Μάνος Λαμπράκης

Η μελαγχολία ως εσχατολογικό τραύμα: O Μαρκ Φίσερ και η θεολογία του φαντάσματος

«Ὁ μὴ ἀνεχόμενος τὰς θλίψεις, οὐ δύναται μαθεῖν τὰς κρύφιας τοῦ Θεοῦ» (Ἰσαάκ ὁ Σύρος).

Η φράση αυτή, που ανασύρεται από την ασκητική θεολογία, δεν είναι απλώς μια πνευματική νουθεσία. Είναι ένα εκκρεμές που ταλαντεύεται ανάμεσα στη μυστική βίωση του πόνου και στη δημόσια διαχείριση του τραύματος. Ο Ισαάκ ο Σύρος, μέσα από την αποφατική του αυστηρότητα, εισάγει το άνοιγμα σε έναν χώρο όπου η μελαγχολία, όχι ως ατομική παθολογία αλλά ως δημόσιο πάθος, συγκροτεί τον ορίζοντα μιας συλλογικής εμπειρίας. Εδώ ακριβώς, στην τομή του θεολογικού και του πολιτισμικού, το έργο του Μαρκ Φίσερ αποκτά τη βαθύτερη δυναμική του: η αυτοκτονία του δεν συνιστά την άρνηση του έργου, αλλά το σφράγισμα της αλήθειάς του.

Η μελαγχολία στον Φίσερ δεν είναι ψυχολογικό σύμπτωμα που μπορεί να θεραπευθεί με ατομικές πρακτικές αυτοβελτίωσης. Είναι η δομική συνθήκη του νεοφιλελευθερισμού, το ίδιο το affect που αναπαράγεται από τις υλικές και πολιτισμικές πρακτικές της καπιταλιστικής καθημερινότητας. Στο Capitalist Realism ο Φίσερ περιγράφει την αδυνατότητα να φανταστούμε το τέλος του καπιταλισμού ως μια μορφή υπαρξιακού κλοιού: το «no alternative» δεν είναι μόνο πολιτικό δόγμα αλλά και συναισθηματική, σχεδόν θεολογική παγίδευση. Η μελαγχολία, τότε, δεν είναι ένα ελάττωμα αλλά μια αποκάλυψη: ο κόσμος είναι αδύνατος να σωθεί από μόνος του. Σ’ αυτό το σημείο, η θεολογία του πένθους του Φίσερ συναντά τον Ισαάκ τον Σύρο: «Ἡ θλίψις γεννᾷ τὴν γνῶσιν». Ο Φίσερ το μετέφρασε σε πολιτικό επίπεδο ως «μόνο μέσα από την παραδοχή της κατάθλιψης ως δημόσιου πάθους μπορούμε να ανιχνεύσουμε τα όρια του καπιταλισμού».

Αλλά η ίδια του η αυτοκτονία επανεισάγει την πιο οξεία ερώτηση: τι σημαίνει όταν ο θεωρητικός της μελαγχολίας καταλήγει να την κατακυρώνει με το ίδιο του το σώμα; Μήπως η αυτοκτονία λειτουργεί ως το «πραγματικό» (κατά Λακάν), το οποίο διαρρηγνύει τον ιστό του λόγου του; Αν στον Λακάν το πραγματικό είναι εκείνο που αντιστέκεται στη συμβολική τάξη, τότε ο θάνατος του Φίσερ δεν είναι διαψευστικός αλλά αποκαλυπτικός: δείχνει ότι η θεωρία του δεν ήταν απλώς περιγραφή, αλλά προφητεία που συνέτριψε πρώτα τον ίδιο της τον φορέα. Αυτός ο αυτοαναφορικός κύκλος —όπου ο στοχαστής γίνεται μάρτυρας, θύμα και επιβεβαίωση του στοχασμού του— μας φέρνει κοντά στη χριστιανική κατανόηση του μαρτυρίου: «ὁ μαρτυρῶν ἐν τῷ αἵματι ἑαυτοῦ», λέει ο Κύριλλος Ιεροσολύμων, «ἐκπληροῖ τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων».

