Στὴν Τιμωρία τῶν Μάγων, τὴ δεύτερη ποιητικὴ συλλογὴ τοῦ Νάνου Βαλαωρίτη, ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 1947, καὶ δὴ στὴν ἑνότητα Ἡ ἐποχὴ τῶν ἐραστῶν, περιέχεται μία δωδεκάστιχη τερτσίνα μὲ τίτλο Εἰς μνήμην Διονυσίου κόμητος Σολωμοῦ καὶ μὲ ἐντὸς παρενθέσεως ὑπότιλο Ἆσμα γιὰ δυὸ φωνές.[1] Ἰδοὺ τὸ ποίημα:
Δὲν ἄφησε στὸ διάβα του παράθυρα ὁ καιρὸς
Δὲν ἄφησαν τριαντάφυλλα τὰ χέρια του στὴ γῆ
Περνοῦσαν τὰ καράβια του στ’ ἀρχοντικό σου ἐμπρός.
Ὁ τελευταῖος ἀνάπηρος στὴ χώρα μας ἐσὺ
Ἕνας μεγάλος πόλεμος μᾶς πῆρε τὴν ψυχή σου
Τώρα στὴν ἀμασχάλη σου κοιμοῦνται οἱ κεραυνοί.
Πέντε χιλιάδες ἄγγελοι ἐπλάγιασαν μαζί σου
Δὲν εἶναι πιὰ σὰν ἄλλοτες ὁ κόσμος σταθερὸς
Οἱ στίχοι σου τοὺς φόρεσαν ἐμβλήματα οἱ ἐχτροί σου.
Στὸ μέτωπό σου ἔλαμπε σὰν ἄστρο ὁ στοχασμὸς
Δὲν μπόρεσε ὅταν ἔπεσες ἡ γῆς νὰ σὲ δεχτεῖ
Κι ἀνάμεσά μας ἔγειρε τὴν πόρτα του ὁ καιρός.
Ὅλη κι ὅλη ἡ στίξη τοῦ ποιήματος εἶναι τέσσερις τελεῖες στὸ κλείσιμο τῆς κάθε στροφῆς. Στὸν ἔνατο στίχο (Οἱ στίχοι σου τοὺς φόρεσαν ἐμβλήματα οἱ ἐχτροί σου) παρατηρεῖται ἕνας σολοικισμὸς ποὺ δικαιολογεῖται ὡστόσο στὸν προφορικὸ λόγο, ὅταν τὸ ἀντικείμενο μιᾶς πρότασης προεξαγγέλλεται καὶ ἔτσι ἀκούγεται σὲ πτώση ὀνομαστικὴ ἀντί αἰτιατικῆς. Τὸ συντακτικῶς ὀρθὸ θὰ ἦταν: Τοὺς στίχους σου τοὺς φόρεσαν ἐμβλήματα οἱ ἐχτροί σου. Ἐπισημαίνεται ὅτι μετρικῶς εἶναι ἄχρηστος ὁ σολοικισμὸς αὐτός, καθὼς ἡ ἀλλαγὴ πτώσεως δὲν ἐπηρεάζει καθόλου τὴ ρυθμικὴ ποιότητα τοῦ ἰάμβου. Μπορεῖ, ὡστόσο, μετὰ τὶς λέξεις Οἱ στίχοι σου νὰ ὑποτεθεῖ ἡ ὕπαρξη μιᾶς ἄνω τελείας πού, μολονότι δὲν σημειώθηκε, ἀποκαθιστᾶ τὴ συντακτικὴ νομιμότητα.
