Ζωγραφική: Γιάννης Ευθυμίου

Βασίλης Α. Μπογιατζής

H «ελληνική διάρκεια» ως πλήρωση-υπέρβαση του «κενού» της εποχής: ο Ηλίας Βενέζης ως δημόσιος διανοούμενος στη μεταπολεμική δημόσια σφαίρα (1949-1967)

Εισαγωγικές και μεθοδολογικές παρατηρήσεις

Η παρούσα εργασία επιχειρεί να προσεγγίσει τον Ηλία Βενέζη ως δημόσιο διανοούμενο, εστιάζοντας στις παρεμβάσεις του στη δημόσια σφαίρα της μεταπολεμικής «εκρηκτικής εικοσαετίας». Αντλώντας από τα πεδία της αναστοχαστικής ερμηνευτικής κοινωνιολογίας της νεωτερικότητας και της ιστορικής κοινωνιολογίας των διανοουμένων και εστιάζοντας κυρίως στις συνεισφορές, μεταξύ άλλων, των Mannheim,[1] Bauman,[2] Coser,[3] στη θεωρία του διανοητικού πεδίου του Pierre Bourdieu,[4] καθώς και στη θεματοποίηση του διανοούμενου ως ξένου από τον Dick Pels,[5] επιχειρεί να συγκροτήσει μια αναστοχαστική θεώρηση η οποία επικεντρώνεται στις γλωσσικές επιτελέσεις του (performances), βασισμένη στην παραδοχή ότι όλες οι κοινωνικές οντότητες έχουν ανάγκη από έναν ομιλούντα εκπρόσωπο που καθιστά αυτές παρούσες, που τους δίνει μια ύπαρξη η οποία παρέχει τη δυνατότητα να «φέρουν», να «βαραίνουν» και να «ενεργούν» επί άλλων κοινωνικών πραγματικοτήτων. Έτσι, επιχειρεί να εντοπίσει ποιες οντότητες επιτελεί ο Βενέζης και ποιες υποθέσεις έρχεται να αντιπροσωπεύσει. Προσπαθεί να εντοπίσει τόσο τη δημιουργική διάσταση της επιτέλεσης της οντότητας εν ονόματι της οποίας ομιλεί ο αντιπρόσωπος, όσο και τον ταυτόχρονο κίνδυνο της πραγμοποίησης, όταν ο αντιπρόσωπος, λειτουργώντας ως –στην ειρωνική διατύπωση του Nietzsche– «τηλέφωνο από το επέκεινα», ομιλεί με τέτοιο τρόπο για τα πράγματα, ώστε να φαίνεται πως αυτά ομιλούν για λογαριασμό τους, και να σφετερίζεται τη δύναμή τους.[6] Δεν διεκδικεί μια «ολική» εποπτεία του πεδίου που ορίζεται από τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο κατά την οποία παρεμβαίνει ο Βενέζης, αλλά προσεγγίζει τις παρεμβάσεις του με βάση τις εξής αρχικές παραδοχές: την εγγενή ομιλιακότητα κάθε αναπαράστασης/αντιπροσώπευσης, το ότι ο διανοούμενος ακολουθεί έναν πολιτικό-πολιτισμικό δρόμο, απορρίπτοντας ταυτόχρονα υπάρχουσες αντικρουόμενες οπτικές, την –ανεξάλειπτη– αυτονομία του διανοούμενου-αντιπροσώπου σε σχέση με την οντότητα την οποία αντιπροσωπεύει. Στη βάση αυτών των παραδοχών, τέλος, αποπειράται να παρουσιάσει τα ευρήματά της όσον αφορά: τoυς άξονες γύρω από τους οποίους περιστράφηκε ο στοχασμός του Βενέζη, τους νομιμοποιητικούς λόγους που ανέπτυξε για να υποστηρίξουν τις υποθέσεις εν ονόματι των οποίων ομιλούσε, το πώς επιτέλεσε (perform) την ίδια του τη θέση και τον ρόλο του ως διανοουμένου, τις υποθέσεις/οντότητες που αξίωσε να εκπροσωπήσει, αλλά και τους αντιπάλους του.

Ο διανοούμενος και η εποχή

Η εργασία αυτή επιχειρεί να προσεγγίσει τη μεταπολεμική/μετεμφυλιακή δημόσια παρέμβαση του Ηλία Βενέζη κατά κάποιον τρόπο in medias res. Από αυτή την άποψη, βασικός καμβάς θεωρείται η ομιλία που εκφώνησε ο Βενέζης κατά την υποδοχή του στην Ακαδημία Αθηνών. Εδώ υπάρχει και μια ενδιαφέρουσα χρονική σύμπτωση: η ομιλία εκφωνείται το 1958, σχεδόν στη μέση της περιόδου 1949-1967. Προεξαγγελτικά, μπορεί να υποστηριχθεί ότι εδώ μπορεί να εντοπίσει κανείς στοχαστικά αρθρωμένο τον πυρήνα του βενεζικού προβληματισμού για τα μείζονα θέματα της εποχής και τον ρόλο-αποστολή του πνευματικού ανθρώπου εντός της. Η ομιλία, λοιπόν, του Ηλία Βενέζη κατά την επίσημη υποδοχή του στην Ακαδημία Αθηνών στις 7/3/1958 –είχε εκλεγεί το 1957– τιτλοφορούνταν «Τα γράμματα και η εποχή μας».[7] Έτσι, ο άρτι εκλεγείς ακαδημαϊκός προχωρούσε σε μια διπλή επιτέλεση (performance): από τη μία πλευρά, αυτή της «εποχής», από την άλλη, του ρόλου που καλούνταν και έπρεπε να διαδραματίσουν εντός της «τα γράμματα», μετωνυμία των πνευματικών ανθρώπων, των διανοούμενων. Η διπλή αυτή επιτέλεση γινόταν ο άξονας ύφανσης του κειμένου και γύρω από αυτόν επιτελούνταν και οι υπόλοιπες οντότητες οι οποίες αποτελούσαν σταθερή πηγή προβληματισμού του Βενέζη: η τεχνολογία και η επιστήμη, η ελληνικότητα και ο ρόλος της Ελλάδας στον σύγχρονο κόσμο, η Ευρώπη, οι νέες δυνάμεις. Μετά τις αρχικές φιλοφρονήσεις, ο Βενέζης αναφερόταν στην καταγωγική εμπειρία του και τις συνεπαγωγές της: «Θέλω να θυμηθώ, σ’ αυτή την επίσημη ώρα της ζωής μου, και εκείνη την κιβωτό: την πατρίδα όπου γεννήθηκα στην αντίπερα όχθην του Αιγαίου. Είμαι ο πρώτος Μικρασιάτης λογοτέχνης που εκλέγει η Ακαδημία Αθηνών. Στις άλλες τάξεις της Ακαδημίας διέπρεψαν ήδη και διαπρέπουν άνδρες της Επιστήμης ερχόμενοι από τη Μικρασία. Θέλουμε να βλέπουμε σ’ αυτόν τον συγκερασμό δυνάμεων τη μοίρα του Ελληνισμού: να μη συντρίβεται από τις περιπέτειες και τους κατατρεγμούς, να βρίσκει στοιχεία γόνιμα μέσα στα ερείπια, και να επωφελείται από την ανανέωση που δίνουν σε κάθε ζωντανό οργανισμό τα κύτταρα της νέας ζωής που προσλαμβάνει». Ως μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και υπό αυτό το πρίσμα, ο Βενέζης μπορούσε να μνημονεύσει μια μικρασιατική Ακαδημία, αυτή των Κυδωνιών, του Βενιαμίν Λέσβιου και του Θεόφιλου Καΐρη, η οποία μόρφωνε, κατ’ αυτόν, τους διδασκάλους του Γένους και τους ιεραπόστολους της Αναγέννησης του ελληνισμού, οι οποίοι εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σφυρηλατούσαν στα παιδιά των κυνηγημένων Χριστιανών το χρέος τους προς την Ελλάδα και την Ορθοδοξία, διαμέσου ενός προγράμματος σπουδών βασισμένου στη Φιλοσοφία, τα Μαθηματικά και τα Αρχαία Ελληνικά∙από το υψηλό βάθρο της Ακαδημίας Αθηνών το μήνυμα του Βενέζη ήταν ότι δεν λησμονούμε τη μικρασιατική πατρίδα και την κληρονομιά της.[8]

Τα «γράμματα» εισέρχονταν σιγά-σιγά στο σκηνικό. Ο Βενέζης δεν θεωρούσε την εκλογή του εκδήλωση ατομικής τιμής, αλλά απόδοση τιμής στη νεότερη γενιά λογοτεχνών που εδώ «και τριάντα περίπου χρόνια […] αναδέχθηκε την ευθύνη της συνεχείας και της ανανεώσεως των Ελληνικών Γραμμάτων», με άλλα λόγια της Γενιάς του Τριάντα. Αυτήν επιτελούσε εδώ ο Βενέζης, τα συστατικά της, τον ρόλο της, την αποστολή της. Κατ’ αυτόν, η γενιά αυτή είχε διδαχθεί από τους προγενέστερους το πάθος «για την έκφραση την καλλιτεχνική, για την Ελλάδα, για τις ρίζες αυτού του τόπου, για την ανάγκη της συνεχείας. Αυτό που λέμε Ελληνική Διάρκεια, τα Άγια των Αγίων που θέλουμε να είναι ο πυρήνας του έργου μας, είναι το πιο καίριο δίδαγμα που πήραμε θητεύοντας στο σχολείο των προκατόχων μας», φτάνοντας στην αυτογνωσία. Οι προηγούμενοι, δηλαδή ο Παπαδιαμάντης με το ήθος των πρώτων χριστιανικών καιρών, οι προφήτες –δεν ήταν τυχαίος ο χαρακτηρισμός για τον ρόλο που αξίωναν πλείστοι εκπρόσωποι της γενιάς– Παλαμάς και Σικελιανός, ο Καβάφης με τον τόνο των ελληνιστικών καιρών, έρχονταν ως διάδοχοι των περιπαθών του ρομαντισμού (η υπογράμμιση στο κείμενο), κίνημα το οποίο συγκέντρωνε τις αρνητικές κρίσεις του Βενέζη: «γερμανικό», αντι-ελληνικό, αντιμεσογειακό, απορίας άξιον πώς βρήκε απήχηση σε Ελλάδα και Μεσόγειο, πώς, όπως έγραφε ο Κουρτίδης για τον Ραγκαβή, «μέσα σ’ αυτό το φως, [εμφανίστηκε] το κίνημα των ωχρών, των περιπαθών και των στεναζόντων ρωμαντικών;».[9]

Κι η απάντηση-εξήγηση που έδινε ο Βενέζης –κι εδώ κατά κάποιον τρόπο θύμιζε τον Θεοτοκά του Ελεύθερου Πνεύματος– αφήνοντας κάποιες διόδους υπέρβασης της εθνικής ουσιοκρατίας και αναγνώρισης της δυναμικότητας των ιστορικών εξελίξεων, ήταν η αντίφαση: ο τόπος αυτός, έγραφε ο Βενέζης, αρεσκόταν στην αντίφαση, η αντίφαση ήταν η προϋπόθεση του μέτρου∙μετά τους ρομαντικούς, λ.χ., ερχόταν ο Παλαμάς: «Αντιπαραθέτουμε διαρκώς στο κάθε τι την αντίφασή του –στη ζωή, στο στοχασμό, στην τέχνη, στη θρησκευτική μας αγωγή. Είμαστε ταυτοχρόνως πολλά. Είτε γιατί υπακούουμε στους νόμους του καθαρού παιχνιδιού που δεν μπορούμε να το ξεφύγουμε, είτε γιατί η ευμετάβολη φύση που μας περιβάλλει μας οδηγεί κατά εκεί, είτε από ανάγκη μιμήσεως, είτε γιατί η ανάγκη της αρμονίας που έγινε νόμος στις καλύτερες ώρες του ελληνικού πνεύματος χρειάζεται αυτή την αέναη αντίφαση». Έτσι, μετά τους ρομαντικούς που ζούσαν σε μια Ελλάδα με έναν λαό καταματωμένο, κι υπό μία έννοια αυτήν εξέφραζαν, ερχόταν η ανάγκη για υπέρβαση κι αναγέννηση, «το έθνος έπρεπε να ανακτήσει τη φωνή του και να θεμελιώσει την παράδοση της λογοτεχνίας του», ο Παπαδιαμάντης με την απλότητα των ελληνικών χριστιανικών καιρών, ο Παλαμάς με το Μεσολόγγι και το Βυζάντιο, ο Σικελιανός με την αιωνιότητα, ο Ξενόπουλος με το Ζάντε κι ο Βλαχογιάννης με τον Μακρυγιάννη.[10]