Από την οπτική του Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν, η μελαγχολία στον ύστερο καπιταλισμό μεταμορφώνεται σε εξάντληση: η κοινωνία της απόδοσης («Müdigkeitsgesellschaft») παράγει υποκείμενα που καταρρέουν από υπερβολή θετικότητας. Η κατάθλιψη, το burnout, η αυτοκτονία είναι όχι αποτυχίες της βούλησης, αλλά το αναγκαίο αποτέλεσμα της διαρκούς αυτο-εκμετάλλευσης. Ο Φίσερ, που περιέγραψε την αδυναμία διαφυγής από τον καπιταλιστικό ρεαλισμό, γίνεται θύμα αυτής ακριβώς της μηχανής: η μελαγχολία του δεν είναι ένα εσωτερικό σκοτάδι αλλά μια αντικειμενική διάγνωση της ίδιας της κοινωνίας. Και ακριβώς όπως ο Χαν περιγράφει τη διάλυση της κοινότητας σε μεμονωμένες, αυτοαναφορικές μονάδες, έτσι και ο Φίσερ επιμένει ότι η κατάθλιψη πρέπει να γίνει αντιληπτή ως κοινωνικό και πολιτικό φαινόμενο: «depression is not a private pathology but a public illness».

Εδώ ανακύπτει το ζήτημα της απομόνωσης. Ο νεοφιλελευθερισμός υπόσχεται ελευθερία αλλά προσφέρει αποκοπή: κάθε άτομο είναι υπεύθυνο για την ευτυχία του, κάθε αποτυχία βαραίνει ως ενοχή τον ίδιο τον άνθρωπο. Αυτή η εσωτερίκευση της αποτυχίας —που κατά Λακάν συνδέεται με το αδύνατο της επιθυμίας— καθιστά την αυτοκτονία του Φίσερ όχι ένα ατομικό δράμα αλλά μια πολιτισμική αλληγορία. Αν ο θάνατος του Χριστού επανανοηματοδοτείται θεολογικά ως η «κένωση» της θεότητας στον κόσμο, ο θάνατος του Φίσερ θα μπορούσε να ιδωθεί ως κένωση του θεωρητικού στον ίδιο τον μηχανισμό που ανέλυε. Μόνο που εδώ δεν υπάρχει ανάσταση: υπάρχει σιωπή. Και αυτή η σιωπή είναι ίσως πιο εκκωφαντική από κάθε θεωρητική του φράση.

Ο Μπένγιαμιν είχε γράψει ότι «η Ιστορία είναι σωρευμένη ερείπια». Ο Φίσερ πρόσθεσε ότι η κουλτούρα μας είναι αδυναμία να παράγουμε το νέο, καταδικασμένοι σε φαντάσματα του παρελθόντος — το hauntology. Το φάντασμα είναι η μορφή της μελαγχολίας στον χρόνο: η εμμονή με κάτι που δεν υπάρχει πια, αλλά δεν παύει να επιστρέφει. Ο ίδιος ο Φίσερ τώρα λειτουργεί ως φάντασμα: τα γραπτά του στοιχειώνουν μια γενιά, ακριβώς επειδή ο ίδιος δεν άντεξε να κατοικήσει τον κόσμο που περιέγραψε. Αυτός ο στοιχειωμένος στοχαστής γίνεται, θα έλεγε ο Αγκάμπεν, μια μορφή homo sacer: ένας που ανήκει ταυτόχρονα στη ζωή και στον θάνατο, στον λόγο και στη σιωπή, στο δημόσιο και στο απολύτως ιδιωτικό.

