Εισαγωγή. Αναλογιζόμενος το σύγχρονο ποιητικό τοπίο, στέκομαι στην περιορισμένη αναγνώρισή του. Αν και στον αιώνα μας το καινούριο ποίημα βγαίνει από το βιβλίο και πάει στο βιβλιοπωλείο, στο μπαρ, στο θέατρο, στο φεστιβάλ και γενικά κυκλοφορεί στη δημόσια σφαίρα, και άρα έχει μεγαλύτερο κοινό από άλλοτε, οι πνευματικοί ταγοί τού δίνουν πολύ λίγη σημασία. Αυτό με προβληματίζει. Αρχίζω λοιπόν με ένα διπλό παράδοξο που δείχνει πόσο περιορισμένο είναι το δημόσιο/θεσμικό ενδιαφέρον για τη γενιά του 2000. α) Αν δούμε τις επώνυμες αξιολογήσεις της γενιάς από ειδικούς, παρατηρούμε πως οι περισσότερες είναι υποτιμητικές και αρνητικές παρά θετικές, τονίζοντας ελλείψεις και ένδειες. β) Για τη γενιά υπάρχει πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον στο εξωτερικό παρά στο εσωτερικό. Π.χ. κυκλοφορούν ανθολογίες σε πολλές ξένες γλώσσες, ενώ οι ελληνικές ανθολογίες είναι πολύ λίγες και δεν συζητήθηκαν. (Πριν συνεχίσω, διευκρινίζω πως χρησιμοποιώ συμβατικά το αρσενικό γένος, αλλά ενθαρρύνω κάθε άτομο που με ακούει να χρησιμοποιήσει το δικό του.) Ποιοι λοιπόν φοβούνται τη νέα ποίηση τόσο ώστε να την επικρίνουν ή να την αποσιωπούν είκοσι ολόκληρα χρόνια μετά την εμφάνισή της; Προτείνω πως την ποιητική γενιά του 2000 φοβούνται οι εξής δέκα χώροι και κλάδοι.
1. Η κριτική, για δυο λόγους. α) Η νέα ποίηση αλλάζει τα παραδοσιακά αισθητικά κριτήρια (π.χ. αρμονία, οργανικότητα) και εισάγει άλλα, ανορθόδοξα (π.χ. κακοφωνία, ασυναρτησία). Δεν αρκεί λοιπόν να συζητηθεί με σύμβολα, παρομοιώσεις και επιδράσεις. Απαιτεί ένα πλουσιότερο κριτικό λεξιλόγιο και ένα άνοιγμα προς αμφισβητησιακές διεργασίες. β) Η νέα ποίηση δεν εντάσσεται στην ελλαδική εντοπιότητα (εθνική, τοπική ή γλωσσική). Έτσι η κριτική δυσκολεύεται να την προσεγγίσει και να την κατατάξει γεωγραφικά. Η Ήπειρος, οι Κυκλάδες και η Κρήτη δεν αρκούν για να εξηγήσουν οτιδήποτε, και η αντίστοιχη χαρτογράφηση των διαλέκτων είναι ανεπαρκής. Ο πολύ-πολιτισμικός ελληνισμός που προβάλλει η νέα ποίηση θέτει θέματα τοπογραφίας και ταυτότητας σε διαφορετική βάση. Η κριτική λοιπόν δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της.
2. Η φιλολογία, για δυο λόγους. α) Η νέα ποίηση δεν λειτουργεί με όρους συνέχειας, και έτσι δεν εντάσσεται εύκολα στην ιστορία της λογοτεχνίας. Ενσωματώνει λίγα στοιχεία της γενιάς του 1970, κι ακόμα λιγότερα της γενιάς του 1980. Κυρίως αρθρώνει μια ρήξη με τη γενιά του ’30, με έντονη αντιπάθεια για τον Ελύτη. Έτσι η μνημειακή προσέγγιση της φιλολογίας στα διάφορα αρχεία λόγου δεν μπορεί να λειτουργήσει ούτε να υπηρετήσει το έθνος. β) Η νέα ποίηση όχι μόνο δεν αφομοιώνει μοντερνιστικές επιδράσεις, αλλά ενσωματώνει θεωρητικά διαβάσματα (Ντεριντά, Φουκώ, Λυοτάρ, Ντελέζ, Χάραγουεϊ, Μπάτλερ), τα οποία η κριτική αποστρέφεται. Εδώ παρουσιάζεται ένα χάσμα, καθώς η ποιητική γενιά είναι φιλολογικά πολύ πιο μπροστά από την ίδια τη φιλολογία, η οποία προτιμά τελικά να αδιαφορήσει για τη νέα ποίηση.