Και στη συγκυρία του μεταπολεμικού κόσμου, ποια ήταν η «εποχή» και ο ρόλος των «γραμμάτων» εντός της; Αν οι ρομαντικοί ήταν η φωνή της καταματωμένης Ελλάδας και η επόμενη γενιά οι εκφραστές του πόθου για αναγέννηση και υπέρβαση, πώς (αυτοπροσδι-)ορίζονταν και ποια ήταν η αποστολή των διανοουμένων, του Βενέζη συμπεριλαμβανομένου; Η «εποχή» προσδιοριζόταν ως αντιφατική, στο όριο του χαώδους, έμπλεη δυνατοτήτων, αλλά και υπαρξιακών κινδύνων, κρίσιμη, και σε κάθε περίπτωση πρωτοφανής. Από αυτή την άποψη, έθετε εξ αρχής το θέμα της σχέσης γραμμάτων-κοινωνίας: «Δύο παγκόσμιοι πόλεμοι μέσα στην ίδια γενιά, αρχή της ατομικής περιόδου και των τεχνητών δορυφόρων μετά από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο θέτουν εξ αρχής το θέμα της Τέχνης, των Γραμμάτων ειδικότερα, της σχέσης τους με την κοινωνία και τον άνθρωπο […]. Ποτέ άλλοτε στην ιστορία του πνεύματος ο μυθιστοριογράφος, ο ποιητής, δεν είχε αντιμετωπίσει με τρόπο τόσο δραματικό το ερώτημα “Τι σκοπό έχει τώρα η τέχνη; Τι ζητά σήμερα από τη Λογοτεχνία ο άνθρωπος; Πώς θα συντεθεί ο μύθος του σημερινού κόσμου;”».[11]

Τα ερωτήματα του Βενέζη φέρνουν στον νου την προσέγγιση του Jay Winter για το πώς μοντερνιστές καλλιτέχνες και λογοτέχνες επιχείρησαν να συνομιλήσουν με και να πραγματευθούν το πένθος των δύο Πολέμων και το αδιανόητο της καταστροφής που είχε επισυμβεί. Και μάλιστα, πως ακόμη και μοντερνιστές καλλιτέχνες επιχείρησαν να το κάνουν αυτό μέσω «παραδοσιακών» μορφών και κωδίκων, ώστε να συμμεριστούν τον προβληματισμό τους με όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό πασχόντων. Ο Winter αναδεικνύει μια πολύ πολυπλοκότερη εικόνα κινούμενος πέραν της απλουστευτικής διχοστασίας μοντερνιστών-παραδοσιοκρατών. Σε αυτή φαίνεται πως οι μοντερνιστές όχι μόνο δεν εξάλειψαν τις παραδόσεις, αλλά απεναντίας, τις επέκτειναν και τις αναδιαμόρφωσαν με ποικίλους τρόπους που πολλές φορές προξένησαν αμηχανία και σοκ∙επιπλέον, δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις, που όχι μόνο δεν ακολούθησαν την αφαίρεση, που συνήθως ταυτίζεται θετικά με τον μοντερνισμό, αλλά υιοθέτησαν νατουραλιστικά, ρεαλιστικά και ρομαντικά μοτίβα∙ από την άλλη πλευρά, καλλιτέχνες και συγγραφείς που συχνά ταυτίζονται με περισσότερο συμβατικές τεχνοτροπίες, δεν ήταν ούτε τόσο κοινότοποι ούτε τόσο μη καινοτόμοι, όπως έχει υποστηριχθεί.[12] Κι αυτό είναι κάτι που δεν αφορά μόνο το μυθιστορηματικό έργο του Βενέζη, ιδίως τη Γαλήνη, αλλά και τον προβληματισμό του ως δημοσίου διανοουμένου, και τα σχετικά ερωτήματα.

Ήταν πολλές οι περιπτώσεις που ο Βενέζης ζωγράφιζε με τέτοια χρώματα την εποχή: επρόκειτο για «άγριους καιρούς», όπου η αξία της τέχνης σχετικοποιούνταν, ο άνθρωπος στον πρόσφατο Πόλεμο είχε προδώσει την ανθρωπιά και τον συνάνθρωπο, ενώ οι «ατομικές μέρες» που έρχονταν θα συνεπάγονταν αναπόφευκτα την απώλεια της ομορφιάς∙[13]η εποχή βρισκόταν στο μεταίχμιο της θύελλας του κόσμου που πέρασε και της θύελλας του κόσμου που θα έλθει, έκρινε πως η επιστήμη μπορεί να έδωσε δύναμη στον άνθρωπο, ωστόσο δεν του είχε προσφέρει γαλήνη: ο γκρεμός του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ο γκρεμός «της διασπάσεως του ατόμου» ήταν κατά τον Βενέζη αγεφύρωτος και τρομαχτικός∙[14]σχολιάζοντας το βιβλίο του Γιώργου Θεοτοκά Προβλήματα του καιρού μας ο Βενέζης εντόπιζε ως τραγωδία του καιρού μας την αποξένωση και την απομόνωση, παράγωγα των πολέμων, των παθών, αλλά και των αγωνιών του μέλλοντος. Και έβρισκε ως ελπίδα και διέξοδο την αυθεντική τέχνη, έξοδο από τις «κοσμικότητες» της κοινωνικής συναναστροφής, τις οποίες στηλίτευε, όπως και ο Θεοτοκάς.[15]

Ο Βενέζης θεωρούσε, λοιπόν, στην ομιλία του πως τα προαναφερθέντα ερωτήματα είχαν επείγοντα χαρακτήρα για πολλούς λόγους. Ο ένας ήταν ότι η ίδια η ζωή συνθέτει μύθους, ότι αρνείται να μείνει στο χαώδες του ενστίκτου, της ανάγκης και του πάθους. Ο άλλος ήταν ότι αυτά τα ερωτήματα συνδέονταν με αυτό του αποδέκτη, που ήταν ο άνθρωπος που επέζησε από τον σεισμό του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, από τον οποίο ζητήθηκαν πολλά πέρα από κάθε εποχή και μέτρο: «και δεν πρόκειται μόνο για τη δοκιμασία της Ιστορίας, αλλά για την απογύμνωση της ψυχής από όσα της είχαν προσκομίσει παιδεία, ιδέες, πίστεις κλπ που όλα κατέρρευσαν». Παράλληλα με αυτή την πτώση, νέες δυνάμεις αναδύθηκαν: θρησκευτικότητα, αλλά και ασύλληπτοι πρόοδοι της επιστήμης και της τεχνολογίας, μια μαθηματική εξίσωση σε έναν μαυροπίνακα του Princeton κρίνει την τύχη του πολέμου, μια παρατήρηση σε βιολογικό εργαστήριο σώζει εκατομμύρια ανθρώπους, κίνηση στο Διάστημα, ανακαλύψεις στον μικρόκοσμο, όλα αυτά απολήγουν κατά τον Βενέζη σε μια πλήρη αναταραχή της ισορροπίας, σε αλλαγή μέτρων, πρίσματος, οπτικής, κι εν τέλει ο ρυθμός του βίου γίνεται νευρικός. Σύμφωνα με τον Βενέζη, μέσα σε αυτό το πλαίσιο η συνείδηση του ανθρώπου που προσδιόριζε τον ηθικό του βίο, αποδεικνύεται χώρος περιορισμένος, ο νέος κόσμος, του ασυνειδήτου, απέραντος, ενώ έρχονται αποδείξεις πειστικές ότι αυτός ο κόσμος, ο αόρατος, δυναστεύει τον βίο μας, προσδιορίζει τον στόχο των αντιδράσεών μας, υπαγορεύει πράξεις που άλλοτε ή τις νόμιζαν ανεξήγητες ή τις απέδιδαν σε αίτια δαιμονικά.[16]

Έτσι, ο Βενέζης αναρωτιόταν: «Πότε άλλοτε ο καλλιτέχνης, ο συγγραφέας του έργου της φαντασίας είχε να αντιμετωπίσει τόσο πύρινες εμπειρίες και τόσο ουσιαστικές μεταβάσεις ή προς τον κόσμο της ψυχής ή προς το μέτρο του ανθρώπου εν σχέσει με το περιβάλλον και με το σύμπαν;». Εξάλλου, ήταν κι εκείνος ένας από τους ήρωες της εποχής του, ένας, λιγότερο ή περισσότερο, από τους νικημένους. Ο Βενέζης διαπίστωνε πως η ποίηση και η λογοτεχνία της εποχής του συμπιεζόταν από δύο τάσεις, η μία απλώς να καταγράψει την εποχή και τον ρυθμό της, η άλλη να συλλάβει την αρχή του κόσμου και να ανακαλύψει στοιχεία του με αντίστοιχο τρόπο με αυτόν που διατυπώνονται ιδέες και εξισώσεις. Αμέσως μετά τον Πόλεμο η λογοτεχνία κατακλύστηκε από «το κύμα του γεγονότος», οι άνθρωποι ήθελαν να αφηγηθούν όσα υπέφεραν, υπήρχε η ανάγκη της λύτρωσης, αλλά και της διδαχής, να μην επαναληφθούν όσα είχαν συμβεί. Ωστόσο, για τον Βενέζη αυτό δεν ήταν αρκετό: η λύτρωση μπορεί να έλθει μόνο όταν η Τέχνη εξιδανικεύει κι όχι απλώς αποτυπώνει τα πάθη, ενώ από την άλλη πλευρά, η Τέχνη δεν διδάσκει, εξάλλου όλοι γνώριζαν. Η εν εγρηγόρσει συνείδηση επιθυμεί αιτίες και σκοπούς, να βρει έως πού εκτείνεται η Ανάγκη, από πού αρχίζει η θέληση του ανθρώπου πέρα από τη μοίρα, να ερμηνεύσει έστω κι αν η ερμηνεία δεν μπορεί να είναι οριστική –εξ ου, κατά τον Βενέζη, κι η παρατηρούμενη νοσταλγία για τάξη, για τη βεβαιότητα του καιρού των προφητών, για τις πιο ευτυχισμένες εποχές της ανθρωπότητας που θερμαίνονταν από την αυταπόδεικτη πίστη των νέων θρησκειών.[17]