Η θεολογική διάσταση εδώ είναι αναπόφευκτη. Ο Ισαάκ ο Σύρος επιμένει ότι «ἡ χαρὰ τῆς ἐλπίδος ἐν τῷ Θεῷ, ἐκ τῆς θλίψεως γεννᾶται». Ο Φίσερ, ωστόσο, δείχνει ότι ο κόσμος μας έχει διαρρήξει τη δυνατότητα αυτής της ελπίδας: η θλίψη γεννά μόνο περισσότερο θάνατο. Μήπως τότε η αυτοκτονία του είναι η πιο ριζική μορφή απελπισίας, που εντούτοις μαρτυρεί για την αδυνατότητα της παρηγορίας εντός του καπιταλιστικού ρεαλισμού; Αν η θεολογία ορίζει τον θάνατο ως πέρασμα, ο Φίσερ μας φανερώνει τον θάνατο ως αδιέξοδο. Και σε αυτό ακριβώς το αδιέξοδο συνίσταται η αλήθεια του. Ο κόσμος που δεν μπορεί να παραγάγει ελπίδα δεν μπορεί να παραγάγει ούτε ζωή.

Εδώ θα μπορούσε κανείς να θυμηθεί τον Λακάν: «το ασυνείδητο είναι η πολιτική». Η κατάθλιψη δεν είναι απλώς ψυχικό σύμπτωμα· είναι το αποτέλεσμα μιας συμβολικής δομής που έχει αποκλείσει τη δυνατότητα άλλου νοήματος. Ο Φίσερ αποκάλυψε ότι ο καπιταλισμός κατέστησε τον εαυτό του όχι μόνο αναγκαίο αλλά και φυσικό· η ίδια η μελαγχολία είναι το σημείο στο οποίο η συμβολική τάξη καταρρέει και το πραγματικό επιβάλλεται. Αν η αυτοκτονία του είναι το σημείο στο οποίο αυτός ο κύκλος κλείνει, τότε πρόκειται για την πιο ακραία απόδειξη της θεωρίας του. Το γεγονός ότι δεν επέζησε δεν αποδυναμώνει τα γραπτά του· τα επισφραγίζει με τον ίδιο του τον βίο.

Ο Ζίζεκ συχνά ειρωνεύεται την αδυναμία της Αριστεράς να φανταστεί την πράξη. Ο Φίσερ δεν έδωσε επαναστατική πράξη. Έδωσε μια πράξη θανάτου. Μπορεί να θεωρηθεί αυτό πολιτικό; Ίσως όχι με την κλασική έννοια. Αλλά ως δημόσιο πάθος, ως σημείο που ορίζει τα όρια της αντοχής μιας ολόκληρης γενιάς, η αυτοκτονία του έχει πολιτικό χαρακτήρα. Είναι το συμβάν που δείχνει ότι το καθεστώς της μελαγχολίας δεν είναι θεωρητικό σχήμα αλλά υπαρξιακή καταδίκη. Η ζωή γίνεται μη υποφερτή, όχι γιατί λείπει το νόημα, αλλά γιατί το νόημα έχει κλειδωθεί μέσα σε μια ιδεολογία χωρίς διέξοδο.

Ο Χαν γράφει ότι «ο θάνατος σήμερα δεν είναι πλέον η απώλεια του άλλου, αλλά η αποτυχία της σχέσης». Ο Φίσερ πέθανε μόνος, σε μια στιγμή αδυναμίας, αλλά αυτός ο θάνατος είναι καθολικός: εκθέτει την αποτυχία των κοινωνικών σχέσεων που υποτίθεται ότι ο καπιταλισμός μας εξασφαλίζει. Αν η θεολογία της κοινότητας (βλ. Ζαν-Λυκ Νανσύ) ορίζει ότι το «είναι» συνίσταται στο «είναι-με», τότε η αυτοκτονία του Φίσερ είναι η απόδειξη ότι σήμερα το «είναι-με» έχει εξαλειφθεί, το άτομο έχει μείνει γυμνό απέναντι σε ένα σύστημα που το εξαντλεί χωρίς να του παρέχει καμία παρηγορία.

