Ζωγραφική: Γιάννης Ευθυμίου

Βιντσέντζο Λατρόνικο

«Το μόνο που μπορεί να κάνει η λογοτεχνία είναι να θέτει καλές ερωτήσεις»

Συνέντευξη στον Βαγγέλη Κούμπουλη

Ξεκινήσατε το λογοτεχνικό σας ταξίδι πριν από πολλά χρόνια. Κοιτάζοντας πίσω, πώς έχει εξελιχθεί η σχέση σας με τη γραφή και με τη λογοτεχνία από το πρώτο σας βιβλίο έως σήμερα;

Νομίζω ότι έχει «εξομαλυνθεί», με πολλούς τρόπους, τόσο προς το καλύτερο όσο και προς το λιγότερο καλό. Στα είκοσί μου έπαιρνα τη λογοτεχνία – και τον εαυτό μου – πολύ στα σοβαρά· είχα μεγάλες ιδέες για την τέχνη, την αλήθεια και την πολιτική. Αυτές οι ιδέες εξακολουθούν να ισχύουν, αλλά κάτι από την αύρα τους έχει ξεθωριάσει. Εκτιμώ πλέον μυθιστορήματα καθαρά ψυχαγωγικά, τα οποία παλαιότερα θα περιφρονούσα ως «εμπορικά». Έχω συνειδητοποιήσει ότι η γραφή είναι τέχνη, αλλά και μια μορφή επικοινωνίας που απαιτεί επίγνωση και σεβασμό προς τον αναγνώστη. Είναι αυτό συμβιβασμός; Απογοήτευση; Σοφία; Υποθέτω και τα τρία.

Σε όλο το έργο σας, και ιδιαίτερα στην Τελειότητα (Le perfezioni), συχνά εστιάζετε στις ζωές νέων Ευρωπαίων που μετεγκαθίστανται σε πόλεις όπως το Βερολίνο. Τι σας ελκύει σε αυτή τη γενιά των εκπατρισμένων, που αιωρείται ανάμεσα στην κινητικότητα και την έλλειψη ριζών;

Ε, είμαι εγώ! Δεν πιστεύω ακράδαντα ότι κανείς πρέπει να γράφει μόνο για όσα γνωρίζει. Για μένα, όμως, ήταν ένας καλός τρόπος να δώσω νόημα στη ζωή μου. Δεν το έγραψα επειδή είχα καταλάβει κάτι· το έγραψα για να το καταλάβω.

Στην Τελειότητα εξερευνάτε τη δυσαρμονία ανάμεσα στις καλογυαλισμένες, εξιδανικευμένες εικόνες που προβάλλονται στα κοινωνικά δίκτυα και σε ένα βαθύ αίσθημα εσωτερικού κενού. Πιστεύετε ότι η τεχνολογία έχει αλλοιώσει ανεπανόρθωτα την ικανότητά μας να βιώνουμε την ευτυχία;

Δεν το νομίζω. Το βιβλίο μου είναι μια επανεγγραφή του έργου Τα Πράγματα του Περέκ. Μια ιστορία της δεκαετίας του ’60, και το γεγονός ότι λέει κάτι για τον σημερινό κόσμο αποδεικνύει ότι ο βασικός μηχανισμός του καταναλωτικού καπιταλισμού δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά. Ίσως αυτό που έχει αλλάξει είναι ότι δεν τρέφουμε πλέον την ελπίδα – ή την αυταπάτη – πως ένα διαφορετικό οικονομικό και πολιτικό σύστημα θα μας χάριζε την ευτυχία που νιώθουμε ότι μας λείπει.

Αν και περάσατε πολλά χρόνια ζώντας στο εξωτερικό, συνεχίζετε να γράφετε στα ιταλικά. Πώς η γεωγραφική και συναισθηματική απόσταση από την πατρίδα σας διαμορφώνει το βλέμμα σας πάνω στην ιταλική κοινωνία;

Είναι καλή ερώτηση· δεν ξέρω πώς να την απαντήσω πραγματικά. Νιώθω ότι πολλές μεγάλες συλλογικές δομές έχουν κατά κάποιον τρόπο θρυμματιστεί. Δεν είμαι βέβαιος ότι υπάρχει σήμερα κάποιο άτομο που θα μπορούσε να πει κάτι ουσιαστικό για την «ιταλική κοινωνία» στο σύνολό της, ή για τη γερμανική, άλλωστε. Γνωρίζω κάποιες κοινότητες στο Βερολίνο· γνωρίζω τη γειτονιά μου στο Μιλάνο, ίσως και την ίδια την πόλη. Αυτό είναι όλο.