3. Οι 3 προηγούμενες γενιές (’90, ’80, ’70) επειδή η νέα γενιά δεν ακολουθεί τα πρότυπα διαδοχής (με βάση την επίδραση, τη φήμη, την ισχύ) και δείχνει μια αγέρωχη διάθεση ανεξαρτησίας, κάτι που δεν έχει παρουσιαστεί από την ποιητική γενιά του 1920, θέτοντας έτσι υπό αμφισβήτηση το κύρος των προγενεστέρων. Έτσι εδώ έχουμε ένα άλλο χάσμα, που μάλιστα κάνει ορισμένους να κατηγορούν τη γενιά πως είναι αδιάβαστη. Καθιερωμένες ποιήτριες και ποιητές με πολλά βιβλία, βραβεία, τιμές κι επαίνους βλέπουν με απογοήτευση ή και αγανάκτηση να μη διαθέτουν τη λογοτεχνική, ιδεολογική και θεσμική ισχύ που διέθεταν οι προκάτοχοί τους.
4. Οι συνομήλικες συντηρητικές τάσεις που βλέπουν μια βεβήλωση της αισθητικής όπως την ξέραμε από τον πρώιμο Ρομαντισμό ως τον ύστερο Συμβολισμό. Αναφέρομαι σε άτομα της ηλιακής γενιάς του 2000 που προτιμούν παραδοσιακές τεχνοτροπίες και χρησιμοποιούν μεταφυσικά, θρησκευτικά, φυσιολατρικά, λαογραφικά κ.α. κριτήρια. Θεωρούν τις λέξεις της σελίδας αυταπόδεικτη αυταξία, η οποία απαιτεί προσήλωση, σεβασμό και απαγγελία. Δε συζητούν μεθόδους γιατί πιστεύουν πως η ευλαβική ανάγνωση υπαγορεύεται από το αυτορυθμιζόμενο κείμενο καθεαυτό. Παράλληλα κρατούν μια φιλελεύθερη και συναινετική στάση η οποία αποδοκιμάζει τα «δύο άκρα» της πολιτικής και τα αλλεπάλληλα ριζοσπαστικά πειράματα της σκέψης.
5. Τα περιοδικά και οι εορτασμοί, που επικεντρώνονται σε συγγραφείς, σε θέματα (η γυναίκα, η θάλασσα), σε σχολές (υπερρεαλισμός) και σε επετείους (1821), κι επομένως δυσκολεύονται να ασχοληθούν με μια γενιά που θέτει ζητήματα (γραφής, φύλου, τάξης, φύσης κ.λπ.). Το κοινό τους είναι μαθημένο να αγοράζει τεύχη και αφιερώματα με επετειακό χαρακτήρα (για να υπάρχουν στο ράφι) κι όχι με προβληματική. Μακάρι τα ρηξικέλευθα περιοδικά να τολμούν να αφιερώνουν τεύχη σε θέματα που διακινδυνεύουν.
6. Όσοι απειλούνται από το κουήρ, δηλαδή από το μεταιχμιακό, το μιγαδικό, το ανώμαλο, το μολυσμένο, το ευτελές και τελικά το μη ποιητικό –οι θιασώτες του καθαρού και του γνήσιου. Εδώ πρόκειται και πάλι για τον φετιχισμό του αυτόνομου λογοτεχνήματος που υποτίθεται πως ενσαρκώνει το ωραίο και το υψηλό. Το κουήρ λειτουργεί αποδομητικά δείχνοντας πώς είναι δομημένο ένα ποίημα, ποιους γλωσσικούς και αισθητικούς κανόνες υπακούει, τι είδους γνώση και απόλαυση επικυρώνει. Το κουήρ διαβρώνει ένα καθεστώς καλλιτεχνικής αλήθειας, και γι’ αυτό προκαλεί ανησυχία και αμυντικότητα στους θιασώτες της αυθεντικής ποίησης.
7. Όσοι ενδιαφέρονται μόνο για το περιεχόμενο/μήνυμα του έργου επειδή δυσκολεύονται να δεχτούν πως στη νέα ποίηση η ίδια η ποίηση περνάει σοβαρή κρίση καθώς επιχειρεί να λειτουργήσει σε ένα τελείως καινούριο πολιτισμικό, κοινωνικό και επικοινωνιακό περιβάλλον. Η ποίηση, όπως και όλες οι άλλες τέχνες, δεν θα είναι ποτέ ξανά αυτό που βραβεύτηκε και καθαγιάστηκε στη Νεωτερικότητα, κι αυτό κάποιοι αρνούνται ακόμα να το παραδεχτούν. Γι’ αυτό μένουν προσκολλημένοι σε αιώνιες αξίες, πανανθρώπινα αισθήματα, μεταφυσικά ιδανικά, επαναστατικές ουτοπίες και γενικά οράματα εκτός τόπου και χρόνου, απρόσβλητα από ιστορικές διαταραχές, με το μήνυμά τους ατόφιο κι αναλλοίωτο.