Αυτή η γυμνότητα δεν είναι άμοιρη θεολογικής σημασίας. Στην πατερική παράδοση, η γυμνότητα συνδέεται με τον Αδάμ μετά την πτώση: «ὅτι γυμνός εἰμι, καὶ ἐκρύβην» (Γεν. 3:10). Ο Φίσερ, στοχαστής της μελαγχολίας, βίωσε αυτή τη γυμνότητα μέχρι τέλους: χωρίς κάλυψη, χωρίς Θεό, χωρίς κοινότητα. Η αυτοκτονία του γίνεται η απόλυτη μορφή της πτώσης, αλλά και η απόλυτη αποκάλυψη της αλήθειας του καπιταλιστικού ρεαλισμού: το τέλος δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του γιατί το τέλος είναι ήδη εδώ.

Η μελαγχολία δεν είναι απλώς διάθεση αλλά τρόπος ύπαρξης στον ύστερο καπιταλισμό. Ο Φρόυντ, στο κλασικό του δοκίμιο Πένθος και Μελαγχολία, είχε διακρίνει το πένθος ως φυσιολογική αντίδραση στην απώλεια, από τη μελαγχολία που παραμένει παθολογικά προσκολλημένη στο χαμένο αντικείμενο. Ο Φίσερ δείχνει ότι η καπιταλιστική κοινωνία έχει εγκλωβιστεί σε μια τέτοια μελαγχολία: το αντικείμενο (ένα μέλλον διαφορετικό, μια ουτοπία, μια κοινωνία άλλου τύπου) έχει χαθεί, αλλά δεν μπορούμε να το πενθήσουμε — επιστρέφει διαρκώς ως φάντασμα.

Η «hauntology» του Φίσερ είναι ακριβώς αυτή η αδυναμία πένθους: η κουλτούρα μας δεν μπορεί να θάψει τα φαντάσματα του μέλλοντος που δεν ήλθε ποτέ. Αυτό το στοιχειωμένο παρόν, όπου το παρελθόν επιστρέφει ως μίμηση και το μέλλον δεν δύναται να παραχθεί, συνιστά την κατεξοχήν μελαγχολική κατάσταση. Και εδώ η θεολογία συναντά την πολιτισμική θεωρία: ο Αυγουστίνος, στις Εξομολογήσεις, περιγράφει τον χρόνο ως «distentio animi», μια διάσταση ψυχής που διαστέλλεται ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Στον καπιταλιστικό ρεαλισμό, αυτή η διάσταση έχει νεκρωθεί: ο χρόνος έχει γίνει κυκλικός, χωρίς άνοιγμα προς την εσχατολογία. Ο Φίσερ μας δείχνει ότι ζούμε σε έναν κόσμο χωρίς πραγματική ελπίδα, όπου η μόνη χρονικότητα είναι η επανάληψη.

Αν λοιπόν η μελαγχολία είναι η αδυναμία πένθους, η αυτοκτονία του Φίσερ μπορεί να διαβαστεί ως μια ριζική μορφή πένθους: πένθος του εαυτού του. Αν η κοινωνία δεν μπορεί να πενθήσει το μέλλον, εκείνος πένθησε τον εαυτό του εκ των προτέρων, σαν μια έσχατη πολιτική πράξη. Ο Λακάν θα έλεγε ότι εδώ το Υποκείμενο παραιτείται από τη θέση του στην επιθυμία, εγκαταλείπει τον ίδιο τον συμβολικό δεσμό που το κρατάει στη ζωή. Αυτή η χειρονομία δεν είναι απλώς ατομική: εκθέτει το αδιέξοδο μιας ολόκληρης γενιάς.

Στην ορθόδοξη θεολογία, ο θάνατος βιώνεται μέσα στην κοινότητα ως μυστήριο ελπίδας. Η Ανάσταση είναι η αντιστροφή της μελαγχολίας: δεν επιτρέπει στον θάνατο να κλείσει ως απόλυτη απουσία, αλλά τον μεταμορφώνει σε διάβαση. Ο Φίσερ, όμως, γράφει σε έναν κόσμο που έχει απωλέσει την Ανάσταση ως κατηγορία. Η κουλτούρα που περιγράφει είναι προ-αναστάσιμη: δεν υπάρχει καν υπόσχεση ότι κάτι πέραν του θανάτου μπορεί να υπάρξει. Αυτό το αδιέξοδο κάνει τον θάνατό του ακόμη πιο οξύ: δείχνει την απόσταση ανάμεσα στην παραδοσιακή θεολογική κατανόηση του πένθους και στη σύγχρονη πολιτισμική αδυναμία να πενθήσουμε.