Αλλά αυτή δεν ήταν η μοίρα της γενιάς των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, τόνιζε ο Βενέζης. Εκείνη είχε ανάγκη να θέσει ερωτήματα, να εγκαταλείψει πολλές από τις πίστεις της, να ξεμακρύνει από τα πράγματα, και να θέσει εκ του μηδενός ερωτήματα για το ανθρωπιστικό ιδεώδες, για το αισθητικό ιδεώδες, για τον ηθικό κόσμο, τη συνείδηση, την τελειότητα. Ακριβώς αυτή η ανάγκη, συμπέραινε ο Βενέζης, ήταν που την καθιστούσε κριτική και λογοκρατούμενη, η τέχνη πήγαινε να υποβάλει ιδέες στη θέση των συναισθημάτων, η απόσταση επιστήμης-καλλιτεχνικής δημιουργίας εξαφανιζόταν, και η έμπρακτη κατάδειξη αυτής της μεταμόρφωσης ήταν ότι οι καλύτεροι πεζογράφοι, π.χ. οι Elliott, Huxley, Malraux, Sartre, μετατρέπονταν σε μελετητές. Ο Βενέζης προχωρούσε σε μια αναλυτική αντίστιξη του λογοτεχνικού έργου τους με το μυθιστόρημα του 19ου αιώνα. Η ετυμηγορία δεν άφηνε αμφιβολίες: η λειτουργία της λογοτεχνίας «του καιρού μας» στα ουσιώδη της στοιχεία, σε αντίθεση με το μυθιστόρημα του 19ου αιώνα, ήταν η χρονικογραφία και η κριτική. «Τότε» ο μυθιστοριογράφος και ο ποιητής έδιναν «ερμηνεία», ο σημερινός Ευρωπαίος μυθιστοριογράφος δεν γίνεται να «καθηλώσει» τέτοιους τύπους και σύμβολα, γιατί δεν υπάρχει και η κοινωνία να τα αποδεχθεί, κάθε κοινωνία δημιουργεί τους συγγραφείς της, όπως και την ηθική της. Ο Βενέζης εντόπιζε εδώ τη διαφορά της «Αμερικής» σε σχέση με την Ευρώπη, όπου θεωρούσε ότι οι μυθιστοριογράφοι πατούσαν ακόμη σε έδαφος σαν αυτό που είχε δώσει τον Ζολά, τον Μπαλζάκ και τον Ντίκενς.[18] Η Ευρώπη, από την άλλη, διέθετε σταθερές που κατά κάποιο τρόπο την ενοποιούσαν, η τέχνη, η επιστήμη και η πολιτική, και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Συγγραφέων το 1962 καταδείκνυε του λόγου το αληθές, ωστόσο ποιος μπορούσε να μιλήσει για τα πεπρωμένα της; Περιδιαβαίνοντας στη Φλωρεντία επ’ ευκαιρία της συνόδου των συγγραφέων, ο Βενέζης διερωτάτο αινιγματικά: ποιοι είχαν ασκήσει μεγαλύτερη επίδραση στην ευρωπαϊκή πορεία, οι Μέδικοι ή ο Σαβοναρόλα;[19]

Μια παρένθεση είναι εδώ απαραίτητη, μια που η ομιλιακή επιτέλεση της εποχής και της Ευρώπης, δεν μπορεί να μη συσχετιστεί με την επιτέλεση των διαμορφωτικών της δυνάμεων, και δη των υπερδυνάμεων, πόσο μάλλον που πάλι συσχετίζονταν με «τα γράμματα». Όντας ο πρώτος Έλληνας και Ευρωπαίος συγγραφέας που μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επισκέπτεται, αλλά χωρίς τη σχετική υποτροφία, τις Η.Π.Α. το 1949,[20] ο Βενέζης θα αναζητήσει σε αυτές τον «μύθο» που τις κινούσε, τα νέα και διακριτά τους στοιχεία, το τι κόμιζαν στον νεοδιαμορφούμενο κόσμο.[21] Η κριτική του έχει αποχρώσεις, αλλά και βιώνει εκπλήξεις: το καταπληκτικό αμερικανικό «θαύμα» την επαύριον του Πολέμου συνοψίζεται στο ότι αυτή η γη «πήρε απ’ όλα τα μέρη της υδρόγειας σφαίρας όσους καταφύγανε σ’ αυτήν, όσους την ικέτεψαν, χώνεψε μέσα της τις φυλές, τα έθνη, τις ιδιοτυπίες, κι έδωσε σε όσους ρίζωσαν απάνω της το αίσθημα της γονιμότητας, το δικαίωμα σε μια ευτυχία και κατακτημένη και διαρκή».[22]

Ωστόσο, στη σκέψη του η ανάμιξη και το melting pot έχει το όριό του: στο Μπώφφαλο, λίγο πριν τον Νιαγάρα, ο συγγραφέας γίνεται μάρτυρας της ακόλουθης σκηνής: «Κάτω από μια κολόνα ένας νέγρος φοβερός, Αφρική αμιγής, σέρνει απάνω του, σε στάση πεινασμένου αγριμιού, μια άσπρη γυναίκα. Βλέπονται μες στα μάτια, κουνιούνται, αδιάφοροι για τους διαβάτες που περνούν. Να αμέσως μια αλλαγή του τοπίου: κάτι τέτοιο, ένα θέαμα παρόμοιο, είναι εντελώς ασύλληπτο για τη Νέα Αγγλία. Πόσο ελάχιστα μίλια είναι από δώ η Νέα Αγγλία; Όταν αποφασίσει να σηκώσει σύνορα η Αμερική τα σηκώνει». Το περιστατικό αφήνει συγκλονιστική εντύπωση στον συγγραφέα: «Τη νύχτα είχα παράξενη ταραχή. Δεν μπόρεσα να σφαλήξω μάτι. Η άλλη μέρα θα ήταν η μέρα των νερών: οι καταρράχτες του Νιαγάρα. Έστηνα το αυτί μου μήπως πάρει κανένα μήνυμα μακρινό απ’ τη βουή τους. Τίποτα. Σαν σφαλνούσα τα μάτια έβλεπα το σύμπλεγμα του νέγρου και της άσπρης γυναίκας, το φριχτό».[23] Η ευαισθησία του, από την άλλη, τον κάνει να θέλει να έχει μια από πρώτο χέρι εμπειρία της κατάστασης των μαύρων. Υπάρχει ένα ολόκληρο κεφάλαιο για τη Νέα Ορλεάνη, όπου η περιήγηση του συγγραφέα απολήγει σε ένα μίγμα συμπάθειας, ενσυναίσθησης, συμπόνιας και οίκτου.[24]

Το δεύτερο όριο στην αποδοχή του melting pot είναι η δυσκολία, στην καλύτερη περίπτωση, του Βενέζη –όχι μόνο δική του– να χειριστεί και να προσλάβει τους Εβραίους. Θέλοντας να εξηγήσει τους ανθρωπότυπους της Βοστώνης, «την κιβωτό της Νέας Αγγλίας», την καρδιά των Η.Π.Α. όπου άναψε «η σπίθα της Ανεξαρτησίας» και κυριαρχεί η παράδοση του πουριτανισμού, ο Βενέζης κάνει έναν παραλληλισμό που σίγουρα ξενίζει και για την εποχή όπου γράφεται και για το μέτρο σκληρότητας που επιλέγει: «Ο άνθρωπος της Βοστώνης είναι πιο κλειστός κι από τον Εβραίο. Αν λήξει το γραμμάτιό σου κι έχεις δυσκολίες να το πληρώσεις ο Εβραίος θα σου πει: “Καλά, δώσε μου τα μισά τώρα, τ’ άλλα μισά στο τέλος του μηνός”. Ο άνθρωπος της Βοστώνης, σε ανάλογη περίσταση, θα σου κλείσει το μαγαζί».[25] Στην καλύτερη περίπτωση επανάληψη στερεοτύπων, στη χειρότερη φυλετική προσβολή, περιφρόνηση και υποτίμηση, όπως και να έχει η ανιστορική πρόσληψη του «Εβραίου» με τα πάγια χαρακτηριστικά της σκληρότητας και της φιλοχρηματίας αποτελεί μια, κατά J. Austin, «επιτελεστική πράξη» (performative act) που δημιουργεί την κατάσταση στην οποία αναφέρεται.[26] Η παρατήρηση συνοδεύεται από ένα ιστορικό σχόλιο για τους μετασχηματισμούς της Βοστώνης σε σχέση με το πρόσφατο χαμένο παρελθόν: «Αλλά αυτό βέβαια δεν είναι όλη η σημερινή Βοστώνη. Είναι μια περιοχή της μονάχα, στο Μπήκον Χιλλ. Η εισβολή των μεταναστών και των Εβραίων τάραξε τα νερά, αλλοίωσε την παράδοση, την έσπρωξε να περιχαρακωθεί στο Μπήκον Χιλλ».[27] Τι προκάλεσε την «εισβολή», ελάχιστα χρόνια μετά το Ολοκαύτωμα, δεν φαίνεται να απασχολεί τον συγγραφέα. Δεν μπορεί να μην ανακαλέσει εδώ κανείς τη μελέτη του Δημήτρη Ελευθεράκη για την παρουσία του Ολοκαυτώματος στην ελληνική κουλτούρα μνήμης: σύμφωνα με τον συγγραφέα, η μνήμη του αφανισμού της εβραϊκής ζωής στην Ελλάδα καθυποτάχτηκε πολύ γρήγορα στις ανάγκες νομιμοποίησης διάφορων ενεργών παραγόντων, από το Κ.Κ.Ε. μέχρι την Εκκλησία, που διαγκωνίζονταν μεταξύ τους για μια θετική απεικόνιση του ρόλου τους στην Κατοχή, διαμορφώνοντας μυθικές αφηγήσεις διάσωσης των Εβραίων συμπολιτών στις οποίες είχαν, υποτίθεται, πρωταγωνιστικό ρόλο.[28] Στην περίπτωση του σχετικού μύθου διάσωσης από την Εκκλησία, ο Ελευθεράκης αποδίδει κεντρικό ρόλο στη βιογραφία-αγιογραφία του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού από τον Βενέζη.[29] Όπως γράφει η Ελένη Μπεζέ στη βιβλιοκρισία της για το πόνημα του Ελευθεράκη «το βιβλίο από τη μία υπερέβαλε την αποτελεσματικότητα των προσπαθειών του Δαμασκηνού όσον αφορά τη διάσωση των Εβραίων, ενώ από την άλλη απάλλαξε από ενοχές την “ελληνική συνείδηση” όπως γράφει ο ίδιος ο Βενέζης (σ. 269)».[30]

Η τεχνολογία είναι πανταχού παρούσα. Από τη μία πλευρά, αντιμετωπίζεται με θαυμασμό, από την άλλη με ακραία τεχνοφοβικούς όρους: όντας σχεδόν βέβαιος ότι στα μεγάλα τεχνολογικά συμπλέγματα, όπως αυτό του Φορντ και της «γραμμής παραγωγής» το οποίο και επισκέπτεται, η ψυχή του ανθρώπου-εργάτη συντρίβεται και χάνεται, αντιμετωπίζει με έκπληξη τόσο το διευθυντικό στέλεχος που ομιλεί με υπερηφάνεια για την εργατική προϋπηρεσία του χωρίς αποκαλυπτικούς τόνους, όσο και τους εργάτες που παρατηρεί χαρούμενους και κάθε άλλο παρά συντετριμμένους στο διάλειμμά τους: ο Βενέζης συμπεραίνει ότι η επικύρωση ή μη της τεχνοφοβικής προκείμενής του δεν μπορεί παρά να πραγματοποιηθεί εφόσον εργαστεί ο ίδιος στο σύστημα της γραμμής.[31] Κατά μία έννοια, είναι εντυπωσιακό το ότι διαφεύγει από τον Βενέζη πως σε αυτόν τον τεχνολογικό δυναμισμό βασίζεται το Σχέδιο Μάρσαλ της εποχής για την ανασυγκρότηση και ανάπτυξη των ευρωπαϊκών κοινωνιών και της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης, όπως δείχνει η εργασία του Απόστολου Βετσόπουλου.[32] Από την άλλη πλευρά, τα γράμματα είναι επίσης παρόντα, είτε στις συζητήσεις με ακαδημαϊκούς, όπου τεκμηριώνεται και βεβαιώνεται η «ελληνική διάρκεια» είτε στις παρατηρήσεις για τη ζωτικότητα, την ομορφιά και τον δυναμισμό των πανεπιστημίων είτε στη συζήτηση με τον συγγραφέα Έρσκιν Κάντγουελ. Ο πεσιμισμός του που ερχόταν σε προφανή αντίθεση και με τον βίο που διήγε, αλλά και η άρνησή του να υποστηρίξει την ύπαρξη ενός μοναδικού «αμερικανικού χαρακτήρα», θα προξενήσει ιδιαίτερη εντύπωση στον Βενέζη καθώς ερχόταν σε αντίθεση με τις συνολικές του παρατηρήσεις, αλλά και με τις δικές του αναζητήσεις.[33] Σε κάθε περίπτωση, και παρά τις πάμπολλες θετικές κρίσεις του για «τη χώρα του μύθου», αυτό που φαινόταν να καταξιώνεται κυρίως στη βενεζική επιτέλεση των Η.Π.Α. ήταν, πέρα από την εποποιία της ελληνικής μετανάστευσης, τα ίχνη και οι βεβαιώσεις της ελληνικής διάρκειας: «Ο Μεγαλέξαντρος, το περσικό χειρόγραφο, ο Γκρέκο, ο “Λαοκόων” και η πράσινη πόλη του μακρινού Κόσμου».[34]

