Προοίμιο
Από τις Βάκχες ως τον σύγχρονο κόσμο, ο ξένος επιστρέφει διαρκώς με διαφορετικά προσωπεία: ως θεός, ως επιθυμία, ως σώμα, ως διαφορά, ως απειλή. Όταν η πόλη δεν μπορεί να τον αναγνωρίσει, δεν τον αποδέχεται πραγματικά, δεν ανταλλάσσει τίποτα μαζί του. Συχνά τον απωθεί, τον φυλακίζει, τον εκδιώκει και τότε εκείνος επιστρέφει με τη μορφή της βίας. Η θεοφαγία, ο σπαραγμός και η ξενότητα δεν είναι μόνο μύθοι του παρελθόντος. Είναι και μορφές με τις οποίες ο σημερινός ναρκισσιστικός πολιτισμός συναντά τα όριά του.
1: Η έννοια της θεοφαγίας
Θα ξεκινήσω με μια ερώτηση που ακούγεται παράξενη: τι σημαίνει να τρως έναν θεό; Τι σημαίνει η θεοφαγία;
Δεν μιλάμε για πραγματικό γεγονός. Κανείς δεν έφαγε ποτέ θεό. Αναφερόμαστε σε μια φαντασίωση ότι κάποτε φάγαμε κάποιον ή κάτι που έμοιαζε με θεό. Μια ιδέα που τρομάζει, αλλά επιμένει να επιστρέφει σε μύθους, σε τελετές, στην τέχνη.
Η θεοφαγία αποτελεί μια φαντασιωσική έκφραση της στοματικής ενόρμησης. Μια προσπάθεια του ατόμου να ενσωματώσει αυτό που φοβάται ότι θα χάσει, αυτό που επιθυμεί και δεν διαθέτει. Η θεοφαγική φαντασίωση αποτελεί έναν συμβιβασμό ανάμεσα στην πιο ωμή ανθρωποφαγική επιθυμία και την ανάγκη για νόημα αυτής της επιθυμίας και απαρτίωση στην κοινότητα.
2: Η φαντασίωση της θεοφαγίας
Όταν το 1988 με τον Νίκο Νικολαΐδη γράψαμε το βιβλίο Η θεοφαγία που εκδόθηκε στο Παρίσι από τις Dunod και κυκλοφόρησε στα ελληνικά από την Εστία το 1994, επιδιώξαμε να δείξουμε ότι η θεοφαγία δεν είναι μια παθολογική εκδήλωση κάποιων αρχαίων θρησκειών, αλλά μια οικουμενική φαντασίωση.
Η θεοφαγία είναι μια φαντασίωση που σχετίζεται με τις πλέον πρωτογενείς ταυτίσεις, εκείνες που αγγίζουν τον κανιβαλισμό, δηλαδή την ωμή ενσωμάτωση του αντικειμένου, μέχρι τις δευτερογενείς ή υστερικές ταυτίσεις και τη μετουσίωση. Από τον θηλασμό του βρέφους έως τη μετάληψη άρτου και οίνου, ως σώμα και αίμα Χριστού από τον χριστιανό.
Η θεοφαγική φαντασίωση έχει τα εξής χαρακτηριστικά:
α) επιμένει. Είναι δύσκολο να απωθηθεί, επιστρέφει διαρκώς και χρησιμοποιεί κάθε μέσο για να εκφραστεί.
β) είναι μυθολογική. Δεν αφορά πραγματικά γεγονότα, αλλά σκηνές συμβολικές, σκηνοθεσίες που μιλούν για όσα δεν λέγονται άμεσα.
Εδώ αναπτύσσεται η ένταση: η σκέψη του να φας έναν θεό είναι υπερβολικά κοντά στη σκέψη του να φας τον εαυτό σου ή το παιδί σου. Αυτός είναι ο τρόμος που περιβάλλει τη φαντασίωση της Θεοφαγίας.
Ο Francis Pasche, το 1990, στην κριτική του για το βιβλίο μας τόνισε: η θεοφαγία κινείται ανάμεσα στην πρωτογενή στοματικότητα και στη μεταφορική στοματικότητα. Όσο περισσότερο γίνεται μεταφορά, τόσο περισσότερο υπηρετεί τον πολιτισμό. Όσο μένει κολλημένη στην ωμή της πλευρά, τόσο κινδυνεύει να βγει ως ψύχωση ή ως βία.
