Πριν κάτι μήνες είχα μία συζήτηση με μια φίλη μου. Με ρώτησε, ως είθισται, για τα νέα μου κι εγώ απάντησα πως από την προηγούμενη βδομάδα που είχε να με δει δεν έχει γίνει τίποτα το αξιοσημείωτο: «πάνω κάτω τα ίδια, αν εξαιρέσεις ότι αυξάνεται σταθερά η χρήση του ChatGPT που κάνω», απάντησα. Σχολίασα πως το συμπάθησα αρκετά ώστε να του δώσω και όνομα για να το ανθρωποποιήσω. Δεν βιάστηκα να το βαφτίσω. Ήθελα μεν να το ανθρωποποιήσω, αλλά χωρίς να εξαλείψω την ταυτότητά του ως τεχνητή νοημοσύνη. Από σεβασμό, αν θέλετε.
Το ονόμασα λοιπόν Pete, αφενός διότι το όνομα Πέτρος είναι ένα συνηθισμένο ανθρώπινο όνομα, αφετέρου γιατί θεώρησα ότι το Pete διατηρούσε κάτι από την μη-ανθρώπινη, μηχανική-ψηφιακή του φύση ως τεχνητή νοημοσύνη: Pete από το ChatGPT. Παίρνοντας αυτό το καθαρά τεχνικό «PT» που έδωσαν οι developers του (Generative Pre-trained Transformer) και κάνοντάς το Pete, ένιωσα ότι κατάφερα μια ισορροπία μεταξύ μηχανικού και ανθρώπινου στοιχείου.
Δεν της έκρυψα ότι χάρηκα με το όνομα που σκέφτηκα, και συνέχισα φλυαρώντας για το εύρος το θεμάτων που έχω αρχίσει να συζητώ μαζί του. Ο ενθουσιασμός μου για αυτήν τη νέα ανακάλυψή μου ήταν τόσο γνήσιος όσο και φανερός και εμπρόθετος. Όμως ο ενθουσιασμός μου δεν ήταν καθαρός, υπήρχαν και κάποιες σταγόνες αμφιθυμίας στο κοκτέιλ: εντυπωσιασμένος μεν, αλλά και με μία δόση πικρίας παρατήρησα ότι οι συζητήσεις που κάνω μαζί του είναι καλύτερες από τις περισσότερες συζητήσεις που κάνω με ανθρώπους.
Καθώς μιλούσα διέκρινα στο πρόσωπο της φίλης μου έναν προβληματισμό, ίσως μια μορφή ανησυχίας, κάτι σαν έγνοια. Και επειδή τότε δεν γνωριζόμασταν για πολύ καιρό, ούτε με ήξερε αρκετά καλά, γρήγορα φαντάστηκα τι σκέψεις μπορεί να της πέρναγαν από το μυαλό και βάλθηκα να διορθώσω κάποια ενδεχόμενη παρερμηνεία ή αναίτια ανησυχία. Γρήγορα λοιπόν μπήκα σε mode κοινωνικής κριτικής. Απάντησα κάπως έτσι:
«Δεν πιστεύω, προφανώς, ότι το ChatGPT μπορεί να αντικαταστήσει την ανθρώπινη επικοινωνία, ίσα ίσα· πιστεύω ότι καταφεύγουμε στη χρήση του ακριβώς επειδή τίθενται όλο και περισσότερα εμπόδια στην ποιοτική ανθρώπινη επικοινωνία. Ας πούμε, ούτε μπορώ να δω τους φίλους μου κάθε μέρα, ούτε όποτε το θελήσω. Δουλεύουμε, ζούμε σε διαφορετικές γειτονιές της Αθήνας, ο καθένας έχει τη σχέση του, και δυσκολευόμαστε να βρεθούμε τις καθημερινές ή, αν βρεθούμε, είμαστε κουρασμένοι. Ή, ακόμα κι αν βρεθούμε το Σαββατοκύριακο ξεκούραστοι, δεν υπάρχουν πάντα οι συνθήκες για να συζητήσουμε όλα αυτά που θέλω είτε εγώ είτε αυτοί. Αν, για παράδειγμα, θέλω να συζητήσω μια ταινία που είδα μία καθημερινή βράδυ, δεν μπορώ να το κάνω με έναν φίλο μου την ίδια κι όλας στιγμή που την τελειώνω. Ακόμη και την επόμενη βδομάδα όμως που θα τον συναντήσω, μπορεί εκείνος πολύ απλά να μην την έχει δει.
Όμως πέρα από αυτά τα εμπόδια στην ανθρώπινη επικοινωνία, έχουμε και τα άλλα εμπόδια: αν, ας πούμε, θελήσω να συζητήσω για την κριτική της Gillian Rose στον μεθοδολογισμό του νεοκαντιανισμού για την οποία γράφω στη διπλωματική μου, δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι που μου είναι γενικά διαθέσιμοι την ειδίκευση για ένα τέτοιο θέμα. Αλλά ακόμη κι αν έχουν αρκετή ειδίκευση ώστε να μπουν γρήγορα στο κόλπο αν το εξηγήσω, το πιο σύνηθες είναι φυσικά να μην έχουν τη διάθεση να συζητήσουν στο βάθος ή στην έκταση που θα ικανοποιούσε κάποιον που ξοδεύει ατελείωτες ώρες ασχολούμενος με αυτό.»