O Βενέζης θα επισκεφθεί τη Σοβιετική Ένωση σε άλλη συγκυρία από αυτή των Η.Π.Α., όχι στις απαρχές του Ψυχρού Πολέμου, αλλά σε αυτή της «ειρηνικής συνύπαρξης» των αρχών της δεκαετίας του 1960, με την ευκαιρία της ετήσιας συνεδρίας της Κοινότητας των Ευρωπαίων Συγγραφέων που πραγματοποιήθηκε στη Γιασνάγια-Πολάνια, στο κτήμα του Τολστόι, μαζί με την Ένωση των Συγγραφέων της Σοβιετικής Ένωσης (15/8/1963).[35] Το θέμα της συνδιάσκεψης μεταξύ των λογοτεχνικών εκπροσώπων των δύο μπλοκ ήταν ένας από τους κεντρικούς άξονες του προβληματισμού του Βενέζη, όπως φαίνεται κι από το κείμενο της ομιλίας του στην Ακαδημία, αυτό των προβλημάτων του σύγχρονου μυθιστορήματος. Το πλαίσιο της επίσκεψης, συγκριτικά με αυτήν στις Η.Π.Α., ήταν σχεδόν απόλυτα περιοριστικό κι έτσι δεν δίνονταν ευκαιρίες στον Βενέζη για εμπειρίες από πρώτο χέρι, όπως στην Αμερική: σε ορισμένες από αυτές μπορούσε να αποτυπωθεί η σχετική χαλαρότητα των χρόνων του Χρουστσιόφ, αλλά και μια κάποια «σκοτεινιά». Ξεναγός του ήταν η Σόνια Ιλίνσκαγια. Οι εμπειρίες του είχαν να κάνουν πολύ περισσότερο με τη διανοητική ζωή και τους διανοούμενους. Ο διάλογος μεταξύ των δύο πλευρών εξελίχθηκε σε, σύμφωνα με τη διατύπωση του παρισταμένου Ελία Έρενμπουργκ που τότε είχε περιπέσει σε δυσμένεια, σε «διάλογο κωφών», με τους Σόλοχοφ, Φεντίν κλπ. να υποστηρίζουν τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό, καθώς και «την ευθύνη του συγγραφέα να υπηρετή τον άνθρωπο και την εποχή του, να μην αποστρέφεται την πραγματικότητα, να μάχεται», την επίθεσή τους στο «νέο μυθιστόρημα» και τη μαχητική ανταπάντηση των παρισταμένων εκπροσώπων του, Αλαίν Ρομπ-Κριγιέ και Ναταλί Σαρώτ, αλλά και την αμηχανία των υπολοίπων Δυτικών συγγραφέων, του Βενέζη συμπεριλαμβανομένου, που ένιωθαν υπό πίεση, μια που δεν ήθελαν να θεωρηθεί το «νέο μυθιστόρημα» ως το σήμα-κατατεθέν της μυθιστορηματικής παραγωγής της Δύσης. Η επιθετικότητα ορισμένων από τους σοβιετικούς συγγραφείς αφορούσε και πιο στενά πολιτικά ζητήματα, όπως τις επικρίσεις τους προς τους εκπροσώπους του «νέου μυθιστορήματος», παρόντων των Σαρτρ και ντε Μποβουάρ, για τη στάση τους ως προς το ζήτημα της Αλγερίας.[36] Από τη μαρτυρία του Βενέζη δεν συνάγεται ότι κάποιοι από τους Δυτικούς συγγραφείς έθεσαν θέμα λογοκρισίας, αντιφρονούντων ή της στάσης επιφανών Σοβιετικών συγγραφέων όσον αφορά την υπόθεση Παστερνάκ, την καταστολή της Ουγγρικής Επανάστασης του 1956 ή της εξέγερσης στην Πολωνία το καλοκαίρι του ίδιου έτους∙υπήρξαν ωστόσο, συζητήσεις, για το κατά πόσο η πυρηνική εποχή και το ζήτημα της υψηλής τεχνολογίας θέτουν μείζονες προκλήσεις στο μυθιστόρημα, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη τη θέση του πνευματικού ανθρώπου και απαιτώντας να εναρμονιστεί με τον ρυθμό τους.[37]

Φυσικά, η πιο σοβαρή εντύπωση προήλθε από την εκτός προγράμματος φιλοξενία ορισμένων από τους συγγραφείς στη ντάτσα του Νικίτα Χρουστσιόφ. Στην επιτέλεση του Βενέζη γίνονταν φανερές οι αλλαγές, αλλά και τα όρια της Σοβιετικής Ένωσης, καθώς και της σοβιετικής πολιτικής της εποχής –και μάλιστα πολύ καθαρότερα από ό,τι μπορεί να δει κανείς, λ.χ. στην περίπτωση της Επιθεώρησης Τέχνης. Για τον Βενέζη η διακριτική, αλλά σαφής καταδίκη και αποστασιοποίηση από τη σταλινική κληρονομία και τον ίδιο τον προκάτοχό του από τον Χρουστσιόφ, συνυφαινόταν με την κατάδειξη των ορίων της «συνύπαρξης» στον λόγο του: «Η συνύπαρξη –είπε– που υποστηρίζουμε εμείς ότι πρέπει να υπάρχη με τον δικό σας κόσμο περιορίζεται στην ανταλλαγή των αγαθών, στις πνευματικές ανταλλαγές, στην αποφυγή του πολέμου. Η συνύπαρξη σταματά εκεί που αρχίζουν οι ιδέες, οι ιδεολογικές μας διαφορές. Η συνύπαρξη δεν αποκλείει την πάλη των τάξεων». Κι η απαγγελία ενώπιόν του τού σατιρικού ποιήματος «Ο Βασίλη Τσόρκιν στην κόλαση» από τον ίδιο τον ποιητή Αλεξάντρ Τβαρντόφσκι –περιστατικό που ενθουσίασε τον Σαρτρ ο οποίος είπε «ήταν εκπληκτικό […]. Μπροστά σε τόσους ξένους, εμάς, να θέλη [o Χρουστσιόφ] ν’ ακούση ένα ποίημα που σατιρίζει το κράτος!», αλλά δεν εντυπωσίασε τον Βενέζη– συνυφαινόταν με την κατάδειξη των ορίων, κάνοντας σαφή αναφορά στην Ουγγαρία και δικαιολογώντας απολύτως την επέμβαση: «Αλλά τώρα που κάναμε τον απολογισμό του αίματος βλέπουμε πως κάναμε καλά και χύσαμε εκείνο το αίμα…».[38] Ο απολογισμός του Βενέζη, ο οποίος είχε καταδικάσει την επέμβαση, δεν είχε αυταπάτες: «Επιστρέψαμε στη Μόσχα με το αεροπλάνο που μας περίμενε, αργά τη νύχτα εξουθενωμένοι, ξέροντας πια τι σημαίνει πρόσκληση σε γεύμα στη ντάτσα του πρωθυπουργού της Ρωσίας».[39]

Η ελληνική περίπτωση τοποθετούνταν με σαφήνεια από τον Βενέζη στο ευρωπαϊκό συγκείμενο, όπως αυτό είχε περιγραφεί προηγουμένως: «Όταν μιλάγαμε ώς τώρα για τις σύγχρονες τάσεις της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας δεν κάμαμε καμία διάκριση για τα Ελληνικά Γράμματα. Επειδή είμαστε πια, αντίθετα από το παρελθόν, μια περιοχή των ευρωπαϊκών Γραμμάτων»∙ίδια μοίρα, ίδιο πάθος, ίδιοι κίνδυνοι για όλη την Ευρώπη, ίδια και τα «συμπτώματα»: η πείρα να γίνει χρονικό, η συνείδηση που ρωτά να γίνει ενδοσκόπηση, έλεγχος κριτικός, ή και στο τέλος, απόλυτη αφαίρεση. Σε αυτή τη μορφή «συμβολικής βίας» στην οποία μπορεί να διαβάσει κανείς τη μομφή της Γενιάς του Τριάντα για την πρώτη μεταπολεμική γενιά και την παραγωγή της, ο Βενέζης θα συμπληρώσει ότι το δοκίμιο ποτέ άλλοτε δεν είχε τόση άνθηση στον τόπο μας (η κρίση υπογραμμισμένη στο χειρόγραφο), καθώς και ότι η νέα λογοτεχνία μας παρουσίαζε το εξής χαρακτηριστικό: παράλληλα με το πύρινο παρόν στο οποίο ζούσε, αισθανόταν και την ανάγκη μιας γόνιμης επιστροφής, «ό,τι έγινε με τους προγόνους μας των αρχών του αιώνα, έχουμε την τάση να το επαναλάβουμε με άλλους τρόπους», με την επιστροφή στις ρίζες και την καταγωγή.[40] Έτσι, το κατηγορητήριο εναντίον της Γενιάς του Τριάντα, ότι δεν ερχόταν να εντρυφήσει στην πολυπλοκότητα, τις αντιφάσεις και το καινοφανές της μεταπολεμικής αστικής ζωής και του μεταπολεμικού κόσμου μετά από τις οδυνηρές εμπειρίες της δεκαετίας 1940-1950,[41] αντιστρεφόταν.

Και ήταν σε αυτή την αντιστροφή και τα συναφή αιτήματα όπου ο Βενέζης, «τα γράμματα», η γενιά του, έβρισκαν τη θέση τους. Η διάλυση, το χάος, ο κατακερματισμός της ζωής και των προσωπικοτήτων, αν και υπαρκτά, δεν αρκούσαν για την πνευματική δημιουργία∙κατά τον Βενέζη, μια επιστροφή σε πιο κλασικά και παραδοσιακά πρότυπα καλλιτεχνικής δημιουργίας και αποστολής ήταν αναγκαία: η κατακερματισμένη προσωπικότητα δεν μπορούσε να ζήσει μέσα στη διάλυση, θέλει να σχηματίσει τύπους και σύμβολα, πράξεις «τελείας και σπουδαίας». Από πού θα αντλήσει υλικό; Όχι από τη συγκαιρινή ζωή των ριζικών μεταμορφώσεων της δεκαετίας του 1950: «ζητά πηγές έμπνευσης στα απέραντα πεδία της ιστορικής μνήμης του Έθνους», στη Φραγκοκρατία, στην Τουρκοκρατία, στους αγώνες του νεότερου ελληνισμού. Η επιστροφή αυτή, θεωρεί ο Βενέζης, είναι ως ένα σημείο καρπός της δουλείας μας τους χρόνους του πολέμου, όταν η γύρω κατάρρευση προκαλούσε την ανάγκη για στήριξη σε κάτι σταθερό, προκειμένου να μη χαθεί η ελπίδα, κι αυτό ήταν «το παρελθόν μας»: η γενιά μας, συμπλήρωνε ο Βενέζης, το είδε χώρο πίστης και διαφωτισμού.[42]