Ο Χαν, στην Κοινωνία της διαφάνειας, γράφει ότι η σημερινή κοινωνία έχει απωλέσει το μυστήριο, τη δυνατότητα του «κρυμμένου». Η διαφάνεια και η θετικότητα καταστρέφουν την εσωτερικότητα. Ο Φίσερ είναι το θύμα αυτής της καταστροφής: η εσωτερικότητά του δεν είχε χώρο να υπάρξει, η μελαγχολία του δεν μπορούσε να αναγνωριστεί ως συλλογική, γιατί όλα μεταφράζονται σε μετρήσιμα δεδομένα παραγωγικότητας. Η αυτοκτονία του, λοιπόν, είναι η πιο απόλυτη αντίσταση στη διαφάνεια: ένα γεγονός που δεν μπορεί να εξηγηθεί, δεν μπορεί να μετρηθεί, μόνο να βιωθεί ως τραύμα.

Εδώ βρίσκεται και η ειρωνεία: ο Φίσερ ζητούσε να αναγνωριστεί η κατάθλιψη ως δημόσιο πάθος, αλλά πέθανε ως ιδιωτικό γεγονός, στο σκοτάδι του δωματίου του. Αυτή η διάσταση θυμίζει τον τρόπο που ο Αγκάμπεν μιλά για τη «γυμνή ζωή»: μια ζωή που παραδίδεται στον θάνατο χωρίς νόημα, αλλά που ταυτόχρονα εκθέτει τον μηχανισμό που την παρήγαγε. Ο Φίσερ είναι, έτσι, μια μορφή μάρτυρα: όχι μάρτυρα της πίστης, αλλά μάρτυρα της αδυνατότητας της πίστης. Η αυτοκτονία του δεν θεμελιώνει καμία κοινότητα· αντίθετα, αποκαλύπτει το κενό εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει κοινότητα.

Αν επιστρέψουμε στον Ισαάκ τον Σύρο, βλέπουμε ότι η θλίψη έχει πάντοτε έναν σωτηριολογικό ορίζοντα: «ὁ θλιβόμενος διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ, χαρᾶς μετέχει». Ο Φίσερ, όμως, βιώνει μια θλίψη χωρίς Θεό. Αυτή είναι ίσως η πιο ριζική μορφή θλίψης: όχι εκείνη που ελπίζει σε ανταμοιβή, αλλά εκείνη που ξέρει ότι δεν θα υπάρξει καμία ανάπαυση. Η θεολογία εδώ συναντά την απόλυτη απορία: τι σημαίνει να θλίβεσαι χωρίς προοπτική σωτηρίας; Μπορεί αυτή η θλίψη να γίνει θεολογικό γεγονός; Μήπως η αυτοκτονία του Φίσερ είναι μια μαρτυρία της απουσίας του Θεού, όπως η σιωπή του Σταυρού στον Γολγοθά;

Ο Μπένγιαμιν μιλούσε για το «χάρισμα της μεσσιανικής στιγμής» που μπορεί να σπάσει τον ιστορικό χρόνο. Ο Φίσερ δεν βρήκε τέτοια μεσσιανική στιγμή. Βρήκε μόνο το αδιέξοδο. Αλλά το αδιέξοδο αυτό ίσως είναι και το πιο δυνατό μήνυμά του: ότι χωρίς την προσδοκία του εσχατολογικού, η ιστορία καταρρέει σε αιώνια μελαγχολία. Η πολιτική θεολογία του Φίσερ είναι, έτσι, αποφατική: μας λέει τι δεν μπορεί να υπάρξει. Δεν μπορεί να υπάρξει ελπίδα μέσα στο καπιταλιστικό πλαίσιο· δεν μπορεί να υπάρξει Ανάσταση χωρίς να σπάσει ο ίδιος ο καπιταλιστικός ρεαλισμός.