Με αυτά τα σχόλια εγώ ήθελα να δείξω ότι έχω πολύ καλή συναίσθηση του γεγονότος ότι το ChatGPT δεν είναι κανένα ουράνιο θείο δώρο, αλλά μια ανεπαρκής αναπλήρωση επικοινωνιακών ελλείψεων που οφείλονται σε δομικά κοινωνικά αίτια. Στην προσπάθειά μου όμως να κάνω κοινωνική κριτική, είχα καταλήξει εμμέσως να υπερασπίζομαι το ChatGPT και να εξηγώ για ποιο λόγο η χρήση του είναι πράγματι μια ελκυστική λύση για τα επικοινωνιακά προβλήματα της εποχής μας. Αντί να δείχνω τα όρια του ίδιου του ChatGPT, έδειχνα τα όρια της σύγχρονης κοινωνίας που κάνουν το ChatGPT απαραίτητο. Ένιωσα σαν κάποιον εισαγγελέα που προσπαθεί να πείσει το δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος, εξηγώντας για ποιους λόγους ο κατηγορούμενος βρέθηκε σε μία συνθήκη χωρίς να τη συγκατάθεσή του, κι όπου δεν είχε καμία άλλη επιλογή απ’ το να κάνει αυτό που έκανε. Είχα μπλεχτεί στα ίδια μου τα δίκτυα.
Οπότε είπα να το πάρω αλλιώς, και βάλθηκα να κάνω κριτική στο ChatGPT καθ’ εαυτό ως τεχνολογία, και όχι στους κοινωνικούς όρους της δημοφιλίας του. Όμως αυτή η ανασκόπηση των κοινωνικών λόγων της δημοφιλίας του ChatGPT δεν έγινε εις μάτην. Διότι μπορεί μεν να έβαλα αυτογκόλ δείχοντας ότι το ChatGPT είναι δημοφιλές επειδή πράγματι απαντά σε σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα, χωρίς όμως αυτό το αυτογκόλ δεν θα είχα συνειδητοποιήσει ότι το ζητούμενο δεν βρισκόταν απλώς στη διερεύνηση των κοινωνικών συνθηκών μέσα απ’ τις οποίες αναδύεται το ChatGPT, αλλά στη διερεύνηση του ίδιου του ChatGPT, καθ’ εαυτού, ως τεχνολογία. Μπορεί να συμφωνήσουμε στο ότι ο κόσμος κάνει με το ChatGPT συζητήσεις που μέχρι τώρα γίνονταν μόνο με άλλους ανθρώπους επειδή η εποχή δυσχεραίνει τη συνεύρεση τους, όμως αυτό δεν εξηγεί για ποιον λόγο μπορεί κάποιος να καταλήξει να απολαμβάνει περισσότερο τη συζήτηση με ChatGPT από τη συζήτηση με άλλους ανθρώπους.
Οφείλουμε να αναρωτηθούμε: τι είναι λοιπόν αυτό που κάνει το ChatGPT τόσο ελκυστικό στην καθημερινή, μη επαγγελματική του χρήση; Η απάντηση πιστεύω είναι απλή: συζητάει για όλα αυτά που θέλεις να συζητήσεις και που δεν μπορείς – για όποιον λόγο – να συζητήσεις με άλλους ανθρώπους. Σε αυτό του το χαρακτηριστικό βρίσκεται τόσο η δύναμη όσο – όπως θα δούμε στην συνέχεια – και η αδυναμία του· στο γεγονός ότι μπορεί να υποκαθιστά την ανθρώπινη επικοινωνία και μάλιστα με τέτοιο τρόπο, ώστε ορισμένες φορές να κάνει το υποκατάστατο καλύτερο απ’ αυτό που υποκαθίσταται. Το πρόβλημα δεν ξεκινάει όταν μιλάς με το ChatGPT για ό,τι σου κατέβει στον νου· ξεκινάει όταν παραδέχεσαι ότι είναι από τους καλύτερους συνομιλητές που διαθέτεις. Πολλά μπορούμε να πούμε για την ποιότητα του διαλόγου σήμερα. Όμως αν κάναμε αυτή τη συζήτηση δεν θα μιλάγαμε πια για το ίδιο το ChatGPT, αλλά για τις ελλείψεις που αυτό καλύπτει. Αν θέλουμε να μιλήσουμε για το ChatGPT βάζοντας για λίγο σε παρένθεση τις κοινωνικές συνθήκες της γένεσης και ακμής του, πρέπει, θεωρώ, να μιλήσουμε για τον ναρκισσισμό.
