μια σάγκα».

«Τι εννοείς όταν λες σάγκα;», η άλλη δεν ήξερε τη λέξη.

Τότε εκείνη άρχισε να της εξηγεί τον όρο και, για λίγο, την υποβίβασε σε μαθήτρια. Έπειτα είπε περίπου τα εξής: «Ο Αϊζενστάιν ήθελε να δείξει ότι τα γεγονότα του 1905 ήταν μια γενικευμένη εξέγερση ενάντια στην τσαρική καταπίεση και τη βαθιά φτώχεια. Ακόμη και ο ναύτης που ξεσήκωσε το πλήρωμα του θωρηκτού δεν είναι κινηματογραφικός ήρωας αλλά παρουσιάζεται ως η σπίθα που προκάλεσε τη λαϊκή αντίδραση». Και, ενώ η άλλη έκανε πως δεν της έδινε σημασία, χτυπώντας ένα άφιλτρο τσιγάρο στο σκληρό πακέτο της, η Κατερίνα εκθείασε τα γενικά πλάνα της ταινίας, το γρήγορο μοντάζ και τα δυνατά συναισθήματα που μετέδιδε, παρ’ όλο που ήταν βωβή.

Αυτός έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Ακόμη κι αν όσα είπε τα είχε διαβάσει σε κάποια δημοσιεύματα των εφημερίδων, κάτι που ήταν πολύ πιθανό, ο τρόπος με τον οποίο τα παρέθεσε ήταν εκπληκτικός.

Η Χρύσα της απάντησε με ειρωνεία: «Κάποιοι φτιάχνουν μια ρώσικη σαλάτα με όσα λένε οι κριτικοί και στο τέλος πιστεύουν ότι έγιναν και οι ίδιοι σεφ!»

Τότε η Κατερίνα με χαμόγελο και φανερή αυτοπεποίθηση της είπε: «Για τον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία ξέρω πολλά περισσότερα απ’ όσα νομίζεις»…

Εκείνη η στιχομυθία, λόγω και του ύφους που κράτησαν οι δύο κοπέλες, καταγράφηκε ως ήττα της Χρύσας. Αρχικά φάνηκε σαν να έχασε στα πέναλτι η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ από μια επαρχιακή ομάδα της Ουαλίας. Εντούτοις, η εξήγηση ήταν απλούστατη, όσο και τ’ ότι κάποιος νομπελίστας φυσικός μπορεί να ηττηθεί στην αντισφαίριση από έναν μέτριο τενίστα.

Την επόμενη μέρα η Κατερίνα του ζήτησε συγνώμη για το επεισόδιο. «Έπρεπε να σεβαστώ τ’ ότι είναι το κορίτσι σου και να μην την κοντράριζα».

Ο Χρήστος της απάντησε ότι η Χρύσα ηδονιζόταν με τις αντιπαραθέσεις και άρα δεν έγινε τίποτε σπουδαίο.

Κι εκείνη συνέχισε: «Εσύ πρότεινες να δούμε την ταινία, έτσι δεν είναι; Αν ήμουν εγώ στη θέση της, ακόμη κι αν δεν μ’ άρεσε, θα έλεγα ότι ήταν ωραία. Γιατί, άμα είσαι ερωτευμένη με κάποιον, μαθαίνεις ν’ αγαπάς και ό,τι αυτός αγαπά», λόγια που καθρέφτιζαν τον χαρακτήρα της.

Η ιστορία εκείνη θα παρέμενε θαμμένη στη λήθη, αν αυτός δεν ερχόταν στο σπίτι της Κατερίνας, αν δεν διάβαζε το βιβλίο που του έδωσε και δεν έβλεπε τις υπογραμμίσεις και τις σημειώσεις της. Εξαιτίας τους, ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Ιταλού ποιητή για την αγαπημένη του Λάουρα έγινε αναμμένο λυχνάρι που φώτισε το σκοτάδι του μυαλού του. Και, για πρώτη φορά, σκέφτηκε ότι η παλιά σύγκρουση των κοριτσιών επιδεχόταν και μια βαθύτερη ερμηνεία.