Είναι σαφές πως στην ομιλία του ο Βενέζης αποκρυστάλλωνε τον προβληματισμό του για τον ορισμό, τον ρόλο και την αποστολή του διανοούμενου, ο οποίος είχε διατυπωθεί και σε άλλες περιπτώσεις. Οι συγγραφείς έπρεπε να τοποθετούνται σε σχέση με τον κόσμο, την αγωνία, το πάθος και τη μοίρα του ανθρώπου,[43] να προσπαθούν, όπως ο Ιταλός ποιητής Μοντάλε που γενναία αντιστάθηκε σε φασισμό-ναζισμό και τον οποίον τιμούσε, να αποκαταστήσουν την ανισορροπία της εποχής μας, αυτή την αντιμαχία παλαιού και νέου ανθρώπου∙[44] ιδίως οι Έλληνες, να είναι δεμένοι με ένα βαθύ ελληνικό όραμα, να θέλουν να διατηρήσουν τα «άγια των αγίων». Με αφορμή την εκδήλωση του Ελληνοαμερικανικού Επιμορφωτικού Ινστιτούτου για τη μνήμη των Αμφικτιόνων των Δελφών το 1954, ο Βενέζης αφού εκθείαζε άλλες όψεις της εκδήλωσης, ιδίως αυτές που αφορούσαν τον Σικελιανό και την ανάμνηση των Δελφικών Εορτών, εξέφραζε την οργή του για ορισμένες: «τα εκτελεσθέντα άσματα ήταν: ένα θρησκευτικό “Ave”, ένα “Νανούρισμα” του Μότζαρτ, ένα λαϊκό τυρολέζικο “Στο βουνό”, η “Νεότης” του Ροσίνι και ένα δημοτικό κερκυραίικο. Τι γύρευε αυτή η εκπληκτική συλλογή διεθνούς ρεπερτορίου στον ιερό Χώρο της Ελλάδας και σε μια τελετή Μνήμης της Μεγάλης Ποίησης; Πώς δεν υπήρξε ένας αρμόδιος που να παρεμποδίσει αυτή τη βεβήλωση σ’ ένα χώρο όπου μονάχα ο τραγικός ελληνικός λόγος επιτρέπεται να ακούγεται; Πότε θα μάθουμε επιτέλους να κυριευόμαστε από σέβας και δέος μπροστά στα ιερά και τα όσια αυτού του τόπου;».[45] Σε αυτή την προοπτική, το εγχείρημα της Νέας Εστίας ερμηνευόταν ως λήψη θέσης από το «Πνεύμα» μέσα στη δίνη, καθώς και έκφραση ανένδοτης πίστης στα πεπρωμένα και τη διάρκεια του ελληνισμού.[46] Θα ήταν από αυτές τις πηγές που θα έπρεπε να αντλήσει η πολιτιστική διπλωματία και προπαγάνδα στους ξένους διανοουμένους για την έξαρση της Ελλάδας και για να γίνουν γνωστές οι ιδιότητες αυτού του «φτωχού και καταματωμένου λαού», η απλότητα, η ευγένεια, η φυσική αρχοντιά του, η ανεξικακία του, όπως και η ξενία του.[47] Η επιστροφή σε βιβλία για το παρελθόν συνιστούσε για τον Βενέζη απόλαυση, κι όταν δήλωνε πως «είναι κι αυτό μια χαρά, μια ηδονή θα έλεγα, που την έχουν στερηθεί οι νεόπλουτοι του πνεύματος, οι κοσμοπολιτικοί, αυτοί που σβήσαν από μέσα τους το χώμα του τόπου τους»,[48] μάλλον ερχόταν πιο κοντά στον Κωνσταντίνο Τσάτσο ο οποίος στον διάλογο για την ποίηση με τον Γιώργο Σεφέρη υποστήριζε ότι ήθελε να είναι το έργο ελληνικό για να το χαρακτηρίσει ωραίο – κι όχι το αντίστροφο, όπως μάλλον αποφαινόταν ο Σεφέρης, που πρότεινε να συμβουλεύουμε τους νέους «να γυρεύουν την αλήθεια, καθώς έκαναν οι πρώτοι δημοτικιστές, όχι ρωτώντας πώς να είναι Έλληνες, αλλά πιστεύοντας πως αφού είναι Έλληνες, τα έργα που πραγματικά θα γεννήσει η ψυχή τους δεν μπορεί να μην είναι ελληνικά».[49]

Στην αποστολή του πνευματικού ανθρώπου περιλαμβανόταν οπωσδήποτε η απόπειρα ελάφρυνσης των συνανθρώπων από τα βάρη της εποχής και τα αδιέξοδα του τεχνολογικού πολιτισμού. Ήταν αυτονόητο, κατά τον Βενέζη, τη διεύθυνση του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας να την αναλαμβάνουν άνθρωποι του πνεύματος, κι αυτό δήλωνε με αφορμή τη διαδοχή του Οδυσσέα Ελύτη από τον Διονύσιο Ρώμα στη διεύθυνσή του το 1954.[50] Και οι δύο πληρούσαν το συγκεκριμένο κριτήριο και είχαν θέσει ως βασική προτεραιότητά τους το πρόγραμμα αναγνώσεων ελληνικής ποίησης και λογοτεχνίας.[51] Για αυτό το τελευταίο, ο Βενέζης όριζε τις δέουσες σκηνοθετικές προδιαγραφές –ότι δεν έπρεπε να υπάρχουν μηχανικά μέσα στις αναγνώσεις ούτε θεατρινισμοί– ενόσω τόνιζε ότι το πρόγραμμα ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τα «επαίσχυντα Κλασικά Εικονογραφημένα».[52] Η τεχνολογία υπαγόμενη στο Πνεύμα μπορούσε να μεγαλουργήσει, όπως στο Μουσείο της Κνωσού[53] ή στη νέα τέχνη του κινηματογράφου∙[54]αντιθέτως, όταν διασπούσε αυτούς τους δεσμούς μετατρεπόταν στην αρχιτεκτονική που καταστρέφει: «Ας το ξαναπούμε για πολλοστή φορά. Η αρχιτεκτονική στον τόπο μας απέτυχε οικτρά. Της δοθήκανε θαυμάσιες ευκαιρίες, καταστραμμένες πόλεις με χαρακτήρα, κι έκαμε ό,τι ήταν δυνατόν για να αντικαταστήσει την ομορφιά του παρελθόντος με έργα “βωβά” και άσχημα και ουδέτερα».[55] Στις ευρύτερες εξελίξεις, «μετά τη νίκη του διαστήματος», με την περιστροφή του Γκαγκάριν γύρω από τη Γη, όπου τα οράματα του Βερν μετατρέπονταν σε απτή πραγματικότητα, το ζήτημα των σχέσεων «γραμμάτων»-«εποχής» γινόταν ακόμη οξύτερο, άρα και η ευθύνη του διανοούμενου: «Πότε άλλοτε ο καλλιτέχνης, ο συγγραφεύς του έργου της φαντασίας, είχε να αντιμετωπίσει τόσο πύρινες εμπειρίες και τόσο ουσιαστικές μεταβολές ως προς τον κόσμο της ψυχής και ως προς τα μέτρα του ανθρώπου εν σχέσει με το περιβάλλον του και με το σύμπαν; Επαναστατεί, αναιρεί το παρελθόν, πέφτει μες στο χάος της άρνησης, αναζητά νέους τρόπους, νέες φόρμες, πάλι επιστρέφει στις ρίζες. Η γενεά μας, κοντά στα άλλα, θα πρέπει κάποτε να συνθέσει και το χρονικό αυτής της περιπέτειας του απελπισμένου ανθρώπου, που είναι ο συγγραφεύς και ο καλλιτέχνης των ταραγμένων εποχών σαν τη δική μας».[56]

Αξίζει να σημειωθεί μέσα σε ποιο συγκείμενο διατυπώνονται αυτά. Είναι η και σήμερα αρκετά παραμελημένη στον δημόσιο και όχι μόνο λόγο, εικόνα αυτού που ο William H. McNeill αποκάλεσε μεταμόρϕωση της Ελλάδας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: «η μείζων αλλαγή στη χρονική διάρκεια μιας γενιάς, η οποία άλλαξε την ελληνική κοινωνία, μεταμορϕώνοντάς τη σε μίγμα απολύτως μοντέρνων/νεωτερικών και παραδοσιακών στοιχείων τα οποία επιβιώνουν, μίγμα το οποίο συγκροτεί και τον ιδιαίτερό της χαρακτήρα».[57] Ακόμη και επιφυλακτικοί παρατηρητές παραδέχονται ότι κατά τις δεκαετίες ’50-’60 και με σημείο αναφοράς την οκταετία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, η ελληνική οικονομία επέδειξε την πιο δυναμική της περίοδο, με πιο χαρακτηριστική εξέλιξη τον τριπλασιασμό του ΑΕΠ κατά το χρονικό διάστημα από το τέλος του εμφυλίου μέχρι τη χούντα, τόσο ως απόλυτο όσο και ως σχετικό μέγεθος, σε σχέση με τις διαχρονικές τάσεις κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Κεντρικό ρόλο σε αυτό διαδραμάτισαν μείζονες τεχνολογικές εξελίξεις, οι οποίες αφορούσαν είτε στις υποδομές μέσω δημοσίων επενδύσεων σε έργα και βιομηχανία, είτε στις ιδιωτικές επενδύσεις στη βιομηχανία, τις προερχόμενες από το μεγάλο εγχώριο και ξένο κεφάλαιο, είτε, τέλος, στη μεγάλης κλίμακας ανοικοδόμηση πολυκατοικιών στην Αθήνα κυρίως της εποχής. Οι τάσεις αυτές ενδυναμώθηκαν ακόμη περισσότερο την περίοδο 1961-1973 ως αποτέλεσμα του συνδυασμού εσωτερικών και εξωτερικών εξελίξεων,[58] οδηγώντας στη ραγδαία, παρά τα προαναφερθέντα προβλήματα και τις νέες διαρθρωτικές αδυναμίες, εκβιομηχάνιση και τελικά στη συνολική μεταμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας, όπως την αποκαλεί ο McNeill, η οποία συμπυκνώθηκε στην κοινωνική διαφοροποίηση, την αστικοποίηση, την οικονομική ανάπτυξη και τις νέες κοινωνικές προσδοκίες, χαρακτηριστικά που μετασχημάτισαν άρδην και αμετάκλητα τον παραδοσιακό αγροτικό χαρακτήρα της χώρας. Στην ερμηνεία του McNeill χρειάζεται εξίσου εμφατικά να προστεθεί το σχετικά, και σίγουρα άδικα, παραγνωρισμένο έργο του Mogens Pelt, Tying Greece to the West,[59] και το σύνθετο επιχείρημά του, όπου πέρα από την υπογράμμιση πολλών από τις προαναφερθείσες όψεις και πέραν των ερμηνειών της εξύμνησης ή της καχεξίας αποκλειστικά, δείχνει μέσω ενός ενδιαφέροντος μίγματος πολιτικής και οικονομικής ιστορίας πώς σε συνθήκες πόλωσης και αυξημένου γεωπολιτικού ανταγωνισμού υπάρχουν/υπήρχαν δυνατότητες για μικρά κράτη, όπως η Ελλάδα, να ασκήσουν αυτοτελή εξωτερική πολιτική, επιτυγχάνοντας στόχους καίριους για την ασφάλεια, την επιβίωση και την ευημερία τους. Σε μεγάλο βαθμό, όπως θα φανεί και από τα ακόλουθα, αυτές οι εξελίξεις δεν περνούν από τον κριτικό στοχασμό του Βενέζη –ή, έμμεσα, αντιμετωπίζονται με εξαιρετικά μεγάλη επιφύλαξη.