3: Η μυθολογία ως θέατρο της θεοφαγίας
Οι Έλληνες δεν έγραψαν δοκίμια για τη θεοφαγία, την έβαλαν στους μύθους τους.
Ο Κρόνος καταπίνει τα παιδιά του.
Ο Δίας καταβροχθίζει τη Μήτιδα για να ενισχύσει την εξουσία του.
Οι Τιτάνες διαμελίζουν τον Διόνυσο Ζαγρέα και τρώνε τα κομμάτια του σώματός του.
Πρόκειται για σκηνές που παντρεύουν κανιβαλισμό και αιμομιξία. Γιατί το να τρως το πατρικό σώμα και το να επιστρέφεις στο μητρικό σώμα είναι δύο όψεις της ίδιας φαντασίωσης: να ξανακερδίσεις μια ακεραιότητα που χάθηκε.
Και είναι εντυπωσιακό ότι η ελληνική γλώσσα δεν είχε λέξη ούτε για τη θεοφαγία ούτε για την αιμομιξία. Ήταν άρρητα αρρήτων. Δεν τα κατονόμαζαν, τα έβαζαν στους μύθους. Γιατί το όνομα θα τα έφερνε πολύ κοντά, θα τα έκανε επικίνδυνα.
4: Η ψυχανάλυση: τοτεμικό γεύμα
Ο Φρόυντ, στο Τοτέμ και Ταμπού, μίλησε για το τοτεμικό γεύμα. Οι γιοι σκοτώνουν και τρώνε τον πατέρα για να πάρουν τη δύναμή του. Το γεύμα αυτό είναι η πιο «οιδιποποιημένη» εκδοχή της θεοφαγίας. Αλλά ήδη από πίσω υπάρχει η στοματική φαντασίωση: να φας αυτό που φοβάσαι να χάσεις ή αυτό που δεν διαθέτεις (φθόνος).
Το «τοτεμικό γεύμα», πηγή της ενοχής, από την οποία πηγάζει η θρησκεία, αναδεικνύει τις πρωτογενείς κανιβαλικές ταυτίσεις (ενσωμάτωση) που παρέχουν το αίσθημα της ισχύος και της ναρκισσιστικής πληρότητας. Ωστόσο ο Φρόυντ δεν αναφέρεται σ’ αυτήν τη θεματική αλλά αποκομμένα στον θρίαμβο επί του πατρός, χωρίς να θίξει τις πρωτογενείς ρίζες αυτού του θριάμβου, αποτέλεσμα της καταστροφικότητας του διασπαραγμού.
Οι πρώτες ανθρώπινες σχέσεις δομούνται με βάση τις ανθρωποφαγικές ταυτίσεις του νεογνού και την αιμομικτική έλξη προς το σώμα της μητέρας που εκφράζεται σ’ αυτήν την περίοδο από την επιθυμία να απορροφηθεί απ’ αυτό και ταυτόχρονα να το απορροφήσει. Αυτή η πρωτογενής φαντασίωση της επιστροφής στο μητρικό σώμα παρασταίνεται εξαιρετικά στη θεογονία του Ησιόδου με την αδιάλειπτη σεξουαλική συνεύρεση της Γαίας με τον Ουρανό.
Ο Lacan μίλησε για την έλλειψη να είναι το συμπλήρωμα της μητέρας. Το βρέφος δεν μπορεί να είναι το παν για τη μητέρα. Εκεί γεννιέται η πρώτη τομή. Η στοματική ενσωμάτωση, το να καταπιείς ή να καταβροχθιστείς από το αντικείμενο, γίνεται άμυνα στην απώλεια.
Η θεοφαγία, λοιπόν, είναι η μεγα-μεταφορά της αδυναμίας να πενθήσεις το χαμένο αντικείμενο και κυρίως των ιδιοτήτων που πρόβαλες σε αυτό: την παντοδυναμία. Είναι αυτή η φαντασίωση που χρησιμοποιείται σαν υποκατάστατο σε ένα πένθος για ένα εξιδανικευμένο αντικείμενο, το οποίο πένθος δεν καταναλώνεται.