Η Κατερίνα, δηλαδή, ίσως εκμεταλλεύτηκε την περίσταση για να δείξει σε αυτόν, ναι, σε αυτόν, ότι είχε τη δική της ιδιαίτερη αξία. Μια αξία όμως άλλης ποιότητας και άλλης πάστας από εκείνην της Χρύσας. Αλλά και όσα του είπε την επόμενη μέρα, τάχα ως συγνώμη, καταλάβαινε πια ότι ήταν μια δεύτερη πρόκα καρφωμένη στον ίδιο τοίχο.

Εκείνο το βραδάκι, λοιπόν, η Κατερίνα μάλλον προσπάθησε να του φανερώσει ότι ήταν ερωτευμένη μαζί του. Και, με έμμεσο τρόπο, τόλμησε να το κάνει, γιατί απροσδόκητα βρέθηκε με γερά ατού στα χέρια της.

Έπιασε τα τσιγάρα του και τ’ άφησε πάλι στην άκρη. Οι σκέψεις αυτές ήταν βέβαια αυθαίρετες, η φαντασία πολλές φορές ξαναχτίζει τις παλιές ιστορίες με νέα υλικά. Αλλά στις υποψίες του για τα αισθήματά της μπορούσαν να συνυπολογιστούν: Τα λόγια της κυρίας Μαίρης, «Η κόρη μου μιλούσε συχνά για σένα…» Κάτι που σε ανύποπτη στιγμή είπε η Χρύσα, αλλά τότε αυτός το εξέλαβε σαν κακιασμένη ειρωνεία: «Δεν βλέπεις ότι η καλόγρια είναι ερωτευμένη μαζί σου; Και πιθανότατα θα ήσασταν ταιριαστό ζευγάρι!» Τέλος, μια αιχμηρή κουβέντα τής πάντα συγκρατημένης Κατερίνας, κάποια φορά που αυτός της εξομολογήθηκε ότι η σχέση του με τη Χρύσα δεν πήγαινε καλά. «Αν συμβαίνουν όσα περιγράφεις», του είπε, «γιατί συνεχίζετε και είστε μαζί;» Για να λάβει την απάντηση: «Γιατί δεν μπορώ ούτε ν’ αναπνεύσω χωρίς αυτήν». Τότε εκείνη άρχισε να γελά τόσο πολύ, που δάκρυσαν τα μάτια της…

Μαζί με αυτά θα έπρεπε αναμφίβολα να προστεθεί και τ’ ότι αυτό το βράδυ, περασμένα μεσάνυχτα, κι ενώ το επόμενο πρωί θα πήγαινε στη δουλειά, έβλεπε ακόμα τηλεόραση αλλάζοντας συνεχώς κανάλια, σαν να περίμενε ότι κάτι θα γινόταν.

Ύστερα από λίγο, κι ενώ τέτοιες σκέψεις στριφογύριζαν στο μυαλό του σαν αποφάγια πάνω από βουλωμένο νεροχύτη, σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι, πλησίασε αθόρυβα στην πόρτα του δωματίου και κόλλησε το μάτι του στην κλειδαρότρυπα.

Την κοίταξε επίμονα, σαν να μπορούσε η όψη της να επιβεβαιώσει τους συλλογισμούς του. Και καθώς την «απέκοψε» από όλα τα τριγύρω της –τοίχους, τηλεόραση, τραπέζι, πολυθρόνες…–, όπως κάνουν τα μικρά παιδιά αφαιρώντας με το ψαλίδι μια φιγούρα από μια μεγαλύτερη εικόνα, είδε μια όμορφη γυναίκα με φαρδύ μπούστο και γερά μπράτσα, που ακτινοβολούσε αξιοπρέπεια και περηφάνια, με αδρά χαρακτηριστικά και ήρεμο βλέμμα, που έδειχναν ψυχική γαλήνη κι εσωτερική δύναμη, με τη ζακέτα ριγμένη ανέμελα στην πλάτη της και τον αγκώνα της ακουμπισμένο στη ράχη του καναπέ, στάση γεμάτη απλότητα και συναισθηματισμό, και με τη λουλουδάτη νυχτικιά της ν’ αφήνει ακάλυπτα τα κάτασπρα γόνατά της, που σαν δυο φρέσκα ψωμάκια τον καλούσαν να τ’ αλείψει με βούτυρο και μαρμελάδα και να τα δαγκάσει με βουλιμία και λαχτάρα…