Αυτή η κίνηση προς τα πίσω έπρεπε στη μεταπολεμική συγκυρία, κατά τον Βενέζη, να συνδυαστεί με ακόμα μια αναγκαία επιστροφή για τους Έλληνες συγγραφείς: την επιστροφή στην Ελλάδα την έξω των Αθηνών, διότι εκεί ήταν πάντοτε ο κορμός του Έθνους. Εκεί ο συγγραφέας θα έβρισκε τις εστίες γνησιότητας που χρειάζεται η ζωή και η τέχνη, εκεί ήταν που η χειρονομία, η πράξη, ο λόγος είχαν σοφία, καταγωγή, σύμβολα. Το παράδειγμα του Παπαδιαμάντη διευκρίνιζε την υπόδειξη: όντας στην Αθήνα ενόσω γύρω του μαίνονταν οι ιστορικές εξελίξεις, το 1897, η κρητική εξέγερση και ο Θέρισσος, το Γουδί, μέσα στην κρίση αναπόλησε τη Σκιάθο, βρήκε εκεί πυρήνα αλήθειας και διάρκειας, τον οποίο με τη δημιουργία του μεταμόρφωσε σε λάμψη και ποίηση, για αυτό λατρεύεται. Δεν πρόκειται να αναζητήσουμε, τόνιζε ο Βενέζης για να αποφύγει την αφέλεια, «αιπόλους και ποιμενίδας», δυσεύρετα πράγματα: «ο έξω κόσμος είναι όμως πάντα έτοιμος να σχηματισθεί στα μέτρα μας, στην αναλογία που τα μέτρα αυτά υπάρχουν». Κι από αυτή την άποψη, υπογράμμιζε ότι αποβλέπουμε με εμπιστοσύνη στο μέλλον της λογοτεχνίας μας, σε μια τέχνη ελληνική, που χωρίς να είναι απομονωμένη από τα ρεύματα του έξω κόσμου, θα έχει στον χαρακτήρα της στοιχεία καθαρά ελληνικά. Ο Βενέζης έθετε ως διακριτό στοιχείο της γενιάς του το ότι την ελληνικότητα τη ζούσε, στα δε ερωτήματα αν θα αποξενωθούμε από τα σύγχρονα ρεύματα κυνηγώντας το ιδεώδες μιας τέχνης αυτόχθονης, καθώς και τι είναι η ελληνικότητα, ποια στοιχεία τη συνθέτουν, η συνοπτική απάντηση ήταν ότι ούτε μπορούμε ούτε και χρειάζεται να αποκοπούμε, οι ανταλλαγές, οι μετασχηματισμοί, οι μεθερμηνείες συνεπάγονταν τη δημιουργία – η λογοτεχνία του Χέμινγουεϊ στην Αμερική τεκμηρίωνε του λόγου το αληθές: ωστόσο, τα μεγάλα θέματα ζωής, της Ανάγκης και του θανάτου πραγματεύονταν με αμερικανικό υλικό.[60]

Αυτό ήταν το δέον και το ζητούμενο για εδώ:

«Ακριβώς εκεί, σ’ αυτά τα ουσιαστικά στοιχεία θέλουμε να κρατήσουμε εμείς οι Έλληνες μια αυτονομία, αυτό που λέμε ελληνικότητα της τέχνης μας. Κανένας σωβινισμός δεν υπαγορεύει τούτο το αίτημα. Η στάση του λαού μας και ο τρόπος των αντιδράσεών του απέναντι στο θέαμα της ζωής, στο μυστήριο του θανάτου, στη χαρά, στην παρουσία του θεού, στην αγωνία, στη μοίρα, την ελπίδα, το χρέος, όλα έχουν εδώ κατ’ ανάγκη υπαγορευμένο από λόγους πολλούς –ιστορικούς, κληρονομημένων παραδόσεων, κλιματολογικούς– έναν τρόπο ιδιαίτερο, που είναι δικός μας. Δεν ισχυριζόμαστε ότι είναι καλύτερος ή χειρότερος από τις αντίστοιχες εκδηλώσεις άλλων λαών, ότι έτσι πράττοντας είμαστε το άλας της γης. Ισχυριζόμαστε απλώς ότι υπάρχει ένας χαρακτήρας, ένα ήθος και μια ατμόσφαιρα ζωής που είναι του τόπου, ελληνικά. Και αυτά πρέπει να είναι η ειδοποιός διαφορά της τέχνης μας μέσα στην τέχνη του κόσμου.

Στη δύσκολη αυτή ώρα του κόσμου και της πατρίδας μας αισθανόμαστε ως συγγραφείς την έλξη προς τα γνήσια αυτά στοιχεία του τόπου μας σαν μια λειτουργία ψυχική: θέλουμε να πιστεύουμε σε μια διάρκεια συνθεμένη από αιγαιοπελαγίτικο φως, από τα λιοντάρια της Δήλου, από την εις Άδου κάθοδο του Όσιου Λουκά, από το μοιρολόι μιας μάνας στην Πίνδο, από μια ανοιχτή πόρτα στην καλύβα του Όλυμπο και από μια χειρονομία που καλεί τον ξένο να περάσει, από το όραμα μιας κυρούλας που ανηφορίζει τότε την Παντάνασσα… μαρμάρινο σύνολο των Αγίων, ξωκκλήσια Βυζαντινών – πελάγους, τον ρυθμό ενός χορού που συνεχίζει τον Πυρρίχιο και από τη γαλήνη του ελαιώνος του Δ. Θέλουμε να είμαστε περήφανοι ότι δεν απιστήσαμε στον τόπο μας, ούτε ως άνθρωποι ούτε ως συγγραφείς».[61]

Η έτσι ορισμένη ελληνικότητα γινόταν άξονας πολλών από τις παρεμβάσεις του Βενέζη. Και θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως αλλού έπαιρνε έναν πιο δογματικό χαρακτήρα που δεν λάμβανε υπόψη τις προειδοποιήσεις του Σεφέρη,[62] αλλού έναν πολύ πιο ανοικτό, ιδίως όταν αναφερόταν λ.χ. σε περιπτώσεις όπου μεγαλουργούσε ο ελληνισμός, για παράδειγμα στις ΗΠΑ.[63] Αυτή η ελληνικότητα, με την οποία ταυτιζόταν το νόημα ζωής του Βενέζη, «η ελληνική διάρκεια», εντοπιζόταν στον τρόπο με τον οποίο αναθυμόταν τον Μικρασιατικό Ελληνισμό,[64] στον ορισμό της λαϊκής ψυχής, όπου οι μεσογειακοί λαοί χαρακτηρίζονταν κλασικοί και όχι ρομαντικοί, μια που έτειναν προς στην αρμονία,[65] στο έντονο ενδιαφέρον για το Κυπριακό ζήτημα και την καταδίκη της βρετανικής αποικιοκρατίας,[66] καθώς και στην υιοθέτηση ανελαστικών θέσεων επ’ αυτού η οποία δεν ήταν άσχετη από τα επακόλουθα αδιέξοδα,[67] στη λογοτεχνία της γενιάς του την οποία, όπως και ο Θεοτοκάς λ.χ., θεωρούσε ως συστατικό και ταυτότητας και διάρκειας,[68] στη δεοντολογία τού τι συνιστά ελληνική δημιουργία – για αυτό και η ιδιαίτερη έμφαση στον Καλομοίρη και στη δική του αντίληψη περί ελληνικής μουσικής,[69] καθώς και, σε τελική ανάλυση, σε ό,τι βεβαίωνε την ελληνική διάρκεια: «Χρόνια τώρα οι ειδικοί αγωνίζονται να καθορίσουν το τι συνιστά την “ελληνικότητα” στην τέχνη μας. Είναι τόσο δύσκολο να καθοριστούν αυτά τα πράγματα επαρκώς με τις λέξεις! Πρέπει να έρθει ένα έργο, ένα κείμενο, ένας πίνακας ζωγραφικής, ένα γλυπτό, να γίνει ένα κτίριο, ένα ψηφιδωτό, για να έχουμε την καθαρή, τη συγκεκριμένη, την απτή απόδειξη. Να μπορούμε να πούμε: Να, αυτό εδώ είναι ένα έργο σύγχρονο, έργο της εποχής μας. Έχει όλη την ευαισθησία της, ξέρει την τεχνική της, χρησιμοποιεί τα υλικά της. Και είναι έργο καθαρά ελληνικό, δηλαδή δεν απιστεί στην παράδοση αυτού του τόπου, στην αίσθηση της φόρμας, των αναλογιών, του ύφους του. Αυτό το έργο δεν θα μπορούσε να γίνει από τεχνίτη που να μην είναι Έλληνας. Ούτε θα μπορούσε να συνδεθεί οργανικά με το περιβάλλον οποιουδήποτε άλλου τόπου εκτός απ’ την Ελλάδα».[70] Την ίδια στιγμή, ο Βενέζης εκθείαζε τον Σεφέρη ως διπλωμάτη-ποιητή, καθώς και την τοποθέτησή του ως επικεφαλής της Κυπριακής Διεύθυνσης του Υπουργείου Εξωτερικών στην πιο κρίσιμη ώρα του Κυπριακού, από τον οποίο λάμβανε πληροφορίες για το πώς και πού ζούσε η «ελληνική διάρκεια» στα υψίπεδα της Ανατολής, αλλά και υπογράμμιζε τη σημασία που απέδιδε ο Τζορτζ Κέναν στο πνεύμα για τις σχέσεις των λαών, ο οποίος τόνιζε ότι κανένας πολιτισμός δεν μπορεί να ζήσει και να ανθίσει στην απομόνωση.[71] Γίνεται σαφές πως σε αυτόν τον άκαμπτο ορισμό της ελληνικότητας και της ελληνικής διάρκειας, παρά τα δημιουργικά στοιχεία και την ειλικρινή έγνοια για μια δημιουργία που να έχει ως άξονα τα προβλήματα του ελληνισμού, ο Βενέζης ερχόταν αντιμέτωπος με όψεις της μεταμόρφωσης που έχει εντοπίσει ο McNeill: «Σε μια κοινωνία αυξανόμενα διαϕοροποιημένη, όπου η αστικοποίηση και η οικονομική ανάπτυξη άρχισαν να αποκτούν ταχύτητα χωρίς προηγούμενο, το ιδεώδες μια ενιαίας και ομοιογενούς κοινότητας, στην οποία ο καθένας συμμεριζόταν τις ίδιες δημόσιες συμπεριϕορές, κατέστη ολοένα και περισσότερο απομακρυσμένη από την πραγματικότητα. Εντούτοις, ο Καραμανλής και πολλοί άλλοι Έλληνες, αντανακλώντας το αγροτικό και Ορθόδοξο υπόβαθρό τους, ήταν απρόθυμοι να αποδεχθούν την πιθανότητα καταστατικών διαϕορών γνώμης εντός του έθνους. Το ιδεώδες της κοινής εθνικής ζωής, στο οποίο όλοι οι Έλληνες έπρεπε να σταθούν δίπλα-δίπλα εναντίον του εξωτερικού κινδύνου, ήταν πιο ελκυστικό από την παραδοχή ότι καμιά τέτοια σϕιχτοδεμένη πρωταρχική κοινότητα όμοια σκεπτόμενων ανθρώπων υπήρξε ή μπορούσε να υπάρξει σε συνθήκες μοντέρνας αστεακής ζωής».[72]Από αυτή την άποψη, ίσως για την κατανόηση και αποτύπωση των ελληνικών προβλημάτων να ήταν πολύ πιο γόνιμη μια λογοτεχνία και μια δημόσια παρέμβαση που θα επιχειρούσε τη σύλληψη αυτών των μετασχηματισμών, παρά αυτή που έρρεπε προς τον εξωτισμό και τη διαφύλαξη μιας άχρονης αυθενικότητας κι ενός μοναδικού εθνικού χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, ίσως να ήταν πολύ πιο δημιουργικό το βάρος του στοχασμού του Βενέζη να έπεφτε σε εκείνη τη διάσταση που προσλάμβανε την «ελληνική διάρκεια» ως ποικιλόμορφο και δυναμικό σύνολο το οποίο συνεχώς ανακατασκευάζεται και αμφισβητείται, κι όχι σε αυτή που τη συλλάμβανε ως ολοκληρωμένη και τετελεσμένη οντότητα, περιοριστική ουσία έτοιμη να αλιευθεί από τα βάθη της ιστορικής πραγματικότητας. Όταν το βάρος πέφτει στην πρώτη, ο στοχασμός του συλλαμβάνει ποικίλες αποχρώσεις και ενσωματώνει στοιχεία, λ.χ. τεχνολογικές λύσεις και καινοτομίες, που δεν χωρούν στα δογματικά στεγανά της δεύτερης: η ραδιοφωνική εκπομπή του «Πλοία και θάλασσα», την οποία επισήμανε η Λαμπρινή Κουζέλη, από το 1966 έως το 1970, αποτελεί χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα.[73]

