Ι.
Θυμήθηκα την παράδοξη ώρα
Όταν
στους Δελφούς
Ο Ομφαλός της Γης
δεν έδειχνε/δε μιλούσε/ δεν άκουγε
Κλεισμένος
Βουβός
Αδρός και βαρύς
Πώς να αγγίξω;
Πού είναι;
Κι έπειτα την άλλη
Όταν
Ο Ομφαλός της Γης
Πίεζε
Έσπρωχνε
Τέντωνε το δέρμα
Γυάλιζε σκληρά
Ακονίζοντας αισθήσεις
Με πάθος
Φόβους
Αναμονή
Χαρά δύναμης
Σκιρτήματα
σε ύδατα ιερά
Λεπίδες αθάνατες
ηχούσαν
στον αιθέρα
γαλάζιες
Θάλασσα
Ήπια ξαναγύρισε
στα σπλάχνα
η επιθυμία
Ήπια;
ΟΧΙ
Απαστράπτουσα
φωνή
η επιθυμία
Αδιαφορώντας για χρόνους και καιρούς
Αδιαφορώντας
για παλιές αισθήσεις
γνώση του δρόμου
χώρους αγωνίας
άδεια δώματα
Φωνές του πόθου
Ξανά η επιθυμία
Ξανά
Παιδιά
με σένα
Τώρα
ΙΙ.
Κι όπως εγγράφεται
ακουμπάς μάγουλο
στον αφαλό
Απερίσπαστο
Απεριόριστο
Αμφίδρομο
Αμόλυντο
Αχάρακτο
-Φυσικό
(Είπες)
-Πάλι
ΙΙΙ.
Κι όπως
ανοίγουν
φώτα
του σώματος
Πάμε βόλτες
διορθώνουμε
γκρινιάζουμε λίγο
Λάμψεις
στα μάτια
Κι όταν στέκεσαι
απέναντι
στέλνεις κύματα ήχων
Μουσική
σε ολόκληρη κίνηση
σταθερή:
Είμαι εδώ