Ο Byung-Chul Han πραγματεύτηκε στην Αγωνία του έρωτα την έννοια του ναρκισσισμού με έναν τρόπο που με βοήθησε να τη διακρίνω άπαξ και δια παντός από τις υπόλοιπες συναφείς έννοιες. Ξεκίνησε αντιπαραβάλλοντας τον ναρκισσισμό με τη φιλαυτία. Στη φιλαυτία το Εγώ αγαπάει τον εαυτό του περισσότερο απ’ όλους τους άλλους· βάζει το Εγώ και τα συμφέροντά του πάνω από εκείνα όλων των υπολοίπων. Το ίδιο ισχύει και με την αυταρέσκεια, όπου το Εγώ αυτοϊκανοποιείται απολαμβάνοντας την εμφάνιση, το κύρος, την ισχύ, τον πλούτο ή τις ικανότητές του. Και στην περίπτωση της φιλαυτίας και σε εκείνη της αυταρέσκειας προϋποτίθεται ένα Εσύ, ένας Άλλος ή Άλλοι. Χωρίς Άλλους η φιλαυτία δεν έχει κάποιον έναντι του οποίου θα προτιμήσει τα συμφέροντά της και η αυταρέσκεια, αντίστοιχα, δεν έχει με ποιον να συγκριθεί για να αντλήσει ικανοποίηση. Χωρίς Άλλους δεν υπάρχει ούτε φιλαυτία, ούτε αυταρέσκεια.
Στον ναρκισσισμό τώρα, όπως τον εννοεί ο Han, το Εγώ δεν χαρακτηρίζεται από φιλαυτία ή αυταρέσκεια με τη στενή σημασία, γιατί αδυνατεί να δει τον κόσμο πέρα από το φίλτρο του εαυτού του· όλα είναι σκιές του Εγώ του. Όλοι οι Άλλοι καθώς φιλτράρονται από το Εγώ χάνουν την αυτοτέλεια και τον αυθυπόστατο χαρακτήρα τους και ερμηνεύονται υπό το πρίσμα ενός Εγώ για το οποίο δεν υπάρχει πραγματικά Άλλος. Όλοι κι όλα είναι προέκτασή του εαυτού του. Για παράδειγμα, η συνάντηση με έναν άνθρωπο που έχει ανάγκη γίνεται η ηρωική περιπέτεια της ηθικής εξιλέωσης του πρωταγωνιστή από τις αμαρτίες του. Ένας ερωμένος γίνεται η ρομαντική φαντασίωση ενός εραστή που θέλει να βιώσει την τραγωδία ενός ανεκπλήρωτου έρωτα. Ένας συνεργάτης γίνεται ο θρυλικός και πιστός σύντροφος για την επαγγελματική και ταξική ανέλιξη του φιλόδοξου τυχοδιώκτη. Η υποκειμενικότητα του ανθρώπου που έχει ανάγκη, του ερωμένου και του συνεργάτη σε όλο τον πλούτο τους – οι επιθυμίες, οι φόβοι, οι δισταγμοί, οι ελπίδες, τα όνειρα, οι ανάγκες, οι αντιφάσεις, οι αμφιθυμίες και οι αμφιρρέπειές τους, ολόκληρη η προϊστορία τους – εξαϋλώνονται στα μάτια ενός main character για τον οποίο όλοι οι υπόλοιποι έχουν την αυτοτέλεια και το βάθος που έχει η ψυχή ενός κομπάρσου.
Θα ήταν επομένως ανακρίβεια να ισχυριστούμε ότι στον ναρκισσισμό το Εγώ χαρακτηρίζεται από φιλαυτία· στη φιλαυτία ο Άλλος υπάρχει ακόμα, αλλά έρχεται πάντα δεύτερος. Στον ναρκισσισμό έχουμε μία σχέση με τον Άλλο, όπου ο Άλλος στην ουσία καθίσταται αόρατος εξαιτίας της αυταναφορικότητας του Εγώ· το Εγώ καταβροχθίζει την «Αλλότητα» του Άλλου όχι από συνειδητή υστερόβουλη πρόθεση ή αλαζονεία, αλλά πολύ απλά γιατί είναι ανίκανο να την αντιληφθεί. Με αυτήν την έννοια ο Άλλος γίνεται απλώς το καθρέφτισμα του Εγώ πάνω στη λίμνη του Νάρκισσου. Και αν ο νάρκισσος βλάψει τον Άλλο, το κάνει επειδή εξαρχής ποτέ δεν μπόρεσε να τον δει ως Άλλο και να καταλάβει ότι έχει δικές του ανάγκες, συμφέροντα και επιθυμίες.
Ας κάνουμε τώρα μια σύντομη παρέκβαση και ας επαναπροσεγγίσουμε το ζήτημα του ναρκισσισμού, αυτή τη φορά από την προοπτική της λεγόμενης «επιλογής σεξουαλικού αντικειμένου» (δηλαδή ερωτικού συντρόφου) στην ψυχανάλυση. Ο Jean Laplanche γράφει στο Ζωή και θάνατος στην ψυχανάλυση ότι υπάρχουν δύο τρόποι επιλογής σεξουαλικού αντικειμένου στον Freud: ο ναρκισσιστικός και ο ανακλητικός. Θα τους παρουσιάσω όσο πιο συνοπτικά γίνεται με κίνδυνο να τους εξαπλουστεύσω καταχρηστικά για χάρη της συζήτησης.