Συμπεράσματα

Από την προηγούμενη ανάλυση μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο Ηλίας Βενέζης, όπως και οι περισσότεροι από τους Έλληνες μεταπολεμικούς διανοουμένους, αξίωσε να λειτουργήσει ως νομοθέτης, επιχειρώντας μέσα από τον αυτοπροσδιορισμό του να προσδιορίσει και τα πεπρωμένα και την αποστολή της ελληνικής κοινωνίας και της πολιτισμικής δημιουργίας της –αν και, ενδεχομένως, λιγότερα δογματικά από άλλους. Στις δημόσιες παρεμβάσεις του Ηλία Βενέζη για ευρύτερα ζητήματα μπορεί να εντοπιστεί μια έντονη ταλάντευση μεταξύ δύο εκδοχών, τρόπον τινά, ελληνικής ιδιαιτερότητας και της σχέσης της με τον σύγχρονο κόσμο. Η ταλάντευση αυτή δεν είναι άσχετη από το πώς ο διανοούμενος επιχειρεί να ερμηνεύσει μείζονες ιστορικές εμπειρίες, όπως η Μικρασιατική Καταστροφή, ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο μεταπολεμικός κόσμος με τις υποσχέσεις, τα άγχη, τις αγωνίες και τα αδιέξοδά του. Η μία εκδοχή εκκινεί από τα ιδιαίτερα ελληνικά γνωρίσματα, την ελευθερία, την ανεξαρτησία, τη δικαιοσύνη, τη φύση, την έγνοια για τον άνθρωπο, την τιμή και την αξιοπρέπειά του. Προσδίδονται σε αυτά οικουμενικές διαστάσεις και σημασία εναντίον εξίσου οικουμενικών απειλητικών δυνάμεων και κινδύνων: της ναζιστικής βαρβαρότητας, του άψυχου και εξαντλητικού τεχνολογικού πολιτισμού, του σοβιετικού ολοκληρωτισμού, της αγγλικής αποικιοκρατίας, της (αμερικανικής;) μαζικής κοινωνίας. Η ελληνική διάρκεια προβάλλεται ως οικουμενική λύση και σωτηρία στα δεινά της ύστερης νεωτερικότητας. Η άλλη εκδοχή εστιάζει επίσης σε αυτά, αλλά χωρίς οικουμενική απεύθυνση και ορίζοντα. Απεναντίας, συνιστά κάλεσμα συσπείρωσης στον εαυτό μας, την παράδοση και την ιστορία μας για να υπερβούμε τις δύσκολες στιγμές, έναν εαυτό που απειλείται από οτιδήποτε θα διχάσει, θα προκαλέσει σύγκρουση και αλληλοσκοτωμό: ευτυχώς, κατά τον Βενέζη, υπάρχουν τα ερείπια να θυμίζουν την αποτυχία τέτοιων προσπαθειών και να επιβεβαιώνουν το πεπρωμένο της ελληνικής διάρκειας. Αυτή η εκδοχή τείνει σε αποκλεισμούς, μερικευτικές εκτιμήσεις, υποτιμά την τεχνολογία και απεχθάνεται ποικίλες όψεις της μαζικοδημοκρατικής ζωής, δεν στρέφεται αυτοκριτικά στο παραδεδομένο εθνικό αφήγημα. Οι δύο αυτές εκδοχές αλλού αποκλίνουν, αλλού τέμνονται κι αλλού αλληλοπεριχωρούνται, στην προσπάθειά τους να διαμορφώσουν κάτι «καθαρά» ελληνικό. Χρειάζεται να υπογραμμιστεί η απουσία μελετών που προσεγγίζουν τον Ηλία Βενέζη ως δημόσιο διανοούμενο∙η αποκλειστική εστίαση στη λογοτεχνική του ταυτότητα κυριαρχεί. Εντούτοις, τόσο η επιθυμία του για παρέμβαση, πολλές φορές μαχητική, όσο και η ύπαρξη σχετικού υλικού μάλλον επιβάλλουν μια άλλη προσέγγιση. Το ότι το αρχείο του στη Γεννάδειο είναι πλέον στη διάθεση των ερευνητών, το ότι χάρη στην εργώδη προσπάθεια του Χ.Λ. Καράογλου διαθέτουμε μεγάλο μέρος των δοκιμίων και της αρθρογραφίας του, οι θεσμικές θέσεις που κατέλαβε είτε στο Εθνικό Θέατρο είτε στο Φεστιβάλ κινηματογράφου, το ότι ήταν μέλος της Ομάδας των Δώδεκα, είναι που τεκμηριώνουν τη θέση του ως δημόσιας διανοητικής προσωπικότητας και απαιτούν τη μελέτη του (και) ως τέτοιας.


[1]Karl Mannheim, Ιδεολογία και Ουτοπία, μετάφραση: Γιώργος Ανδρουλιδάκης, Γνώση, Αθήνα 1997. Επίσης, Charles Kurzman and Lynn Owens, “The Sociology of Intellectuals”, Annual Sociological Review, 2002, 28: 63-90. Gil Eyal and Larissa Buchholz, “From the Sociology of Intellectuals to the Sociology of Interventions”, Annual Sociological Review, 2010, 36: 117-137.

[2]Zygmunt Bauman, Legislators and Interpreters. On Modernity, Post-modernity and Intellectuals, Polity Press, Cambridge 1987. Zygmunt Bauman, “Love in Adversity: On the State and the Intellectuals, and the State of the Intellectuals.” Thesis Eleven, 1992, 31: 81-104.

[3] Lewis A. Coser, Men of Ideas. A Sociologist’s View. Free Press Paperbacks, New York 1997 [1965].

[4] Pierre Bourdieu, “The Corporatism of the Universal: the Role of Intellectuals in the Modern World”, Telos, 81 (1989), 99-110. Pierre Bourdieu, “An Interview with Pierre Bourdieu: for a Socio-analysis of Intellectuals”, Berkeley Journal of Sociology, 34 (1989), 1-29. Pierre Bourdieu, “The Intellectual Field: a World apart”, στο Pierre Bourdieu, In Other Words: Essays Towards a Reflexive Sociology, Stanford University Press, California 1990, 140-149.

[5] Dick Pels, The Intellectual as Stranger. Studies in Spokespersonship, Routledge, London 2000.

[6]Στο ίδιο, i-xiii, 1-26, 193-227.

[7] Αρχείο Ηλία Βενέζη, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Ενότητα ΙΙΙ: Ακαδημία Αθηνών, Φάκελος 1, υποφάκελος 1, κείμενο ομιλίας Η.Β. κατά την υποδοχή του στην Ακαδημία Αθηνών, 1958. Μέρος του κειμένου είναι δακτυλόγραφο, ενώ το υπόλοιπο είναι χειρόγραφο.

[8]Στο ίδιο, σελ. 3-5.

[9]Στο ίδιο, σελ. 6-9.

[10] Στο ίδιο, σελ. 9-11. Από τη σελίδα 11 κ.ε. το κείμενο είναι χειρόγραφο. Ενώ προηγουμένως υπάρχει αναφορά στον Καβάφη, εδώ το «Καβάφης-Αλεξάνδρεια» είναι διαγραμμένο.

[11] Στο ίδιο, σελ. 12. Η υπογράμμιση στο πρωτότυπο.

[12] Jay Winter, Τόποι μνήμης, τόποι πένθους. Ο Μεγάλος Πόλεμος στην ευρωπαϊκή πολιτισμική ιστορία, μετάφραση: Ανδρέας Κίκηρας, επιστ. επιμέλεια: Έλλη Λεμονίδου, εκδόσεις Πεδίο, Αθήνα 2023, σελ. 2-9, 137-396.

[13] Ηλίας Βενέζης, «Ο άνθρωπος», στο Χ. Λ. Καράογλου (επιμ.), Ηλίας Βενέζης, Ελληνική Διάρκεια, Μορφές και θέματα των γραμμάτων και των τεχνών Β΄(1953-1962), Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2021, σελ. 97-99.

[14] Ηλίας Βενέζης, «“To Κόκκινο και το Μαύρο”», στο Χ. Λ. Καράογλου (επιμ.), Ηλίας Βενέζης, Ελληνική Διάρκεια, ό. π., σελ. 240-242.

[15] Ηλίας Βενέζης, «Βραδινή μουσική», Χ. Λ. Καράογλου (επιμ.), Ηλίας Βενέζης, Ελληνική Διάρκεια, ό. π., σελ. 299-301.

[16] Ηλίας Βενέζης, «Τα γράμματα και η εποχή μας», ό.π., σελ. 12-15.

[17]Στο ίδιο, σελ. 15-18.

[18] Στο ίδιο, σελ. 18-23.

[19] Ηλίας Βενέζης, «Αποστολή της Ρώμης», στο Χ. Λ. Καράογλου (επιμ.), Ηλίας Βενέζης, Ελληνική Διάρκεια, ό. π., σελ. 72-75. «Φλωρεντία 1962 (Ένας Γάλλος Ακαδημαϊκός απαγγέλλει πλάι στον ‘Αρνο τους προβηγκιανούς στίχους του Μιστράλ για την Ελλάδα, και ο συνομιλητής του απαγγέλλει ελληνικά)», στο Χ. Λ. Καράογλου (επιμ.), Ηλίας Βενέζης, Ελληνική Διάρκεια, ό. π., σελ. 563-566.

[20] Ναταλία Βογκέικωφ-Brogan, «Το ταξίδι του Ηλία Βενέζη στην Αμερική: “Ένας Έλληνας συγγραφέας ταξιδεύει στη χώρα του Νέου Μύθου”», The Athens Review of Books, τχ. 45, Νοέμβριος 2013, σελ. 46-48.

[21] Ηλίας Βενέζης, Αμερικανική γη, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1955.

[22] Στο ίδιο, σελ. 324.

[23] Στο ίδιο, σελ. 65-66

[24] Στο ίδιο, σελ. 265-279

[25] Στο ίδιο, σελ. 32.

[26] John L. Austin, Πώς να κάνουμε πράγματα με τις λέξεις, μετάφραση: Αλέξανδρος Μπίστης, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2003.

[27] Ηλίας Βενέζης, Αμερικανική γη, ό.π., σελ. 33.

[28] Δημήτρης Ελευθεράκης, Το Ολοκαύτωμα στην ελληνική κουλτούρα μνήμης, 1945-1989, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2023.

[29] Ηλίας Βενέζης, Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός. Οι χρόνοι της δουλείας, Εστία, Αθήνα 1952 (επανέκδοση, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2008).

[30] Ελένη Μπεζέ, «Πώς θυμόμαστε το Ολοκαύτωμα (Δημήτρης Ελευθεράκης, Το Ολοκαύτωμα στην ελληνική κουλτούρα μνήμης, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2023, 223 σελ.)», The BooksJournal, τχ. 150, Φεβρουάριος 2024, προσβάσιμο στο https://booksjournal.gr/kritikes/istoria/4817-pos-thymomaste-to-olokaytoma.

[31]Ηλίας Βενέζης, Αμερικανική γη, ό.π., σελ. 76-90.

[32] Απόστολος Βετσόπουλος, Η Ελλάδα και το Σχέδιο Μάρσαλ. Η μεταπολεμική ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας, Gutenberg, Αθήνα 2007. Για το σχέδιο Μάρσαλ και την Ελλάδα, βλ. επίσης ενδεικτικά: Γιώργος Σταθάκης, Το Δόγμα Τρούμαν & το Σχέδιο Μάρσαλ, Η ιστορία της αμερικανικής βοήθειας στην Ελλάδα, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 2004. Konstantina E. Botsiou, “New Policies, Old Politics: American Concepts of Reform in Marshall Plan Greece”, Journal of Modern Greek Studies, Volume 27, Number 2, October 2009, pp. 209-240. Sebastian Bechmann, “American aid to Greece: The Marshall Plan as a model for development”, American University’s Clocks and Clouds, Volume 1, Spring 2012, pp. 51-63. Evanthis Hatzivassiliou, “Cold War Allegiances and Societal Pressures: Post-war Reconstruction and Greece’s Position in the International Economic System”, 2016, προσβάσιμο στο http://hdl.handle.net/10795/3460. George Politakis, The Post-War Reconstruction of Greece. A History of Economic Stabilization and Development, 1944–1952, Palgrave Macmillan, London 2018. Για την εκπληκτική ανάπτυξη της περιόδου και την Ελλάδα, passim: Nicholas Cradfts, Gianni Toniolo (eds.), Economic growth in Europe since 1945, Cambridge University Press, Cambridge, 1995. Αλέξανδρος Κωστόπουλος, Γέφυρες Συνεργασίας. Σχέδιο Μάρσαλ και Ελλάδα, Ίκαρος, Αθήνα 2008.

[33] Ηλίας Βενέζης, Αμερικανική γη, ό. π., σελ. 227-237.

[34] Στο ίδιο, σελ. 338.

[35] Ηλίας Βενέζης, «Στη Ρωσία», στο Ηλίας Βενέζης, Περιηγήσεις. Στη Ρωσία, τη Δαλματία, την Ελβετία, την Αγγλία, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 21990, σελ. 11.