Στον Ζίζεκ βρίσκουμε τη σκέψη ότι η ελπίδα γεννιέται μόνο μέσα από την απόλυτη απόγνωση: το «act» δεν είναι προϊόν αισιοδοξίας, αλλά αποτέλεσμα του αδιεξόδου. Αν η αυτοκτονία του Φίσερ είναι η άρνηση κάθε act, τότε μας αφήνει μπροστά στο χρέος να βρούμε το act που εκείνος δεν βρήκε. Η μελαγχολία του μπορεί να γίνει δική μας αφετηρία, αν καταλάβουμε ότι δεν είναι μόνο δική του. Εδώ η θεολογία μπορεί να συναντήσει την πολιτική: η Εκκλησία, ως κοινότητα πένθους και ελπίδας, θα μπορούσε να προσφέρει αυτό που λείπει από τον κόσμο του Φίσερ. Μια κοινότητα που δεν θα βλέπει την κατάθλιψη ως ατομικό σφάλμα, αλλά ως κοινό σταυρό.

Στην παράδοση της Εκκλησίας, η Θεία Λειτουργία είναι πάντοτε ταυτόχρονα επιμνημόσυνη δέηση και χαρμόσυνη Ανάσταση. Ο Φίσερ, αν μπορούσε να σταθεί μέσα σε αυτή τη λειτουργική εμπειρία, ίσως να έβλεπε ότι η μελαγχολία δεν είναι το τέλος αλλά η απαρχή. Όμως το πρόβλημα είναι ότι ο κόσμος στον οποίο ζούσε είχε κλείσει τη θύρα αυτής της εμπειρίας. Το ερώτημα που μένει για εμάς δεν είναι πώς να εξηγήσουμε την αυτοκτονία του, αλλά πώς να την πενθήσουμε χωρίς να την ιδιωτικοποιήσουμε. Πώς να την καταλάβουμε ως συλλογικό τραύμα, που ζητά απάντηση όχι μόνο πολιτική αλλά και θεολογική.

Η μελαγχολία του Φίσερ είναι λοιπόν η μελαγχολία ενός κόσμου που απέκλεισε τον Θεό. Και εδώ συναντάμε την πιο οξεία ειρωνεία: ίσως αυτός ο αποκλεισμός είναι που μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για μια νέα θεολογία, μια θεολογία που θα μιλά μέσα στην απόγνωση χωρίς να την ακυρώνει. Όπως λέει ο Μάξιμος ο Ομολογητής, «ἡ ἀλήθεια ἐν ἀπορίᾳ γιγνομένη, μᾶλλον ἐκλάμπει». Η αλήθεια του Φίσερ, γεννημένη μέσα στην απορία της αυτοκτονίας, λάμπει όχι γιατί δίνει λύση, αλλά γιατί μας δείχνει το σκοτάδι στο οποίο έχουμε βυθιστεί.

Έτσι, το έργο του Φίσερ δεν κλείνει με τον θάνατό του αλλά ανοίγει. Μας αφήνει μπροστά σε ένα άλυτο ερώτημα: μπορεί η μελαγχολία να γίνει τόπος κοινότητας; Μπορεί η θλίψη χωρίς Θεό να οδηγήσει σε νέα αναζήτηση του Θεού; Μπορεί η αυτοκτονία ενός θεωρητικού να γίνει θεολογικό γεγονός, όπως η σταύρωση έγινε θεολογικό γεγονός μέσα από τον πόνο και τον θάνατο; Αυτές είναι οι ερωτήσεις που παραμένουν ανοιχτές. Και ίσως η μεγαλύτερη τιμή στη μνήμη του Φίσερ είναι να μην τις απαντήσουμε βιαστικά, αλλά να τις κουβαλήσουμε ως δικές μας μελαγχολίες.

Κύλιση στην κορυφή