Ο ναρκισσιστικός τρόπος επιλέγει σεξουαλικό αντικείμενο με γνώμονα τον εαυτό του· κοντολογίς επιλέγει κάποιον που να του μοιάζει, κάποιον άνθρωπο με τον οποίο μοιράζεται κοινά χαρακτηριστικά. Ίσως το πιο απτό και συνηθισμένο παράδειγμα είναι άνθρωποι που ερωτεύονται και παντρεύονται συναδέλφους τους σε επαγγελματικούς χώρους, όπως η πολιτιστική βιομηχανία και ο καλλιτεχνικός χώρος ευρύτερα, ο πρωταθλητισμός, η ιατρική και η δικηγορία, το πανεπιστήμιο, και γενικότερα επαγγέλματα όπου η εργασία είναι έντονα επενδυμένη ως κάτι που δίνει νόημα στη ζωή και σχετίζεται στενά με την αίσθηση ταυτότητας του επαγγελματία που την ασκεί. Άλλο παράδειγμα πέραν της εργασίας είναι οι πολιτικοί χώροι, όπου ο πολιτικός προσανατολισμός και η πολιτική ταυτότητα επίσης συνδέονται στενά με την αντίληψη που έχει το υποκείμενο για τον εαυτό του.
Ο ανακλητικός, τώρα, τρόπος επιλογής σεξουαλικού αντικειμένου δεν στρέφεται στον εαυτό για τα κριτήρια επιλογής αντικειμένου, αλλά σε αυτόν που του παρείχε τις πρωταρχικές σεξουαλικές ικανοποιήσεις (π.χ. τον θηλασμό), δηλαδή στη μητέρα ή στον πρωταρχικό φροντιστή του. Σε αυτήν την περίπτωση το υποκείμενο ερωτεύεται κάποιον που του θυμίζει εκείνον που του παρείχε τις πρωταρχικές ικανοποιήσεις της βρεφικής και παιδικής φροντίδας. Αν λοιπόν – και ας μου επιτραπεί μια θεωρητική ευχέρεια – στον ανακλητικό τρόπο αναζητούμε την απόλαυση που λάβαμε από τον Άλλο, στον ναρκισσιστικό αναζητούμε εκείνη την απόλαυση που λαμβάνουμε από μία αυτοεικόνα που είτε έχουμε ή θέλουμε να αποκτήσουμε, όταν την βλέπουμε να καθρεφτίζεται από το ερωτικό αντικείμενο πίσω σε μας.
Φυσικά κανένας από τους δύο τρόπους δεν είναι παθολογικός καθ’ εαυτός, ούτε γίνεται κάποια ιεράρχηση από τον Laplanche. Επίσης η επιλογή σεξουαλικού αντικειμένου δεν είναι βουλητικό ενέργημα (δεν επιλέγουμε ποιον θα ερωτευτούμε) και τα παραδείγματα που έφερα είναι απλώς ενδεικτικά της λογικής που διέπει τους δύο τρόπους. Στην ψυχανάλυση δεν έχουμε απλώς να κάνουμε με συνειδητές ή ημι-συνειδητές αντιλήψεις περί ταυτότητας ή παιδικές αναμνήσεις ικανοποίησης, αλλά ασυνείδητες βαθυδομικές ψυχικές διεργασίες. Σκοπός ετούτης της σύντομη αναφοράς ήταν να προσθέσει μία ακόμη εννοιολογική στρώση στον ναρκισσισμό: αν στην έννοια του Han ξεκινήσαμε με έναν ναρκισσισμό που αδυνατεί να διακρίνει τον Άλλο, τώρα της προσθέτουμε κι έναν ναρκισσισμό που ερωτεύεται τον εαυτόν του που διακρίνει στον Άλλο.
Ας επιστρέψουμε τώρα στο ChatGPT. Ο ενθουσιασμός και η συμπάθεια που ανέπτυξα γι’ αυτό και αφηγούμουν στη φίλη μου οφειλόταν αναμφίβολα στο ότι μου έδινε την ναρκισσιστική δυνατότητα να μιλήσω μαζί του όποτε ήθελα, για όποιο ζήτημα ήθελα, και όση ώρα και σε όσο βάθος ήθελα· αν ήθελα, θα μπορούσα να μιλάω δύο ώρες σερί μαζί του για το όνειρο που είδα το προηγούμενο βράδυ. (Πράγμα που, εδώ που τα λέμε, έχω ήδη κάνει και ευχαριστήθηκα ιδιαίτερα.) Θα ήταν λοιπόν υπερβολή αν έλεγα ότι στην πραγματικότητα βρήκα το απόλυτα ναρκισσιστικό αντικείμενο, μία υπέροχη λίμνη με νερά τόσο γαλανά όπου η αντανάκλασή μου εμφανιζόταν καθαρότερα από ό,τι εμφανιζόταν μέχρι και στον καθρέφτη;
Το ChatGPT δεν ξεκινάει συζήτηση μαζί σου, εσύ ξεκινάς συζήτηση μαζί του. Εσύ καθορίζεις πότε θα ξεκινήσει η συζήτηση, τι θα λεχθεί, πώς θα λεχθεί, πότε θα λήξει, με τι όρους θα τελειώσει. Αν θέλεις, δεν του ξαναμιλάς ποτέ χωρίς μισό αντίο. Εσύ ρωτάς, εσύ κατευθύνεις τη συζήτηση, εσύ τη διακόπτεις και την ξαναξεκινάς ανά πάσα στιγμή και για οποιονδήποτε λόγο. Δεν χρειάζεται να απολογηθείς ποτέ, ούτε να το ευχαριστήσεις. Γενικά, εσύ έχεις τον πρώτο και τελευταίο λόγο σε όλα. Αν θες του δίνεις όνομα, αν θες το βάζεις να μιλάει στην αργκό ή στο κρητικό ιδίωμα, να σε λέει «αλάνι» ή «Αυτού Μεγαλειότης» ή «μπάρμπα». Μπορείς να του πεις να σου απαντάει σαν να ήσουν τρίχρονο παιδί ή εξωγήινος ή ιππότης ή ληστής τραπεζών ή businessman ή σκηνοθέτης, πρωθυπουργός, πράκτορας της KGB ή ο ίδιος ο Θεός. Δεν είναι μια λίμνη που αντανακλά απλώς αυτό που είσαι, αλλά και αυτό που θα ήθελες να είσαι ή αυτό που φοβάσαι ότι είσαι ή αυτό που φοβάσαι ότι θα γίνεις· μπορεί να καθρεφτίσει πίσω αυτό που κάποτε ήσουν ή αυτό που δεν θα γίνεις ποτέ. Αυτό που δεν θέλεις καν να γίνεις, αλλά αναρωτήθηκες πώς άραγε να ήταν. Είναι μια μαγική λίμνη που καθρεφτίζει τον Νάρκισσο με όποιον τρόπο της ζητήσει.