8. Όσοι είναι κολλημένοι στη δεκαετία του 1960, δηλαδή αξιολογούν τη νέα ποίηση με βάση τη μελοποίηση του Άξιον Εστί, της Ρωμιοσύνης και του Νίκου Γκάτσου. Σύμφωνα με αυτή τη βάση, εκείνη την περίοδο η ποίηση της γενιάς του ’30 έφτασε στο απόγειό της – έγινε εθνική, επική, λαϊκή, μουσική, ιστορική, αυθεντική, δηλαδή και ως σύνθεση και ως πρόσληψη έφτασε στο απόλυτο. Άρα κάθε επόμενη γενιά θα πρέπει να κρίνεται με αυτά τα μέτρα για να βλέπουμε πόσα έχει κατορθώσει. Η νέα ποίηση, με τη μεγάλη αδιαφορία της για τον ελληνικό συντηρητικό μοντερνισμό, δεν αποδέχεται τα μέτρα του.
9. Οι σχολαστικοί εμπειριστές που μετρούν κουκιά και παίζουν την κολοκυθιά αντί να συγκροτούν απόψεις και προσεγγίσεις. Όσοι δηλαδή ρωτούν διαρκώς – Να την πούμε γενιά, φουρνιά ή ομάδα; Ποια χρονιά αρχίζει και ποια χρονιά τελειώνει; Ποιες και ποιους ακριβώς περιλαμβάνει; Σημασία έχει πότε ο ποιητής γεννήθηκε, εμφανίστηκε ή εξέδωσε; Τι κάνει κάποια λόγια ποίημα; Τι κάνει έναν αναγνώστη σωστό κριτικό; Πόσες στατιστικές βιβλίου χρειαζόμαστε; Ερωτήσεις τέτοιου είδους δεν έχουν τέλος και, όσο κι αν φρενάρουν τη συζήτηση και προκαλούν ναυτία, φαίνεται να υπόσχονται μια οριστική λύση σε λογοτεχνικές απορίες.
10. Όσοι εξακολουθούν να μην καταλαβαίνουν τι σημαίνει «αριστερή μελαγχολία» και την εξηγούν κυριολεκτικά, τη θεωρούν περιοριστική και την παίρνουν προσωπικά. Είναι τα ίδια άτομα που παρανοούν τη θεωρία, βλέπουν παντού πολιτιστική παρακμή και διακατέχονται από παλαιο-μαρξιστική αισιοδοξία. Κι όμως κανείς τους δεν έχει κάνει μια συγκροτημένη εναλλακτική πρόταση. Εδώ και τόσα χρόνια η ερμηνευτική της αριστερής μελαγχολίας παραμένει η μόνη προσέγγιση που έχει δική της θεωρία, μέθοδο και βιβλιογραφία, και σέβεται τις αναρχικές τάσεις της γενιάς.
Συνοψίζω. Από την πρώτη πενταετία του αιώνα μας ως σήμερα δραστηριοποιείται και δημιουργεί που εισάγει καινούριες διαστάσεις στα πολιτισμικά κοινά. Η γενιά αυτή αναμετριέται με τη βαθύτατη κρίση της κουλτούρας και της πολιτικής στη δεκαετία του 1990 και πειραματίζεται με εναλλακτικές πρακτικές δημιουργίας και παρρησίας. Είναι εντυπωσιακός ο αριθμός των ατόμων που συμμετέχουν, τα δίκτυα που φτιάχνουν, οι εκδηλώσεις που οργανώνουν, ο όγκος και πλούτος της παραγωγής τους, το γεγονός ότι εξακολουθούν να αναρωτιούνται και να ανθοφορούν. Αυτό το χωρίς προηγούμενο συναρμολόγημα ριζοσπαστικών τάσεων βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα συμπαγές μέτωπο συντηρητικών και εσωστρεφών δυνάμεων, οι οποίες φοβούνται πως κάθε αμφισβήτηση φέρνει τον Δυτικό πολιτισμό κοντύτερα στο μοιραίο τέλος του και γι’ αυτό υιοθετούν μια μεταφυσική στάση ώστε να απορρίψουν τον μεταπολεμικό κόσμο και να υπερασπιστούν το απόλυτο σε όλες τις εκδοχές του – τέχνη, πίστη, τόπο, παράδοση, αιωνιότητα κ.λπ. Όμως, όσο και αν το συντηρητικό μέτωπο επικαλείται το ιθαγενές και το πανανθρώπινο, και καθησυχάζει την εθνική συνείδηση με Δυτικόφοβη εσωστρέφεια, δεν έχει εξουδετερώσει τον αγωνιστικό δυναμισμό της νέας γενιάς. Καταφέρνει, όπως είδαμε, να την κρατά στο περιθώριο και την αφάνεια για ένα τέταρτο του αιώνα. Ίσως πάλι αυτό να είναι πηγή έμπνευσης και αντίστασης για τη γενιά της αριστερής μελαγχολίας που απεργάζεται μικρο-εξεγέρσεις: δεν διαθέτει θεσμική εξουσία αλλά έχει το πολιτισμικό πλεονέκτημα και την ιδεολογική ηγεμονία.