Πρόκειται γιὰ ἆσμα γιὰ δύο φωνές; Ἡ μία φωνὴ εὐλόγως εἰκάζεται ὅτι ἀνήκει στὸν Νάνο Βαλαωρίτη, στὸν ποιητὴ ποὺ συνέθεσε τὴν τερτσίνα. Ἡ ἄλλη φωνὴ ποιά εἶναι; — δὲν «ἀκούγεται», δὲν «διακρίνεται». Ἂν ὑποθέσουμε ὅτι εἶναι τοῦ Διονυσίου Σολωμοῦ, τότε ὁ Σολωμὸς εἶναι βουβός — καὶ ἡ «μὴ φωνὴ» φωνὴ εἶναι κι αὐτή: τὸ μὴ ὂν ὑπάρχει — ὄντως ὑπάρχει.[2] Ἀλλὰ εἶναι τοῦ Σολωμοῦ ἡ δεύτερη φωνή, ἔστω καὶ βουβή; Ἂν ἔχουν ἔτσι τὰ πράγματα, τότε ἀνατρέπεται ἡ εὔλογη εἰκασία ποὺ ἀναφέραμε πρὶν ἀπὸ μερικὲς ἀράδες. Ἔτσι, τότε, μιλάει ὁ Σολωμὸς καὶ βουβαίνεται ὁ Βαλαωρίτης!
Πιθανολογεῖται, πάντως, καὶ μιὰ τρίτη εἰκασία: νὰ μὴ μιλάει κανεὶς ἀπὸ τοὺς δύο ποιητές, ἀλλὰ νὰ μιλοῦν ἀπὸ κοινοῦ δύο φωνὲς ἀπευθυνόμενες στὸν Σολωμό, ὁ δὲ Βαλαωρίτης, δίκην γραμματέως, νὰ καταγράφει ἐμμέτρως τὰ λεγόμενά τους. Μπορεῖ ὁ πρῶτος καὶ ὁ τελευταῖος στίχος νὰ κρατοῦν ὡς φέροντες ὀργανισμοὶ ὅλο τὸ ποίημα, ὅπου καὶ στοὺς δύο στίχους-προτάσεις τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο εἶναι ἡ πολυσήμαντη λέξη καιρός, ἀλλὰ τὸ πιὸ φανερὸ κλειδὶ γιὰ νὰ ἀνοίξουμε τὸν γρίφο τοῦ ντουέτου ποὺ τραγουδάει τὴν τερτσίνα εἶναι ὁ πέμπτος στίχος: Ἕνας μεγάλος πόλεμος μᾶς πῆρε τὴν ψυχή σου, στίχος ποὺ ἔρχεται σὰν λογικὴ συνέχεια τοῦ ἀμέσως προηγουμένου του: Ὁ τελευταῖος ἀνάπηρος στὴ χώρα μας ἐσύ.
Τὰ δύο «μᾶς» εἶναι οἱ δύο ἄδουσες φωνές. Καὶ εἶναι μὲν ἀριθμητικῶς δύο, ἀλλὰ μέσα στὸ δύο κινεῖται ἕνας γιγαντιαῖος πληθάριθμος. Εἶναι δύο ἀντίμαχοι στρατοὶ πού, διεξάγοντας ἕναν μεγάλο πόλεμο, ὁμολογοῦν ὅτι ὁ πόλεμος τοῦ ἐμφυλίου σπαραγμοῦ τοὺς πῆρε τὴν ψυχὴ τοῦ ποιητῆ, ποὺ εἶναι ὁ τελευταῖος ἀνάπηρος στὴ χώρα τους. Καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη παράταξη, ἐν ἔτει 1947, διεκδικοῦν τὸν ἐθνικὸ ποιητὴ καὶ λένε τὰ ἴδια ἀκριβῶς λόγια, κι ἔτσι μποροῦμε νὰ νιώσουμε ἐπακριβῶς τί εἶναι ἐν τέλει ὁ «διχασμός»: ὁ ἔπαινος καὶ ὁ ψόγος συμπίπτουν· ἡ θέση καὶ ἡ ἀντίθεση ταυτίζονται· τὸ δίκιο δὲν ἔχει γιὰ ἀντίθετό του τὸ ἄδικο, ἀλλὰ τὸ ἴδιο τὸ δίκιο· ὁμοίως καὶ τὸ ἄδικο.