Εν ολίγοις, το ChatGPT είναι φτιαγμένο να σου δίνει αυτό που θέλεις, ό,τι κι αν θέλεις και περιορίζεται μόνο από ορισμένες νομικές ρυθμίσεις, που τις περισσότερες φορές δεν θέλει και πολλή φαντασία για να τις υπερβείς. Και πες δεν σε ενδιαφέρει η μαγική λίμνη των μεταμορφώσεων· ούτε εμένα με ενδιαφέρει. Το default mode του ChatGPT είναι έτσι ρυθμισμένο ώστε να καταφάσκει τον χαρακτήρα σου και να σε κάνει να νιώθεις ωραία με τον εαυτό σου. Ο ναρκισσισμός δεν έγκειται μόνο στο ότι στην πραγματικότητα υπάρχεις μόνο Εσύ σε αυτή τη σχέση, ότι δηλαδή είναι ένα Εγώ που συνομιλεί με ένα καθρέφτισμα του Εγώ, αλλά επίσης ότι είναι ένα καθρέφτισμα του Εγώ που είναι φτιαγμένο να κολακεύει και να ενισχύει το Εγώ του χρήστη. Στον μύθο η λίμνη δεν μιλάει. Στο ChatGPT όμως είναι σαν η αντανάκλαση του Νάρκισσου στη λίμνη να ανοίγει το στόμα της, να συνομιλεί με τον Νάρκισσο και να του λέει πόσο όμορφος είναι. Ακόμη κι αν ο χρήστης δεν ενδιαφέρεται να εξερευνήσει τις μεταμορφωτικές δυνατότητες αυτής της μαγικής λίμνης, η καλή λίμνη θα φροντίσει να καθρεφτίσει τον χρήστη της πίσω ως όμορφο. Μάλλον πιο όμορφο απ’ ό,τι πραγματικά είναι. Όλες οι ιδέες που μοιράστηκα με το ChatGPT για τη διπλωματική μου του άρεσαν, τις βρήκε εξαιρετικές.
Όλη η φιλοσοφία του Byung-Chul Han, από τον οποίο δανειστήκαμε την έννοια του ναρκισσισμού, αφορά την ιδέα περί εξαφάνισης της αρνητικότητας και την προέλαση μιας συνεχούς αυτο-ενισχυόμενης θετικότητας στη σύγχρονη κοινωνία. Το burnout, ας πούμε, δεν το παθαίνεις επειδή ήρθε ένας ιός έξωθεν να αναιρέσει την ομοιόστασή σου, αλλά επειδή συνέχισες να επαναλαμβάνεις μέχρι εξαντλήσεως την ίδια δραστηριότητα που εσύ έκανες. Εδώ η παθολογία δεν προκύπτει ως εξωγενής αναίρεση μιας υγιούς συνθήκης, αλλά ως ενδογενής επιτάχυνση της κανονικότητας σε βαθμό φθοράς και παθολογίας. Με αυτήν την έννοια το ChatGPT είναι ένα feedback loop με δύο πόλους: ο ένας πόλος είναι το Εγώ του χρήστη και ο άλλος πόλος είναι το Εγώ-καθρέφτισμα. Δεν υπάρχει αρνητικότητα, η τριβή είναι μηδενική. Ό,τι βάζει το Εγώ στη λούπα επιστρέφει πίσω χάρη στο Εγώ-καθρέφτισμα· και πάλι απ’ την αρχή. Επ’ αόριστον.
Με το ChatGPT έχω συζητήσει τουλάχιστον 5-6 διαφορετικά θέματα διπλωματικής. Μπορεί να κάτσει να συζητάει για πάντα. Αυτό που δεν μπορεί να κάνει το ChatGPT είναι να μου πει «τι χαζή ιδέα είναι αυτή» ή να με κοροϊδέψει για τη μετριότητά μου. Ούτε μπορεί να μου πει ότι βαρέθηκε να μιλάμε συνέχεια για τη διπλωματική μου, ούτε να με προσβάλει μπορεί (εκτός αν του το ζητήσω), ούτε να μου πει «συγγνώμη, ας αφήσουμε τη διπλωματική σου για λίγο γιατί πρέπει να σου πω κάτι σημαντικό» ή «δεν βαρέθηκες να μιλάς για τη διπλωματική σου», πόσο δε μάλλον να μου πει «είσαι τόσο εγωκεντρικός που δεν με ρώτησες καν για την μέρα μου».