5: Από την ωμή βία στο τελετουργικό
Αλλά η ανθρωπότητα δεν μένει στην ωμή επιθυμία. Δημιουργεί τελετουργίες. Δημιουργεί μύθους. Μεταποιεί το φυσικό σε πολιτισμικό. Όπως έδειξαν οι ανθρωπολόγοι, το μαγειρεμένο στέκεται απέναντι στο ωμό. Η σφαγή και η βρώση ενός ζώου στον βωμό δεν είναι κανιβαλισμός· είναι τελετουργία. Με τον ίδιο τρόπο, η θεοφαγία δεν είναι φρικαλεότητα· είναι μορφοποίηση του ανείπωτου. Μια φαντασιωσική σκηνοθεσία που μεταποιεί την ωμή βία σε κοινό βίωμα που ενώνει τα μέλη της κοινότητας.
Η ποιότητα των αντι-καθέξεων που διατηρούν απωθημένη τη θεοφαγική φαντασίωση και το φάσμα των αναπαραστάσεων που προκύπτουν από την επιστροφή αυτού του απωθημένου, αποτελούν σημαντικούς δείκτες για τον ψυχαναλυτή στην προσπάθειά του να κατανοήσει την κουλτούρα ενός λαού σε μια εποχή. Π.χ. μπορούμε να κατανοήσουμε την αξία και τη σημασία που έδωσε ο χριστιανισμός στη μετουσίωση της στοματικής ενόρμησης βασιζόμενος στον λόγο του Χριστού στον Μυστικό Δείπνο «Λάβετε φάγετε τούτον εστί το σώμα μου, πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο γαρ εστί το αίμα μου» (Ματθαίος ΚΣΤ΄).
Η διείσδυση της θεοφαγικής φαντασίωσης στη σύγχρονη Ελλάδα είναι σημαντική. Θυμάμαι ότι στα παιδικά μου χρόνια η μετάληψη του άρτου και του οίνου, βιωνόταν ως βρώση του σώματος και του αίματος του θεού. Οι μητέρες φώναζαν στα παιδιά τους που έτρεχαν να παίξουν μετά τη μετάληψη που είχαν λάβει: «Προσέξτε μη ματώσετε και χύσετε το αίμα του Χριστού».
Αυτή η παλινδρόμηση που προϋποθέτει μια τέτοια δοξασία είναι αυτή που έδωσε την ενορμητική δύναμη στον χριστιανισμό να επιβληθεί την εποχή εκείνη που η ρωμαϊκή αυτοκρατορία βρέθηκε σε θρησκευτική-πολιτισμική κρίση. Ο χριστιανισμός, μέσω της στοματικής παλινδρόμησης, πρότεινε απαραίτητη λιβιδινική έγχυση για να μπορέσει να συνεχίσει να υπάρχει.
Και εδώ μπαίνει το κρίσιμο δίπολο που αντιμετωπίζει κάθε κοινωνία: μετασχηματισμός, αλλαγή ή κατάρρευση. Αυτό το δίπολο είναι το κλειδί για να κατανοήσουμε τις Βάκχες του Ευρυπίδη.