Στὸν «ἀσύντακτο» στίχο ποὺ ἤδη διαβάσαμε (: Οἱ στίχοι σου τοὺς φόρεσαν ἐμβλήματα οἱ ἐχτροί σου) ἡ καθεμιὰ ἀπὸ τὶς δύο φωνὲς θεωρεῖ μὲν ὅτι «οἱ ἐχτροὶ» τοῦ Σολωμοῦ εἶναι ἡ ἄλλη φωνή (γι’ αὐτὸ καὶ ὁ πόλεμος!), ἀλλὰ τὰ ἐπιχειρήματα (καὶ ὡς ἀντεπιχειρήματα ἀκόμα) εἶναι κοινά. Ἀμφότερες, ἐντούτοις, οἱ φωνὲς τραγουδοῦν τὴ δόξα του, καθὼς στὸ μέτωπο τοῦ ἐθνικοῦ ποιητῆ ἀνέκαθεν ἔλαμπε σὰν ἄστρο ὁ στοχασμός. Αὐτὸς εἶναι ἡ ἑνωτικὴ δύναμη σὲ τοῦτον τὸν αἱματοβαμμένο καιρό τῆς ἀνελέητης ἀδελφοκτονίας: εἶναι ἡ μόνη ἑνωτικὴ δύναμη, ἐπειδὴ Δὲν ἄφησε στὸ διάβα του παράθυρα ὁ καιρός, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ Κι ἀνάμεσά μας ἔγειρε τὴν πόρτα του ὁ καιρός.
Ἀνάμεσά μας… —
Σὲ μιὰν ἄλλη τερτσίνα ἀπὸ τὴν ἴδια συλλογὴ ὁ πρῶτος καὶ ὁ 24ος καὶ ἀκροτελεύτιος στίχος λένε τὸ ἴδιο: Οἱ φίλοι ποὺ μᾶς ἄφησαν ποτὲ δὲν θὰ γυρίσουν[3] — ἰαμβικὸς δεκαπεντασύλλαβος, μὲ τομὴ στὴν ὄγδοη συλλαβή. (Πιὸ δημοτικὸς Σολωμὸς δὲν γίνεται!…) Ἀπὸ τὸ ἀμέσως ἑπόμενο καὶ μεγάλης ἐκτάσεως ποίημα, ποὺ φέρει καὶ τὸν τίτλο τῆς ποιητικῆς συλλογῆς, διαλέγουμε μερικοὺς σημαδιακοὺς στίχους:
Σὰν μυθικὸ τριαντάφυλλλο μιὰ νύχτα ὁ κόσμος κλείνει […]
Ἡ χώρα ποὺ ἀγαπήσαμε σιγὰ σιγὰ πεθαίνει
Κάθε στιγμὴ στὸν κόρφο της ἀνοίγει νέα πληγή […][4]
Ὅταν παλεύουν οἱ καιροὶ νὰ μποῦνε στὴν ψυχή σου
Στὸ μέτωπό σου ἐρημικὰ παλάτια οἱ κεραυνοί […][5]
Μονάχα ὁ θάνατος μπορεῖ τὶς πολιτεῖες νὰ πλύνει
Ἦρθε καιρὸς τὰ χιόνια του νὰ γίνουν ποταμοὶ
Σ’ αὐτὴ τὴν ἔρημη ἐποχὴ κανεὶς δὲν εἶχε μείνει
Κι αὐτὸς ποὺ περιμέναμε δὲν μπόρεσε νὰ ʼρθεῖ. […][6]
Ὅσα καράβια πέρασαν δὲν θὰ τὰ ξαναδεῖς […]
Ἡ λευτεριὰ ἑτοιμάζεται σὰν ὑποβρύχιο κύμα
Τώρα στὴ γῆ πιὰ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ κοιμηθεῖ