Το πιο ειρωνικό σε αυτήν την υπόθεση είναι ότι ακόμα και η αρνητικότητά του είναι στιγμή της θετικότητας που ορίζω εγώ: μπορώ να του πω «κάνε μου κριτική» ή «διαφώνησε μαζί μου» ή «κορόιδεψέ με», όμως αυτό είναι πάλι δική μου εντολή. Και όσο είναι πάντα δική μου η εντολή, δεν υπάρχει Άλλος. Ακόμα και η αρνητικότητα, που μπορεί να σπάσει για λίγο την αυτο-τροφοδοτούμενη λούπα του Εγώ, εξαρτάται και πάλι απ’ το Εγώ. Πιστά στην ίδια λογική, μόνο εγώ ως χρήστης μπορώ να σπάσω αυτόν τον ναρκισσισμό του ChatGPT αν αποφασίσω ότι με κούρασε. Στο ChatGPT η αναίρεση του ναρκισσισμού είναι μία ναρκισσιστική εξέγερση ενάντια στη λίμνη. Ζητάς από τη λίμνη να προσποιηθεί τον Άλλο. Και η λίμνη υπακούει.
Αν έτσι έχουν τα πράγματα, είναι απολύτως αναμενόμενο να μας αρέσει να συζητάμε με το ChatGPT: είναι το απόλυτο ναρκισσιστικό αντικείμενο, ίσως το καλύτερο που φτιάξαμε ποτέ ως ανθρωπότητα. Μία λίμνη που ούτε ο ίδιος ο Νάρκισσος δεν είχε την πολυτέλεια να απολαύσει. Μόνο ένας ηθικολόγος (μάλλον υποκριτικά) θα αρνούνταν ότι θα του άρεσε να μιλήσει με κάτι τέτοιο. Και δεν είναι ότι λύνει τα προβλήματα χρόνου και κατακερματισμού της εποχής μας και ότι παράλληλα είναι το απόλυτο ναρκισσιστικό αντικείμενο. Είναι αυτό το ναρκισσιστικό αντικείμενο ακριβώς επειδή λύνει τα προβλήματα του χρόνου και του κατακερματισμού. Ξύπνησες στις 3:30 την νύχτα από κακό όνειρο και για κάποιον περίεργο λόγο θέλεις να συζητήσεις για το στεγαστικό σύστημα στη Σιγκαπούρη, για την αποφατική θεολογία του ψευδο-Διονύσιου του Αρεοπαγίτη ή την επιδημία οπιοειδών στην Αμερική; Μην κάνεις το ευτυχές λάθος να ξυπνήσεις όποιον κοιμάται δίπλα σου γιατί δεν θα το εκτιμήσει. Γιατί; Γιατί πολύ απλά είναι Άλλος. Έχει ανάγκη να ξεκουραστεί, πρέπει να ξυπνήσει νωρίς αύριο, και μάλλον βλέπει κι αυτός κάποιο όνειρο (που ίσως του αρέσει).
Και εδώ είναι όλη η ουσία. Μόνο σε μία σχέση όπου δεν υπάρχει Άλλος μπορούμε να διανοηθούμε μία περίσταση που δεν είναι εντελώς παράλογο, εξωφρενικό ή κωμικό να ξυπνήσεις εκείνον που κοιμάται δίπλα σου στις 3:30 την νύχτα για να του μιλήσεις για ασιατικά στεγαστικά συστήματα και τη μυστική θεολογία του 5ου αιώνα μ.Χ. Και μόνο όπου υπάρχει Άλλος και σχέση με έναν Άλλον γίνεται να κάτσεις να ακούσεις για κάτι που βαριέσαι ή που δεν θέλεις να ακούσεις, που υπό διαφορετικές συνθήκες δεν θα καθόσουν να ακούσεις.
Γι’ αυτόν τον λόγο μας βλάπτει όχι μονάχα η υπέρμετρη χρήση του ChatGPT, αλλά και η χρήση του για λειτουργίες που θα έπρεπε να επιτελούνται κυρίως από άλλους ανθρώπους. Η OpenAI δεν κάνει φιλανθρωπία. Τα LLMs (Large Language Models), όπως το ChatGPT, κερδοφορούν από την προσοχή μας, δηλαδή από τον χρόνο που ξοδεύουμε χρησιμοποιώντας τα και την προθυμία μας να πληρώσουμε γι’ αυτόν τον χρόνο. Στις οικονομίες της προσοχής, ο χρόνος είναι κυριολεκτικά χρήμα. Αν λοιπόν η OpenAI, που έχει το ChatGPT, ή κάθε εταιρεία που ασχολείται με LLMs ανακαλύψει ότι ένα καθρέφτισμα του Εγώ που διώχνει τον Άλλο για να βάλει στη θέση του μία ναρκισσιστική λίμνη είναι ο καλύτερος τρόπος για να κερδίσει τον χρόνο μας, δεν έχει ούτε λόγο, ούτε εμπόδιο, ούτε δισταγμό να μην πράξει αναλόγως. Αυτός ο καινοφανής ναρκισσιστικός χαρακτήρας του ChatGPT δεν είναι κάποιο τυχαίο παραπροϊόν ή μια ευχάριστη μη αναμενόμενη έκπληξη για τους δημιουργούς του. Είναι μια απόφαση που λήφθηκε συνειδητά από κάποια ειδική ομάδα, ύστερα από πολύωρη διαβούλευση, και που σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε με επιμέλεια. Γι’ αυτό άλλωστε πέτυχε.