Μετά από τρία λεπτά το ρολόι του τοίχου έδειξε μία η ώρα κι αυτός σκέφτηκε ότι, αν ήθελε, προλάβαινε ακόμα να έβγαινε στο σαλόνι, τάχα για να πάει στην τουαλέτα, και ν’ άνοιγε συζήτηση μαζί της, κάτι που όμως του φάνηκε φτηνό και γελοίο, ίσως κι επειδή φορούσε ξένες πιτζάμες, και επιπλέον φοβόταν μήπως, ξαφνικά, εμφανιζόταν η μάνα της και τότε θα αισθανόταν πολύ άσκημα…

Λίγο αργότερα, μισοζαλισμένος στο κρεβάτι του, αισθάνθηκε ότι η Κατερίνα ήλθε και ξάπλωσε δίπλα του. Άπλωσε το χέρι του κι άναψε το πορτατίφ. Την κοίταξε στο πρόσωπο και της χάιδεψε τα μαλλιά. Έγειρε προς το μέρος της για να τη φιλήσει στα χείλη, αλλά εκείνη έκρυψε το πρόσωπό της στην καμπύλη που σχημάτιζε ο σβέρκος του με τον ώμο του. Έχωσε την παλάμη του κάτω από τη ζακέτα της, μα πάλι τον συγκράτησε και δεν τον άφησε να της χαϊδέψει το στήθος.

Πέρασαν δυο λεπτά αμηχανίας του κι έπειτα της ψιθύρισε: «Κατερίνα… Τα χρόνια που ήμασταν στη Σχολή υπήρξα γκαβός», η λέξη ήταν άγαρμπη, καλύτερα να έλεγε τυφλός. «Ξέρεις ότι για σένα αισθανόμουν μεγάλη εκτίμηση και φιλία, τα αισθήματα αυτά όμως, κάποιες φορές, είναι τροχοπέδη για τον έρωτα. Η μάνα σου είπε για τον πατέρα σου…» Εκείνη με τα δάχτυλά της του έκλεισε το στόμα. «Κατερίνα…», συνέχισε, «σου ζητώ μια μεγάλη συγνώμη».

Έμειναν ακίνητοι, στο μεταξύ οι εκπνοές της στον λαιμό του και το σώμα της που ακουμπούσε πάνω του τον αναστάτωναν ερωτικά. Έπειτα εκείνη του έδωσε ένα γρήγορο φιλί κάτω απ’ τον λοβό του αυτιού του και, πριν αυτός επιχειρήσει για δεύτερη φορά να βρει τα χείλη της με τα δικά του, σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι και στάθηκε όρθια. Προσπάθησε να του χαμογελάσει, αλλά απ’ τα μάτια της έτρεχαν δάκρυα –όπως τότε που της είχε πει ότι αγαπούσε τρελά την άλλη–, του έστρεψε την πλάτη, προχώρησε και βγήκε απ’ το δωμάτιο.

Αυτός γεμάτος έξαψη και πόθο, έχοντας μήνες να ξαπλώσει με άλλη γυναίκα, έπιασε πάλι στα χέρια του το βιβλίο με τα ποιήματα. Το βιβλίο που το επόμενο πρωί βρέθηκε πάνω στο στήθος του, στις πέντε η ώρα, όταν η κυρία Μαίρη χτύπησε την πόρτα τόσο απαλά που εκείνος δεν ξύπνησε, κι έπειτα μπήκε στο δωμάτιο και του είπε με τον τρόπο των μαμάδων: «Ξύπνα, αγόρι μου, εγώ πάω να σου ετοιμάσω καφέ».