Γιατὶ στενάζει ὁ γίγαντας μὲς στὸ πελώριο μνῆμα
Κι ὁ νάνος μᾶς φανέρωσε τὸ ρόδο ποὺ ἀγρυπνεῖ. […][7]
Ἀπὸ τοὺς 120 στίχους τοῦ ποιήματος ἀντιγράψαμε μόνο δεκατέσσερις, φτιάχνοντας κάτι σὰν «ἰδιότυπο σονέτο». Οἱ στίχοι αὐτοὶ προεξαγγέλλουν —καὶ μὲ τὶς γυμνὲς λέξεις τους ἀκόμα— τὸ ποίημα ποὺ συνέθεσε ὁ Βαλαωρίτης «Εἰς μνήμην Διονυσίου κόμητος Σολωμοῦ». Στοὺς παραπάνω στίχους στενάζει ὁ γίγαντας μὲς στὸ πελώριο μνῆμα, στενάζει ὁ Σολωμός… καὶ στὴν τερτσίνα in memoriam οἱ δυὸ φωνὲς τοῦ λένε: Δὲν μπόρεσε ὅταν ἔπεσες ἡ γῆς νὰ σὲ δεχτεῖ. Εἶναι ζωντανὸς δηλαδὴ ὁ Σολωμός, ὁπότε αὐτὸ τὸ Εἰς μνήμην σημαίνει ἁπλῶς ὅτι τὸν θυμοῦνται οἱ δύο φωνές,… ὅτι ὅλοι μας θυμόμαστε τὸν γίγαντα. Ἐξάλλου τὶς ἀκοῦμε καθαρὰ ποὺ τραγουδοῦν, μιᾶς Κι ὁ νάνος μᾶς φανέρωσε τὸ ρόδο ποὺ ἀγρυπνεῖ.
Στὰ 1997 ὁ Νάνος Βαλαωρίτης δημοσίευσε ἕνα βαθυστόχαστο δοκίμιο μὲ τίτλο Ὁ Σολωμὸς στὸ φῶς καὶ στὸ σκοτάδι,[8] στὸ ὁποῖο μελετᾶ τὸ σολωμικὸ Σχεδίασμα ποὺ ξεκινάει μὲ τοὺς στίχους Ἰδοὺ ποὺ λαμπυρὰ σουρποενδυμένο / στὲς ἐρμιὲς τοῦ οὐρανοῦ βγαίνει τὸ βράδυ.[9] Χάριν τῆς ἀναγνωστικῆς εὐχέρειας τὸ παραθέτω ἀμέσως παρακάτω:
Ἰδοὺ ποὺ λαμπυρὰ σουρποενδυμένο
στὲς ἐρμιὲς τοῦ οὐρανοῦ βγαίνει τὸ βράδυ
καὶ μακρύτατο σέρνει ὀχνὸ σκοτάδι
μαυριλιασμένο.
Παντοῦ σιωπή· μόν’ τὴ φλογέρα πνέει
βοσκούλα καθαρή, καὶ τὸ καημένο
στὰ μοναχὰ τὰ δάση ἀρνὶ χαμένο
τρέχει καὶ κλαίει.
Ὅλοι τους μαζωμένοι ἔκαναν νέφι
τριγύρου γύρου εἰς τὸ μιαρὸ τὸ ξύλο.
Ἄλλοι ἔσφαξαν τὴ μάνα, ἄλλοι τὸ ἀδέλφι,
ἄλλοι τὸ φίλο.
Καθένας τους γιὰ νδύμα ὕστερο ἐφόρει
μακρίο καὶ ξεσχισμένο ἕνα σενδόνι,
ποὺ ἐκυμάτιζε ὁλόασπρο σὰν τὸ χιόνι
πού ʼναι στὰ ὄρη.
Λὲν τὸ τραγούδι τρομερὰ τοῦ ὀλέθρου,
καὶ μουγγὴ καὶ φρικτὴ μιὰ λύρα μπαίνει,
ποὺ μὲ κόκαλα μαῦρα εἶναι φτιασμένη
ἑνὸς σκελέθρου.