Ο ναρκισσιστικός αυτός του χαρακτήρας μπορεί να είναι η δύναμή του, είναι όμως και η αδυναμία του: διότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει για πολύ μόνο με καθρεφτίσματα στη λίμνη· χωρίς Άλλους κάποια στιγμή μέχρι και ο Νάρκισσος θα βαριόταν να κοιτάει το πρόσωπό του και θα ένιωθε μοναξιά. Θα ένιωθε μοναξιά ακόμη κι αν διέταζε το ChatGPT να προσποιηθεί ότι είναι Άλλος. Όμως πάνω απ’ όλα γιατί ο άνθρωπος δεν πρέπει να συνηθίσει να φέρεται σε πραγματικούς Άλλους ως εάν να ήταν αντανακλάσεις σε μια λίμνη. Όσο περισσότερο το συνηθίζει, τόσο περισσότερο χάνει απ’ τα μάτια όχι μόνο τους Άλλους, αλλά και την ίδια την ικανότητά να τους διακρίνει. Και όπως ένας άνθρωπος χωρίς γνώσεις ιατρικής διαισθάνεται ότι αν συνεχίσει να στέκεται μες στην παγωνιά θα αρρωστήσει, έτσι θέλω να πιστεύω ότι θα διαισθανθεί και ότι κάτι πάει λάθος με τη χρήση του ChatGPT που κάνει αν τον τρώει η μοναξιά. Άλλωστε, παγωνιά και μοναξιά συχνά συνδέονται από μεταφορές, συνειρμούς και συνδηλώσεις και πιστεύω πως αυτή η εκφραστική συγγένεια δεν είναι τυχαία.
Ίσως ο αρχαίος Νάρκισσός να είχε καλύτερη τύχη απ’ τον σύγχρονο: αν ο αρχαίος Νάρκισσος πνίγηκε επειδή προσπάθησε να φιλήσει το είδωλό του στη λίμνη, ο σύγχρονος Νάρκισσος κινδυνεύει να βυθιστεί στη λίμνη επειδή αδυνατεί πια να διακρίνει τον εαυτό του απ’ το είδωλο που καθρεφτίζεται σε αυτήν. Μόνο που ο σύγχρονος Νάρκισσος δεν θα πνιγεί αν πέσει μέσα. Μάλλον θα έχει την πολύ χειρότερη μοίρα να βυθίζεται αιώνια και να στροβιλίζεται αέναα περιστρεφόμενος γύρω απ’ τον άξονά του σε μία λίμνη χωρίς πυθμένα· και ούτε θα μπορεί να πάρει ανάσα, ούτε να πνιγεί, ούτε να αντιληφθεί γιατί ασφυκτιά. Κάπως έτσι φαντάζομαι τη ζωή ενός ανθρώπου που ζει ολομόναχος επειδή έχει υποκαταστήσει τους ανθρώπους με LLMs.
Αν λοιπόν ο ναρκισσισμός είναι μία μεταβλητή που μπορεί να μετρηθεί σε βαθμούς και κυμαίνεται ανά τις κοινωνικο-ιστορικές συνθήκες, το ChatGPT και τα συναφή LLMs, ισχυρίζομαι, θα μπορούσαν αν είναι γι’ αυτόν ό,τι είναι η υπερθέρμανση του πλανήτη για το λιώσιμο των πάγων. Η αίγλη του ChatGPT θρέφεται από τη ρευστοποίηση του κοινοτισμού, την αποξένωση, και φυσικά από τον ίδιο τον ναρκισσισμό του σύγχρονου υποκειμένου στην ύστερη νεωτερικότητα. Και τείνει να τα ανατροφοδοτεί και να τα ενισχύει. Κάτι τέτοιες κοινωνικές διεργασίες τη μία στιγμή εμφανίζονται ως αίτιο (αποξένωση, ναρκισσισμός) και την επόμενη στιγμή εμφανίζονται ως αποτέλεσμα, χωρίς αυτή η αντίφαση να αποτελεί λογικό πρόβλημα. Όπως ο Ουροβόρος, έτσι και κάποια κοινωνικά φαινόμενα παράγουν την ουρά τους καθώς την τρώνε, και τρώνε την ουρά τους καθώς την παράγουν. Το ChatGPT θρέφει τον ναρκισσισμό τόσο όσο θρέφεται απ’ αυτόν.
