Θανάσης Χατζόπουλος

Γλώσσα, η πρώτη ποίηση της ζωής μας

Αν υπάρχει μια ποίηση που να προηγείται αυτής της πρώτης είναι η κίνηση. Το πρώτο ολοκληρωμένο κατόρθωμα του ανθρώπου είναι η όρθια στάση και η κινητική αυτονομία. Μαζί με αυτό και σχεδόν ταυτόχρονα, με μικρή υστέρηση χρόνου, καταφέρνει να μπει στη γλώσσα, να αρχίσει να μιλάει με τρόπο που αυτό γίνεται το δεύτερο βασικό όχημα εισόδου του στον κόσμο. Η γλώσσα, την οποία ακούει, γίνεται η κύρια δημιουργία του, αυτή είναι το πρώτο ποίημα της ζωής του καθενός μας, το πρώτο μας εφαλτήριο για να βρούμε τη θέση μας στον κόσμο, ο καθένας τον κόσμο του μέσα στον κοινό κόσμο. Από αυτή την πρώτη ποίηση καθένας φτιάχνει τη ζωή του, από αυτή τη μαγιά που πλημμυρίζει την επικράτεια της ακοής του πλάθει το ψωμί της κάθε μέρας. Αυτή είναι η ομιλία, γιατί βρισκόμαστε στον χώρο της προφορικής δημιουργίας, και με αυτή την ομιλία ψωμίζεται και ζει από μέρα σε μέρα. Οι μέρες που περνούν χωρίς να ανταλλάξει κάποιος μια κουβέντα είναι μέρες λιμοκτονίας, μέρες άδειες κι άχαρες. Η ζωή τότε είναι αβίωτη. Όταν αυτή η λιμοκτονία συμβεί στην περίοδο της πρώτης ποίησης, οι άνθρωποι δεν αντέχουν. Είτε δεν αναπτύσσονται και νοσούν, είτε πεθαίνουν. Όταν το ψωμί της γλώσσας που μας τρέφει, από το οποίο τρεφόμαστε και με το οποίο στη συνέχεια τρέφουμε τους άλλους, λείπει, γενιές ολόκληρες αφανίζονται. Χωρίς την ποίηση της γλώσσας, αυτήν που ο καθένας στήνει και ξεστήνει ανά πάσα στιγμή, η ζωή χάνεται, διαλύεται μέσα στην αδιαφορία και την απουσία νοήματος. Η αξία της εκπίπτει, η ομορφιά της αδειάζει, ισοπεδώνεται.

Αυτή είναι η καθημερινή γλώσσα, η πρώτη ποίηση της ζωής μας. Η καθαρή ποίηση, το γηγενές θαύμα. Τρίβουμε το ψωμί της σε ψιχία και με αυτά τρέφουμε την ψυχή μας. Ρίχνουμε και στα πουλιά που στρώνονται να τα φάνε όταν εμείς δεν είμαστε πλέον εκεί. Να τα φάνε και να τα ταξιδέψουνε εκεί όπου εμείς δεν μπορούμε να φτάσουμε. Τα λόγια έτσι πετούν κι έρχονται άλλα, χάνονται, ξαναφτιάχνονται και άλλα επανέρχονται, φτεροκοπούν: λόγια πετούμενα. Φλύαρα ή όχι, σαν τα λαλήματα των πουλιών, μουσική της λαλούμενης γλώσσας, μουσική της καθημερινής ποίησης, που αλλάζει τόνους και τονικότητες από γλώσσα σε γλώσσα. Γιατί η γλώσσα βρίσκεται εκεί για να ανταποκριθεί σε όλες τις τονικότητες της ψυχής και των αισθημάτων, των σχέσεων, από την τρυφερότητα μέχρι τη βία, από τη γαλήνη μέχρι την καταιγίδα και από τη σύγχυση μέχρι τη σιωπή. Η προφορική αυτή γλώσσα, αυτά τα «έπεα πτερόεντα» της πρώτης ποίησης της ζωής μας, ήδη από τον Όμηρο[1] έπαιρνε την ονομασία «μύθος». Ακριβώς επειδή αφηγείται με κάθε λέξη μια ιστορία, επειδή μιλά για το δράμα του κάθε πράγματος, για το ψέμα της κάθε αλήθειας, για την κατάσταση των ανθρώπων. Κάθε λέξη μιλάει για τη γέννηση και τη ζωή της, τις περιλαμβάνει στα φωνήματα που την αποτελούν, τις κλείνει μέσα της και κάθε φορά που κάποιος τη μιλάει, αναφέρεται σε κάτι από αυτή την ιστορία της. Γιατί όπως το γράφει ο Βιτγκενστάιν «Μια ολόκληρη μυθολογία βρίσκεται κατατεθειμένη μες στη γλώσσα μας.»[2] Αυτή είναι η μυθολογία της γλώσσας, η ποίηση που κάθε γλώσσα περιέχει μέσα της, η δημιουργία κάθε λέξης είναι ένα καθαρό ποίημα, το θεμέλιο και η βάση κάθε δημιουργίας.