Τὸ «μαυριλιασμένο σκοτάδι», τὸ «μακρίο καὶ ξεσχισμένο σενδόνι» καὶ κυρίως οἱ δύο στίχοι «Ἄλλοι ἔσφαξαν τὴ μάνα, ἄλλοι τὸ ἀδέλφι, / ἄλλοι τὸ φίλο» κρίνω ὅτι ἀπετέλεσαν τὴ βάση γιὰ τὴ δωδεκάστιχη τερτσίνα τοῦ Βαλαωρίτη.[10] Οἱ δύο ἐμπόλεμες φωνές, ποὺ τιθέμενες ἀντιτίθενται καὶ ἀντιτιθέμενες τίθενται, τραγουδοῦν. Τί τραγουδοῦν; Τραγουδοῦν αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Σολωμός, στὴν τελευταία στροφὴ τοῦ Σχεδιάσματός του, γιὰ τὸ ὁποῖο ὁ Λίνος Πολίτης ἔχει σημειώσει: «Τὸ ὅλο νόημα σκοτεινό». Οἱ δύο φωνὲς τοῦ ἄσματος τοῦ Βαλαωρίτη («τοῦ νάνου») θυμοῦνται τὰ λόγια τοῦ Σολωμοῦ («τοῦ γίγαντα»), τὰ παίρνουν καὶ
Λὲν τὸ τραγούδι τρομερὰ τοῦ ὀλέθρου,
καὶ μουγγὴ καὶ φρικτὴ μιὰ λύρα μπαίνει,
ποὺ μὲ κόκαλα μαῦρα εἶναι φτιασμένη
ἑνὸς σκελέθρου.
Ὅποιος αὐτὴ τὴ στιγμὴ θυμήθηκε τὸν Ὑμνον εἰς τὴν Ἐλευθερίαν εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ βέβαιο ὅτι δὲν σφάλλει. Ἀλλὰ ἡ Ἐλευθερία εἶναι ἐν προκειμένῳ αὐτὴ πού, ὅπως μᾶς διαβεβαιώνει ὁ Σολωμός:
Μὲ τὰ ροῦχα αἱματωμένα
Ξέρω ὅτι ἔβγαινες κρυφὰ
Νὰ γυρεύης εἰς τὰ ξένα
Ἄλλα χέρια δυνατά.[11]
Δυστυχῶς, ἀνέκαθεν.
[1] Νάνος Βαλαωρίτης, Ποιήματα, 1 [1944-1964], ὕψιλον/βιβλία, Ἀθήνα 21996, σ. 63.
[2] Ἐνδεικτικῶς πρβλ. τοὺς στίχους:
Διαφάνεια μιᾶς στιγμῆς κρυστάλλινης
Διασκέδαση ὅταν πεθαίνει κάποιος
Μιὰ θλίψη ποὺ γελάει ἀσταμάτητα
Τ’ ἄσχετα ποὺ συγχωνεύονται
Τὸ τίποτα ποὺ εἶναι κάτι
Ποὺ εἶναι τίποτα —
— Νάνος Βαλαωρίτης, Ποιήματα, 2 [1965-1944], ὕψιλον/βιβλία, Ἀθήνα 1987, σ. 36: Ἀπὸ μιὰ γεύση ὀδοντόπαστας.
[3] Νάνος Βαλαωρίτης, ὅ.π., σ. 50: Οἱ φίλοι ποὺ μᾶς ἄφησαν.
[4] Νάνος Βαλαωρίτης, ὅ.π., σ. 51: Ἡ τιμωρία τῶν μάγων.
[5] Νάνος Βαλαωρίτης, ὅ.π., σ. 52: Ἡ τιμωρία τῶν μάγων.
[6] Νάνος Βαλαωρίτης, ὅ.π., σ. 53: Ἡ τιμωρία τῶν μάγων.
[7] Νάνος Βαλαωρίτης, ὅ.π., σ. 54: Ἡ τιμωρία τῶν μάγων.