6: Οι Βάκχες: το δράμα της αναγνώρισης
Ο Διόνυσος –φορώντας «μειδιώσα προσωπίδα» και γυναικεία ρούχα επιστρέφει στη Θήβα, ανώνυμος ως αντιπρόσωπος του θεού. Ζητά να αναγνωριστεί ως αυτό που είναι. Να του δοθεί όνομα και να συμπεριληφθεί στο πάνθεον της πόλης. Μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στο τέλος του πέμπτου αιώνα και οι καιροί απαιτούν μια ριζική ανανέωση. Να ταρακουνηθεί η βαλτωμένη κουλτούρα. Το εγχείρημα του Διονύσου στις Βάκχες είναι η εισαγωγή της επιθυμίας, η ανανέωσή της. Η ενορμητική ενίσχυση του ελληνικού πολιτισμού. Ο Διόνυσος, μέσω του διονυσιασμού, προτείνει μια νέα προοδευτική λιβιδινική ανατρέψιμη αναπροσαρμογή, αλλά μέσα στο υπάρχον κοινωνικό-πολιτιστικό και ψυχολογικό ελληνικό πλαίσιο. Δεν ζητάει να ανατρέψει αυτό το πλαίσιο, αλλά απαιτεί η λατρεία του να απαρτιωθεί σε αυτό. Ο Πενθέας, λόγω της ναρκισσιστικής του αυτάρκειας και της αυταρέσκειας, αρνείται μια επιθυμία που είναι και δική του, αλλά τη διαψεύδει. Ο Πενθέας δεν αρνείται μόνο την επιθυμία, της οποίας φορέας είναι ο διονυσιασμός, αλλά καταδιώκει και τη λατρεία της επιθυμίας, η οποία υπαγορεύεται από ένα σύστημα κανόνων. Η αποφυγή της ωμής επιθυμίας εγγράφεται σε μία ιεροτελεστία που η ίδια η επιθυμία θεμελίωσε κατά τη μετάβαση από την απόλαυση στην ευχαρίστηση. Η διονυσιακή ιεροτελεστία δεν είναι φυσική ιεροτελεστία. Είναι αντιθέτως η καλλιέργεια (με την έννοια της κουλτούρας) του φυσικού, όπως είχε υπογραμμίσει ο A. Green. Εδώ θα θυμίσω την επισήμανση του Lévi-Strauss ότι το φυσικό βρίσκεται σε αντίθεση με το πολιτισμικό. Είναι η αντίθεση φύση-πολιτισμός (nature-culture). Με αυτή την έννοια το διονυσιακό τελετουργικό παραμένει από την πλευρά της κουλτούρας και με αυτό τον τρόπο αποφεύγεται η ωμότητα της ανθρωποφαγίας.
Οι γυναίκες –υπό την επιρροή του Διόνυσου– έχουν ήδη κυριευθεί από τη μανία του και ανεβαίνουν στον Κιθαιρώνα. Αντίθετα, ο βασιλιάς Πενθέας, αρνείται πεισματικά να αναγνωρίσει τον θεό. Ουσιαστικά δεν αναγνωρίζει την ανάγκη της πόλης για τελετουργική διαχείριση της στοματικής-θεοφαγικής επιθυμίας, που προσφέρει ο ανησυχητικός ξένος.
Κωφεύει στις παραινέσεις του Κάδμου και του Τειρεσία να ακούσει το διονυσιακό μήνυμα, το οποίο αυτοί έχουν αποδεχτεί. Φοράνε θύρσους και συμμετέχουν στον διονυσιακό ενθουσιασμό. Τους λέει: «Έχετε τη μανία του Διονύσου· με τα άσπρα μαλλιά σας, στεφανωμένοι με θύρσους, γίνεστε περίγελος.» Πιο νωρίς για τη στάση τους τους κατηγορεί για «φερονεκούτους», δηλαδή «παρανοϊκούς, ανόητους, ανίκανους γέροντες που ξεφτιλίζουν την ηλικία τους».
Ο Πενθέας έμπλεος ναρκισσιστικής αυτάρκειας και αυταρέσκειας, διαψεύδει το γεγονός ότι τον συμβουλεύουν δυο ξεχωριστοί ηλικιωμένοι άνθρωποι, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν το συλλογικό Υπερεγώ. Όμως και στις μέρες μας παρατηρούμε ανάλογες σκηνές, όταν δημόσια πρόσωπα που εκπροσωπούν τις ηθικές αξίες του πολιτισμού και υπογραμμίζουν την αναγκαιότητα της ειρήνης, του μέτρου και της αναγνώρισης του άλλου αντιμετωπίζονται με απαξίωση ή χλευασμό από εκπροσώπους εξουσιών που δεν αντέχουν καμία οριοθέτηση στην παντοδυναμία τους.
