Γράφει ο Καβάφης πως ο βασιλεύς Δημήτριος
όταν είδε άλλον για το θρόνο να ευνοούν οι Μακεδόνες
πέταξε τον χρυσό και την πορφύρα που φορούσε
και σαν ηθοποιός απήλθε.
Ώσπερ ου βασιλεύς, πρώτα ο Πλούταρχος τον είχε χλευάσει,
τι διαλαθών, τι υποκριτής
τι μεταμφιέννυται χλαμύδα φαιάν
τον ξέσκισε.
Ένα φιλί δεν καταδέχτηκες
ένα φιλί για χρόνια σου ζητούσα
τον έρωτα τον πορφυρό και των ματιών
το χρυσό φως να ταΐσω. Τίποτα.
Αρκετά. Αν το σώμα σου
δεν αναπνέει δίπλα μου, εγώ μόνος
τις μέρες θα διασχίζω
τα φαιά ρούχα του καιρού
θα φορέσω, δεν θα γνωρίζω
αν πέφτω ή αν υψώνομαι, όμως θα φεύγω
πάντα, κι από σκηνή σ’ άλλη σκηνή
κι από καθρέφτη σε καθρέφτη θα επιστρέφω.
Κάπως προσπάθησε για λίγο ο Δημήτριος
την παλιά δόξα του ν’ αναβιώσει. Απέτυχε.
Σύντομα πέθανε μεθυσμένος κι άρρωστος
αιχμάλωτος του Σέλευκου στην Κοίλη Συρία.
Ο χρόνος στους καθρέφτες δεν είναι χρόνος.
Θα κολυμπάω στις ώρες που σταμάτησαν
στα ρεύματα των λέξεων θα επιπλέω
δεν θα μιλήσω. Τι να πω; σε ποιον;
Στο θαμπό φως της απουσίας σου
ήσυχα μηρυκάζω στίχους.