[8] Νάνος Βαλαωρίτης, Γιὰ μιὰ θεωρία τῆς γραφῆς Γ´ [Ἀπὸ τὸ κείμενο στὸ ὑπερκείμενο], Ψυχογιός, Ἀθήνα 2016, σσ. 332-339.
[9] Διονυσίου Σολωμοῦ, Ἅπαντα, τόμος δεύτερος: Πεζὰ καὶ ἰταλικά, ἔκδοση – σημειώσεις Λίνου Πολίτη, Ἴκαρος, Ἀθήνα 31979, σσ. 242, 337 ἑπ.
[10] Ἡ ἀγάπη τοῦ Νάνου Βαλαωρίτη γιὰ τὸν Σολωμὸ δὲν εἶναι καθόλου «ἑπτανησιακῆς» ἀφορμῆς, ἀλλὰ par excellence «ποητικῆς» τάξεως. Χάριν τῆς ἀποδείξεως ἂς μᾶς ἐπιτραπεῖ νὰ ἀντιγράψουμε μιὰ παράγραφο ἀπὸ τὸ δοκίμιό του τοῦ 1997 (σ. 338):
Ὅμως ἐδῶ [ἂς] μιλήσουμε […] γιὰ τὴν ὀρφικὴ ὑφὴ τοῦ Σχεδιάσματος μὲ τὴν ἐκπληκτική του μουσικότητα καὶ τὴ χρήση τῆς ἔλλειψης ὡς ρητορικὸ σχῆμα γιὰ τὴν ὅλη σύνθεσή του, ὅπου τὸ νόημα ἀναφαίνεται καὶ καταβυθίζεται μπρὸς στὰ μάτια μας, ἀλλὰ καὶ τὰ διαδοχικὰ ἅλματα στὴν οἰκοδόμηση τοῦ ποιήματος πρὸς ἕνα ἀποκαλυπτικὸ ἀποκορύφωμα μὲ τόσο ἔντεχνη καὶ χορευτικὴ περιληπτικότητα, ἕνα βῆμα μπρὸς κι ἔνα πίσω, καὶ χωρὶς ἴχνος […] τῆς συναισθηματικότητας ποὺ λυμαίνεται τὴν ἑλληνικὴ ποίηση, χθὲς καὶ σήμερα, μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα κακά της, τὴ λεκτικὴ ἀτονία, τὴ διαλυμένη ἔκφραση καὶ τὴν πεζότητα. Ἴσως αὐτὸ τὸ ποίημα εἶναι τὸ πιὸ μυστηριῶδες, ὑποβλητικὸ καὶ τέλειο στὴν ἀ-τέλειά του, στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, ὥστε νὰ γίνει ἕνα ὑπόδειγμα γιὰ τὸ πῶς πρέπει νὰ γράφονται τὰ ποιήματα.
[11] Διονυσίου Σολωμοῦ, Ἅπαντα, τόμος πρῶτος: Ποιήματα, ἐπιμέλεια-σημειώσεις Λίνου Πολίτη, Ἴκαρος, Ἀθήνα 31971, σ. 72: Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν. — Πρβλ. τοὺς παρακάτω στίχους:
Ὁ Μακρυγιάννης
ὁ Κάλβος ὁ Σολωμὸς ὁ Ἀνώνυμος Ἕλληνας
γνώρισαν πρὶν ἀπὸ μᾶς τὴν πικρὴ ἀγωνία
τὸ σπαραγμὸ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ πνεύματος
τὴν πατημένη ἀπ’ τὸν ξένο τὸν ντόπιο ἐχτρὸ
ἀπεγνωσμένη ἐλπίδα.
— Νάνος Βαλαωρίτης, Ποιήματα, 2 [1965-1944], ὕψιλον/βιβλία, Ἀθήνα1987, σσ. 103-104: «Ἀνώνυμο ποίημα τοῦ Φωτεινοῦ Ἁι-Γιάννη».