Είστε επίσης ένας διακεκριμένος μεταφραστής. Πώς αντηχεί η πρακτική της μετάφρασης μέσα στη δική σας γραφή; Με ποιους τρόπους επηρεάζει τη δημιουργική σας φωνή και την υφή της πρόζας σας;

Με δίδαξε πολλά. Νομίζω ότι ως συγγραφέας έχεις την ιδέα – τουλάχιστον εγώ την είχα – ότι η «φωνή» ή το «ύφος» σου είναι ένα χαρακτηριστικό του εαυτού σου, κάτι που καθορίζεται από το ποιος είσαι, και όχι ένα εργαλείο που μπορείς να διαμορφώσεις. Ως μεταφραστής, όμως, είσαι αναγκασμένος να κατανοήσεις τις φωνές των άλλων, να μιλήσεις μέσα από αυτές. Κι αυτό σου δείχνει πόσο εύπλαστη και επεκτάσιμη μπορεί να είναι η δική σου φωνή. Αφού κατοικήσεις για καιρό μέσα σε κάποιον άλλον, ανακαλύπτεις ίχνη του λόγου του μέσα στον δικό σου· γίνεσαι πιο πλατύς.

Πολλοί από τους χαρακτήρες σας φαίνεται να ζουν ζωές άνετες, αλλά σιωπηρά ανικανοποίητες. Βλέπετε τη λογοτεχνία ως ένα μέσο αφύπνισης του αναγνώστη από αυτή την κατάσταση ήπιας λήθης;

Αχ, μακάρι! Νομίζω ότι το μόνο πράγμα – ή σχεδόν το μόνο – που μπορεί να κάνει η λογοτεχνία είναι να θέτει καλές ερωτήσεις. Οι απαντήσεις, και οποιαδήποτε δράση μπορεί να προκύψει από αυτές, ξεπερνούν τις δυνατότητες ενός μυθιστοριογράφου. Αλλά ναι, ήθελα να θέσω αυτή την ερώτηση.

Διαβάζοντας την Τελειότητα, κάποιες φορές διέκρινα έναν απόηχο του Ουελμπέκ, και σε άλλες στιγμές έναν ειρωνικό τόνο που μου θύμισε τα δοκίμια του Πασκάλ Μπρυκνέρ. Πώς σχετίζεστε με το έργο αυτών των δύο Γάλλων συγγραφέων; Θα τους αναγνωρίζατε ως λογοτεχνικές επιρροές;

Δεν γνωρίζω καλά τον Μπρυκνέρ. Με τον Ουελμπέκ έχω μια πολύ περίπλοκη σχέση. Θεωρώ ότι τα δύο πρώτα του μυθιστορήματα –Η επέκταση του πεδίου της πάλης και Τα στοιχειώδη σωματίδια– συγκαταλέγονται στα σπουδαιότερα σύγχρονα παραδείγματα του «μυθιστορήματος ιδεών», μιας μορφής που με ελκύει ιδιαίτερα. Πιστεύω επίσης ότι ορισμένα θέματα της Επέκτασης αντηχούν, κατά κάποιον τρόπο αντεστραμμένα, μέσα στην Τελειότητα. Από την άλλη, νομίζω ότι η ποιότητα τόσο της λογοτεχνίας του όσο και του οράματός του για την κοινωνία έχει σταθερά επιδεινωθεί έκτοτε. Είναι λίγο λυπηρό. Εξακολουθεί να γράφει μυθιστορήματα ιδεών, αλλά είναι κακά.

Το έργο σας προσφέρει μια κριτική ματιά στη σύγχρονη δημιουργική εργασία και στη λεγόμενη δημιουργική τάξη. Πιστεύετε ότι οι σημερινοί δημιουργοί είναι πιο ελεύθεροι από εκείνους προηγούμενων γενεών ή πιο διακριτικά περιορισμένοι;

Οι μόνοι πραγματικά ελεύθεροι δημιουργοί ήταν οι αριστοκράτες, που μέχρι τον 19ο αιώνα ήταν σχεδόν και οι μόνοι δημιουργοί. Από τη στιγμή που οι φτωχότερες τάξεις άρχισαν να γράφουν, άρχισαν και τα παράπονα για το πώς οι δυνάμεις της αγοράς μας περιορίζουν· αρκεί να σκεφτεί κανείς πώς απεικονίζεται ο εκδοτικός κόσμος στις Χαμένες ψευδαισθήσεις του Μπαλζάκ. Δεν ξέρω λοιπόν πώς να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση. Βαθιά, απρόσμενα, δύσκολα μυθιστορήματα συνεχίζουν να γράφονται και να εκδίδονται. Ορισμένες μορφές περνούν προσωρινά σε δυσμένεια, όπως η ποίηση, ενώ άλλες γνωρίζουν μια νέα χρυσή εποχή, όπως η αυτοβιογραφική και η «αυτομυθοπλαστική» γραφή. Προσπαθώ να μην είμαι απαισιόδοξος.

Μετά την επιτυχία του πρόσφατου βιβλίου σας, ποιο νέο ερώτημα, θέμα ή ανησυχία απασχολεί αυτή τη στιγμή τη σκέψη σας και ενδέχεται να βρει τον δρόμο της στο επόμενο μυθιστόρημά σας;

Μόλις ολοκλήρωσα ένα μυθιστόρημα που αγγίζει, λοξά, ορισμένα από τα ίδια θέματα. Σκέφτομαι τι να γράψω στη συνέχεια. Ένα κομμάτι μου θα ήθελε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του σε μια ιστορία αγάπης.

Κύλιση στην κορυφή