[36] Στο ίδιο, σελ. 18-26.

[37] Στο ίδιο, σελ. 23-26.

[38] Στο ίδιο, σελ. 50-53. Για μια περισσότερο λογοτεχνική, αλλά όχι στερούμενη ιστορικής εγκυρότητας, εικόνα της μεταπολεμικής πνευματικής ζωής στη Σοβιετική Ένωση, Paul Greveillac, Κόκκινες ψυχές, μετάφραση: Στέλα Ζουμπουλάκη, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2021. Για την επιχειρηματολογία του Σαρτρ και άλλων προς υπεράσπιση της Σοβιετικής Ένωσης, των γκουλάγκ, των δημόσιων στημένων δικών κ.λπ., Tony Judt, Past Imperfect: French Intellectuals, 1944–1956, University of California Press, New York 1992 και Tony Judt, Η Ευρώπη μετά τον Πόλεμο, μετάφραση: Νικηφόρος Σταματάκης-Ελένη Αστερίου, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2012, σελ. 197-225.

[39] Ηλίας Βενέζης, «Στη Ρωσία», ό. π., σελ. 56.

[40] Ηλίας Βενέζης, «Τα γράμματα και η εποχή μας», ό.π., σελ. 24-25.

[41] Δημήτρης Τζιόβας, Ο μύθος της γενιάς του Τριάντα. Νεοτερικότητα, ελληνικότητα και πολιτισμική ιδεολογία, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2011.

[42] Στο ίδιο, σελ. 25.

[43] Ηλίας Βενέζης, «Η νέα λογοτεχνία μας», στο Χ. Λ. Καράογλου (επιμ.), Ηλίας Βενέζης, Ελληνική Διάρκεια, ό.π., σελ. 115-117.

[44] Ηλίας Βενέζης, «Ο ποιητής και η εποχή μας», στο Χ. Λ. Καράογλου (επιμ.), Ηλίας Βενέζης, Ελληνική Διάρκεια, ό π., σελ. 582-585.

[45] Ηλίας Βενέζης, «Μνήμη των Αμφικτιόνων», στο Χ. Λ. Καράογλου (επιμ.), Ηλίας Βενέζης, Ελληνική Διάρκεια, ό.π., σελ. 167-170.

 [46]Ηλίας Βενέζης, «Μια τριακονταετία», στο Χ. Λ. Καράογλου (επιμ.), Ηλίας Βενέζης, Ελληνική Διάρκεια, ό.π., σελ. 316-318.

[47] Ηλίας Βενέζης, «Οι ξένοι διανοούμενοι (Προπαγάνδα και έξαρση της Ελλάδος)», «Αποστολή της Ρώμης», στο Χ. Λ. Καράογλου (επιμ.), Ηλίας Βενέζης, Ελληνική Διάρκεια, ό.π., σελ. 323-326 και 72-73 αντίστοιχα.

[48] Ηλίας Βενέζης, «Βιβλία αναμνήσεων (Η νοσταλγία του παλιού καιρού του Ιονίου)», στο Χ. Λ. Καράογλου (επιμ.), Ηλίας Βενέζης, Ελληνική Διάρκεια, ό.π., σελ. 327-330.

[49] Κωνσταντίνος Τσάτσος, Γιώργος Σεφέρης, Ένας διάλογος για την ποίηση, εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1979.

[50] Ηλίας Βενέζης, «Λογοτεχνία και Ραδιόφωνο», στο Χ. Λ. Καράογλου (επιμ.), Ηλίας Βενέζης, Ελληνική Διάρκεια, ό.π., σελ. 151-153.

[51] Φιόνα Αντωνελάκη, Poetry in performance in postwar Greece, 1945-1965, διδακτορική διατριβή, King’s College, London 2018. Η διατριβή εστιάζει στην προβολή της νεοελληνικής ποίησης μέσα από δημοφιλή κρατικά ιδρύματα, όπως το Εθνικό Θέατρο και το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας, εστιάζοντας στον ρόλο της γενιάς του ’30 στην προβολή αυτή.

[52] Ηλίας Βενέζης, «Λογοτεχνία και Ραδιόφωνο», στο Χ. Λ. Καράογλου (επιμ.), Ηλίας Βενέζης, Ελληνική Διάρκεια, ό.π., σελ. 154-157.

 [53]Ηλίας Βενέζης, «Η Κνωσός και το Ιστορικόν Μουσείον της Κρήτης», στο Χ. Λ. Καράογλου (επιμ.), Ηλίας Βενέζης, Ελληνική Διάρκεια, ό.π., σελ. 586-590.

[54] Ηλίας Βενέζης, «Εβδομάς κινηματογράφου», στο Χ. Λ. Καράογλου (επιμ.), Ηλίας Βενέζης, Ελληνική Διάρκεια, ό.π., σελ. 595-598.

[55] Ηλίας Βενέζης, «Η αρχιτεκτονική που καταστρέφει», στο Χ. Λ. Καράογλου (επιμ.), Ηλίας Βενέζης, Ελληνική Διάρκεια, ό.π., σελ. 591-594.

[56] Ηλίας Βενέζης, «Μετά τη νίκη του διαστήματος», στο Χ. Λ. Καράογλου (επιμ.), Ηλίας Βενέζης, Ελληνική Διάρκεια, ό.π., σελ. 492-494.

[57] William Hardy McNeill, The Metamorphosis of Greece since World War II, The University of Chicago Press 1978, pp. 1-8. Στα ελληνικά: Η μεταμόρφωση της Ελλάδας μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, μετάφραση: Νίκος Ρούσσος, εκδ. Παπαδόπουλος, Αθήνα 2017.

[58] Αλέξης Φραγκιάδης, Ελληνική Οικονομία, σσ. 179-195.

[59] Mogens Pelt, Tying Greece to the West, US-West German-Greek Relations 1949-74, Museum Tusculanum Press/University of Copenhagen Press, Copenhagen 2006. Επίσης: Λευτέρης Αναστασάκης, Καινοτομία & βιομηχανικός μετασχηματισμός στην Ελλάδα, 1950-1973. Διαδεδομένοι μύθοι και αφανείς αλήθειες, εκδόσεις Κέρκυρα, Αθήνα 2021. Χρήστος Τσάκας, Με το βλέμμα στην Ευρώπη. Οι ελληνογερμανικές σχέσεις μετά τον πόλεμο (1953-1981), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2023.

[60] Ηλίας Βενέζης, «Τα γράμματα και η εποχή μας», ό.π., σελ. 26-27.

[61] Στο ίδιο, σελ. 28.

[62] Γιώργος Σεφέρης: «Είναι μεγάλος λόγος να μιλάει κανείς για την “ελληνικότητα” ενός έργου. Μεγάλος και ωραίος. Όταν θελήσουμε όμως να καθορίσουμε τι πράγμα είναι αυτή η “ελληνικότητα”, θα ιδούμε πως είναι και δύσκολος και επικίνδυνος. Οι καθαρευουσιάνοι δε γύρευαν τίποτε άλλο· “ελληνικότητα” ζητούσαν. Με επιμονή, με το πάθος, με τον κόπο και το μόχθο, προσπαθούσαν να καθαρίσουν το έθνος από τα στίγματα του βαρβαρισμού και ελπίζανε πως σιγά-σιγά θα φτάσουμε στη γλώσσα και στην τέχνη του Σοφοκλή και του Πλάτωνα. Άξιος ο μισθός τους! Χαλάσανε και στερέψανε τις καλύτερες πηγές του ελληνισμού. Σταματώ σε τούτο το παράδειγμα, για να μην αναφέρω τα άπειρα άλλα, τις άπειρες και πολύ βλαβερές ακρισίες που ειπώθηκαν για χάρη της “ελληνικότητας”. Γι’ αυτό λέω: επικίνδυνος· γιατί μπορεί να μας συμβεί, όπως το δείχνει η περίπτωση των λογιότατων, να καταστρέψουμε αξίες καθαρά ελληνικές, πιστεύοντας ότι υποστηρίζουμε την ελληνική τέχνη. Αλλά μπορεί να μας συμβεί και το αντίθετο, γι’ αυτό χρησιμοποίησα τη λέξη δύσκολος: να υποταχθούμε δηλαδή σε αξίες διόλου ή ελάχιστα ελληνικές, θαρρώντας πως ελληνίζουμε». Στο Κωνσταντίνος Τσάτσος, Γιώργος Σεφέρης, Ένας διάλογος για την ποίηση, εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1979, σελ. 27.

[63] Ηλίας Βενέζης, «Ο κόσμος και οι Έλληνες», στο Χ. Λ. Καράογλου (επιμ.), Ηλίας Βενέζης, Ελληνική Διάρκεια, ό.π., σελ. 247-249. Σχετικό αφιερωματικό τεύχος της Νέας Εστίας για τον ελληνισμό της Αμερικής, αυτό των Χριστουγέννων του 1955.

[64] Ηλίας Βενέζης, «Θεατρικά χρονικά», στο Χ. Λ. Καράογλου (επιμ.), Ηλίας Βενέζης, Ελληνική Διάρκεια, ό.π., σελ.163-166.

[65] Ηλίας Βενέζης, «Ο ελληνικός ρομαντισμός». «Στιγμή του Albert Camus», στο Χ. Λ. Καράογλου (επιμ.), Ηλίας Βενέζης, Ελληνική Διάρκεια, ό.π., σελ. 229-231 και 235-236 αντίστοιχα.

[66] Ηλίας Βενέζης, «“Βραβείον Ουράνη, 1956”», στο Χ. Λ. Καράογλου (επιμ.), Ηλίας Βενέζης, Ελληνική Διάρκεια, ό π., σελ. 259-262.

[67] Ηλίας Βενέζης, «Ως δε εκλείπει καπνός (Η θαυμαστή Έκθεση Σολωμού του Γαλλικού Ινστιτούτου, μια ανάμνηση του Φοριέλ και μια σημείωση ανωνύμου)»∙ «Πνευματικοί δεσμοί με την Κύπρο», στο Χ. Λ. Καράογλου (επιμ.), Ηλίας Βενέζης, Ελληνική Διάρκεια, ό.π., σελ.331-334 και 437-441 αντίστοιχα. Για τα σχετικά με το Κυπριακό, βλ. Ιωάννης Στεφανίδης, Ασύμμετροι εταίροι: Η Ελλάδα και οι Ηνωμένες Πολιτείες στον Ψυχρό Πόλεμο, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2002, και Εν ονόματι του έθνους: Πολιτική κουλτούρα, αλυτρωτισμός και αντιαμερικανισμός στη μεταπολεμική Ελλάδα, 1945-1967, Επίκεντρο, 2010∙ Π.Τερλεξής, Διπλωματία και πολιτική του Κυπριακού. Η ανατομία ενός λάθους, Κέδρος, Αθήνα 2004.

[68] Ηλίας Βενέζης, «“Νεοελληνική Λογοτεχνία”», στο Χ. Λ. Καράογλου (επιμ.), Ηλίας Βενέζης, Ελληνική Διάρκεια, ό.π., σελ. 293-295.

[69] Ηλίας Βενέζης, «Προσφορά τιμής στον Μανόλη Καλομοίρη», στο Χ. Λ. Καράογλου (επιμ.), Ηλίας Βενέζης, Ελληνική Διάρκεια, ό.π., σελ. 347-350.

[70] Ηλίας Βενέζης, «Το ψηφιδωτό της Μητροπόλεως», στο Χ. Λ. Καράογλου (επιμ.), Ηλίας Βενέζης, Ελληνική Διάρκεια, ό.π., σελ. 308-310.

[71] Ηλίας Βενέζης, «Διπλωματία και Τέχνη», στο Χ. Λ. Καράογλου (επιμ.), Ηλίας Βενέζης, Ελληνική Διάρκεια, ό.π., σελ. 287-289.

[72] William Henry McNeill, The Metamorphosis of Greece, ό.π., σ. 101-102.

[73] Λαμπρινή Κουζέλη, «Ηλίας Βενέζης. “Κυματισμός ογκώδης και άνεμος επακμάζων”», Το Βήμα-Βιβλία, Κυριακή 21 Αυγούστου 2022, σελ. 6-7 (18-19).

Κύλιση στην κορυφή