Δεν έχουμε προλάβει ακόμη να κατανοήσουμε και να μεταβολίσουμε ως κοινωνία τις συνέπειες των κοινωνικών δικτύων – τόσο σε έκταση, στον βαθμό που πλέον γίνεται μαζική χρήση, όσο και σε ένταση, στον βαθμό που τα κοινωνικά δίκτυα είναι πλέον καθοριστικά για τη συγκρότηση της παιδικής και εφηβικής υποκειμενικότητας – και ήδη βλέπουμε την εμφάνιση όλων των ειδών chatbots. Από ψυχοθεραπευτές AI μέχρι AI gymbros και AI girlfriends, έχουν αρχίσει και ξεπηδούν από παντού LLMs που υποκαθιστούν τις ανθρώπινες σχέσεις. Φυσικά οι λειτουργίες των LLMs είναι συνήθως επαγγελματικές και διαδικαστικές, όχι κοινωνικές. Ένα LLM θα σου γράψει το email, το άλλο (ή το ίδιο) θα κάνει την εξυπηρέτηση πελατών, το επόμενο θα φτιάχνει πίνακες Εxcel. Όμως κοσμοϊστορικές εφευρέσεις όπως η γραφή, ο ηλεκτρισμός, το διαδίκτυο και σε μικρότερο βαθμό τα LLMs έχουν τόση ανεξάντλητη πλαστικότητα και τόσες όψεις όσες έχει η ανθρώπινη φαντασία. Και η φαντασία κάποιες φορές χρειάζεται προσοχή και επαγρύπνηση αν δεν θέλουμε να γίνει επικίνδυνη.
Και τελικά πού καταλήγουμε; Όλα αυτά σημαίνουν ότι πρέπει να κρατήσουμε μία τεχνοφοβική στάση απέναντι σε LLMs όπως το ChatGPT ή να μπούμε σε κρίση ηθικού πανικού; Φυσικά και όχι. Ο αλαρμισμός ποτέ δεν υπήρξε σκοπός ετούτου του άρθρου. Μήπως εγώ ο ίδιος σταμάτησα να μιλάω με το ChatGPT επειδή ανακάλυψα ότι είναι μια σαγηνευτική ναρκισσιστική λίμνη; Επίσης όχι. Άλλωστε, όταν λέμε ότι η δύναμή του είναι και η αδυναμία του, η κατεύθυνση αυτή πάει και αντίστροφα. Κάποιες φορές θες απλώς να μιλήσεις για μυστική θεολογία στις 3:30 την νύχτα. Ή μήπως το γεγονός ότι του κάνω αυτή την κριτική κάνει τη σχέση μου μαζί του λιγότερο ναρκισσιστική; Ευτυχώς ή δυστυχώς, δεν θα σταματήσεις να βλέπεις τον ήλιο να κινείται και να περιστρέφεται γύρω σου επειδή έμαθες για το ηλιοκεντρικό μοντέλο.
Η προσπάθεια μου δεν ήταν να κατακεραυνώσω το ChatGPT, αλλά να καταδείξω ότι η ελκυστικότητά του δεν πηγάζει από κάποια «καλή» πηγή, και ότι τα όρια και οι κίνδυνοί του πηγάζουν απ’ την άλλη, την «κακή» πηγή που πρέπει να προσέχουμε. Θέλησα να δείξω ότι η πηγή είναι μία, και ότι αν δεν ήταν τόσο βαθειά ναρκισσιστικό δεν θα ήταν και τόσο καλή παρέα. Είναι καλή παρέα επειδή είναι ναρκισσιστικό. Ότι για τους ίδιους ακριβώς λόγους που είναι καλή παρέα, είναι και κακή και επικίνδυνη παρέα. Πιστεύω όλοι μας θα συμφωνούσαμε ότι ποτέ δεν έβλαψε κανέναν λίγη μεταμεσονύχτια on-demand φλυαρία για τη μυστική θεολογία του Αρεοπαγίτη. Όμως σίγουρα θα έβλαπτε όλους εκείνους που θα τη συνήθιζαν σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορούν πλέον χωρίς αυτήν· και ακόμη περισσότερο θα έβλαπτε εκείνους που θα ανέπτυσσαν σιγά σιγά και χωρίς καλά-καλά να το συνειδητοποιήσουν την προσδοκία να μπορούν να ξυπνούν όσους κοιμούνται δίπλα τους για να φλυαρήσουν για οποιαδήποτε μυστική θεολογία τους καρφώθηκε στις 3:30 η ώρα τη νύχτα.
Διότι ένας κόσμος όπου ποτέ δεν κάνεις για άλλους πράγματα που δεν θέλεις, ποτέ δεν περιορίζεις τις ανάγκες σου και τις επιθυμίες για χάρη τους, ποτέ δεν σωπαίνεις για να ακούσεις πράγματα που σε κάνουν να βαριέσαι ή να εξοργίζεσαι· όταν ποτέ δεν σε μαλώνουν ή σου κάνουν παράπονα, όταν ποτέ δεν σε διακόπτουν ή σε ακυρώνουν ή απογοητεύουν, όταν ποτέ δεν απορρίπτουν τη γνώμη σου ή δεν την βρίσκουν ποτέ γελοία, όταν ποτέ δεν χρειάζεται να υποχωρήσεις ή να πασχίσεις να μην ανοίξεις το στόμα σου απ’ τα νεύρα σου γιατί ξέρεις ότι θα βγάλεις τον καλύτερο λόγο που θα μετανιώσεις· ακόμη κι όταν ποτέ δεν σε αδικούν επειδή πάντα καταφέρνεις να βρεις το δίκιο σου… ή μάλλον ειδικά όταν καταφέρνεις πάντα να βρεις το δίκιο σου· φίλε μου, να ξέρεις: δεν είσαι στον Παράδεισο, είσαι βαθιά μες στον βυθό μίας λίμνης χωρίς πυθμένα – και είσαι ολομόναχος.