Εν’ απόγευμα στο τάγμα νεοσυλλέκτων της Κορίνθου, όπου αυτός είχε πρωτοπαρουσιαστεί, κάποιος φαντάρος πέταξε την ξιφολόγχη του και τραυμάτισε στο πόδι έναν συνάδελφό του. «Γιατί το έκανες;», τον ρώτησε έξαλλος ο διοικητής του λόχου. «Ήταν μια στιγμιαία παρόρμηση, κύριε λοχαγέ», απάντησε. «Μου καρφώθηκε στο μυαλό και δεν μπόρεσα να το ελέγξω».

Αν, όταν θα επέστρεφε στη Ρεντίνα, ζητούσαν να μάθουν γιατί έφυγε στη Θεσσαλονίκη χωρίς άδεια, θα μπορούσε να δώσει την ίδια ειλικρινή απάντηση. Αλλ’ αποφάσισε πως θα τους έλεγε: «Πήγα να δω μια παλιά μου συμφοιτήτρια που ήταν για χρόνια ερωτευμένη μαζί μου και δεν το ήξερα». Ενόσω όμως πλησίαζαν στο τάγμα, έβρεχε καταρρακτωδώς, επομένως η πρωινή συγκέντρωση δεν θα είχε γίνει και η απουσία του μάλλον θα είχε περάσει απαρατήρητη.

Στις έξι το πρωί, την ώρα που έφευγε απ’ το σπίτι τους, η Κατερίνα δεν βγήκε απ’ το δωμάτιό της να τον χαιρετήσει. Αυτό τον μπέρδεψε τελείως σε σχέση με ό,τι έγινε την προηγούμενη νύχτα. Η κυρία Μαίρη, όμως, όταν αυτός την ευχαρίστησε συγκινημένος για τη φιλοξενία που του πρόσφεραν, έσκυψε και τον φίλησε στο μάγουλο. «Ελπίζουμε να ξαναέλθεις», είπε. Κι αυτός απάντησε, «Θα ήταν χαρά μου να σας ξαναδώ».

Το λεωφορείο σταμάτησε απέναντι απ’ το ξεχαρβαλωμένο υπόστεγο. Με ήρεμα βήματα, παρά τη νεροποντή, διέσχισε το μικρό χωριό και μπήκε στην αυλή του στρατοπέδου. Στη διαδρομή δεν συνάντησε κανέναν εκτός απ’ τον σκοπό της πύλης κι έναν γερασμένο σκύλο, ξαπλωμένο στον δρόμο που οδηγούσε στο διοικητήριο. Σκέφτηκε ότι όλα τα σκυλιά των στρατοπέδων –που τρέφονταν με όσα τους έδιναν οι φαντάροι, απομεινάδια φαγητών, κονσέρβες που μύριζαν άσκημα, τυρόπιτες και μπισκότα απ’ το ΚΨΜ…– ήταν κατάμαυρα και είχαν την ίδια μούρη. Το συγκεκριμένο, όμως, όχι μόνο ήταν λούτσα, αλλά έδειχνε να μη νοιάζεται καθόλου για τη βροχή που έπεφτε πάνω του.

Ο Χρήστος σταμάτησε μπροστά του μούσκεμα κι αυτός. «Τι περιμένεις, ρε μούργο;», του είπε. Εκείνο σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε στα μάτια. «Τι να περιμένεις, καημένε…», και ξαφνικά τον έπιασαν τα κλάματα.

Όταν γύρισε στο μικρό δωμάτιο διαπίστωσε ότι τίποτε δεν είχε αλλάξει. Η σόμπα παρέμενε σβηστή και καυσόξυλο δεν υπήρχε ούτε ένα.

Από τον λοχία του Πρώτου Γραφείου δανείστηκε βελόνα και κλωστή. Έραψε τα διακριτικά του στρατού στο τζάκετ του κι έπειτα ξάπλωσε στο κρεβάτι. Πήρε στα χέρια του το βιβλίο του Πετράρχη, που όταν έφευγε απ’ της κυρίας Μαίρης το ζήτησε κι εκείνη του το χάρισε, κι άρχισε να ξαναδιαβάζει τα ποιήματα και τις σημειώσεις με προσοχή, ένα προς ένα…  


[1]Francesco Petrarca, (1304–1374)

Κύλιση στην κορυφή