Από αυτή τη μυθολογία στην ίδια τη δημιουργία της γλώσσας, την ποιητική, η γλώσσα φτιάχνει τον δικό της μύθο δευτερογενώς και τη δική της μελωδία. Έτσι φτιάχνεται η ποίηση. Από τις μήτρες των πραγμάτων και των λέξεων συνθέτει ο καθένας το ποίημα, πρώτα της ζωής του, και από αυτό συνθέτει το τραγούδι του, τη μελωδία και την κακοφωνία μαζί αυτής της ίδιας της ζωής. Ζωής των ανθρώπων και ζωής της γλώσσας εντός της. Από αυτή τη σύντηξη των δύο προκύπτει η ζωή της ποίησης, η ποίηση η ίδια, το ποίημα. Το ποίημα επ-άγεται από αυτή τη συνάντηση, συνάντηση στον πυρήνα της ζωής, δράση μέσα του, μια πυρηνική δράση ή αντίδραση. Είναι όλη η ψυχική ζωή στη συνάντησή της με το ιστορικό ισοδύναμό της: σκέψεις, εικόνες, αισθήματα, πράξεις[3] συντήκονται σε αυτόν τον πυρήνα, από τον οποίο θα προκύψει αυτό που ονομάζουμε στις μέρες μας ποίηση. Σύντηξη του μέσα, έστω κι αν αυτό έχει προκύψει από την πρωτογενή συνάντησή του με το έξω, με το έξω, ένα άλλο έξω τελικά. Μέσα και έξω σε συνεχή αλληλεπίδραση και αλλαγή. Η ποίηση ακολουθεί αυτή τη ροή των συν-τήξεων, των κατα-λύσεων, των φυσικο-χημικών και γλωσσικών αντιδράσεων. Αυτή είναι η συνεχής ποίηση της ζωής, και πλάι σε αυτήν η ζωή της ίδιας της ποίησης όπως η ίδια ξετυλίγεται μέσα στα χρόνια σαν μια στίξη της Ιστορίας, αυτού που ονομάζουμε πολιτισμό. Αλλά πρόκειται για τον πολιτισμό της κάθε μέρας, την ποίηση της κάθε μέρας, βρέξει χιονίσει, με ζέστη και με κρύο. Πρόκειται για «το χάσμα π’ άνοιξε ο σεισμός κι ευθύς εγιόμισ’ άνθη». Πρόκειται για την κίνηση ανάμεσα στη σεισμική δόνηση, στο χάσμα και στην ανθοφορία. Η ποίηση, από την πρώτη ως την τελευταία στιγμή, είναι η δημιουργία της ζωής μας και η ανάσα μας, αυτή που μας επιτρέπει να πούμε ευθαρσώς πως «Έτσι τελειώνει η ζωή σαν επιφώνημα. Και σαν ανάσα. Παντάνασσα. Έτσι αρχίζει η ζωή σαν μία άναρθρη κραυγή. Αλαλαγμός. Γίνεται κάποτε ομιλία, κι η ομιλία ανάσα. Μιλώντας αναπνέεις κι όχι το αντίθετο».[4] Το αντίθετο, δηλαδή να μιλάς αναπνέοντας.

Πάντως φωνή κι ανάσα έρχονται ταυτόχρονα στην πρώτη κραυγή της γέννησής μας, με την οποία κάνουμε την πρώτη δήλωση παρουσίας.


[1] Ομήρου Ιλιάδα, «μύθων τε ρητήρ έμεναι πρηκτήρά τε έργων».

[2] Λούντβιχ Βιντγκενστάιν, Παρατηρήσεις πάνω στον Χρυσό Κλώνο του Φρέηζερ, σ. 36, αναφέρεται στο Ludwig Wittgenstein, Συζητήσεις για τον Freud, μτφρ. Μίλτος Θεοδοσίου, εκδόσεις Ευρασία, Αθήνα 2013, σ. 60.

[3] «Οι παλαιότερες συνήθειες της σκέψης, δηλαδή οι παλαιότερες εικόνες που έχουν χαραχτεί στην ίδια τη γλώσσα μας», G. C. Lichtenberg, Αφορισμοί, αναφέρεται στο Ludwig Wittgenstein, Συζητήσεις για τον Freud, ό.π., σ. 58.

[4] Θανάσης Χατζόπουλος, «Σκάρτο αλφαβητάρι (για ξεσκολισμένα παιδιά)», στο Πρόσωπο με τη γη, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2012, σ. 133.

Κύλιση στην κορυφή