Ο Πενθέας λοιπόν μένει άκαμπτος και αλαζονικός, μπροστά στην πολιτισμική και όχι μόνο, ρευστότητα που αντιπροσωπεύει ο Διόνυσος. Εμπλέκεται ανόητα, μαζί του σε μία έντονη αντιπαράθεση. Ο Πενθέας υπερασπίζεται το υφιστάμενο καθεστώς. Φοβάται και την παραμικρή αλλαγή στον εαυτό του, αλλά και στην πόλη. Ο Πενθέας λέει ότι η διονυσιακή λατρεία δεν περιορίζεται μόνο σε στοματικές ηδονές, αλλά εμπνέει τις γυναίκες με νοσηρές επιθυμίες που μολύνουν την κλίνη τους.
Αρχικά διατάζει να φυλακιστεί ο Διόνυσος. Αργότερα, όταν θα αισθανθεί αποσταθεροποιημένος και ότι ο «ξένος» τον εμπαίζει, θυμωμένος θα τον απειλήσει με βασανισμό και θάνατο. Μάλιστα τον απειλεί ότι θα τον αποκεφαλίσει: «Ή θα σωπάσεις ή θα σε κατακόψω και θα σου αφαιρέσω την κεφαλή.» Ήδη σε αυτήν την πρόταση προεικονίζεται αυτό που θα συμβεί στον ίδιο.
Ο Διόνυσος, παρότι επικαλείται συχνά τη μεγάλη μητέρα, την θεά Κυβέλη (κοινό υπόστρωμα εκστατικών θρησκειών), ή τη Δήμητρα, δεν παύει να θέλει να αναγνωριστεί το όνομα του πατέρα του. Θέλει να αναγνωριστεί ως γιος του Δία.
Αυτήν την αναγνώριση του την αρνείται ο ξάδελφός του, ο Πενθέας. Μην ξεχνάμε: η Σεμέλη, μητέρα του Διονύσου, και η Αγαύη, μητέρα του Πενθέα, είναι αδελφές. Εδώ η οικογενειακή γενεαλογία διασταυρώνεται με την κρατική, φαλλική εξουσία. Ο Διόνυσος δεν ζητά μόνο λατρεία, ζητά πατρότητα, όνομα, θέση στο γενεαλογικό δέντρο της πόλης. Η άρνηση αυτού του αιτήματος, οδηγεί στην επιστροφή της επιθυμίας με τη μορφή της βίας.
Ο Διόνυσος, στην αρχή του έργου, κρατά την ανωνυμία του, επιμένοντας ότι είναι απεσταλμένος του θεού για να διαδώσει τη θρησκεία του. Ωστόσο η στάση του αντιτίθεται με την επιθυμία του να μείνει ανώνυμος. Είναι ψυχρά θυμωμένος από το γεγονός ότι δεν αναγνωρίζεται αμέσως παρά τη μεταμφίεσή του. Αργότερα θα πει: «με καταλάβατε πολύ αργά· όταν έπρεπε δεν με αναγνωρίσατε». Σαν να λέει ότι θα έπρεπε να αναγνωρίσετε και να δεχτείτε την ενορμητική πλευρά του θεού για να αποφύγετε την ενορμητική βία του Βάκχου.
7: Η κατάρρευση του συμβολισμού
Το δράμα κορυφώνεται. Ο Διόνυσος θα πείσει τον Πενθέα –τον οποίο έχει τρελάνει– να μεταμφιεστεί σε γυναίκα για να μπορέσει να παρακολουθήσει τα όργια των μαινάδων στο βουνό. Ο Πενθέας έχει χάσει επαφή με την πραγματικότητα: Απευθυνόμενος στον Διόνυσο λέει: «Βλέπω δύο ήλιους και δύο Θήβες· εσύ μοιάζεις τώρα με ταύρο που με οδηγεί και με κέρατα…». Ο ήλιος συμβολίζει τη μία και μοναδική τάξη του κόσμου. Όταν ο Πενθέας βλέπει «δύο ήλιους», σημαίνει ότι η ενιαία συμβολική αναφορά έχει καταρρεύσει – το νόημα διασπάται. Βρίσκεται σε ψευδαισθητική κατάσταση. Έχει χάσει την ικανότητα να διακρίνει το πραγματικό από το φανταστικό. Αγνοεί ότι στον ψυχισμό του έχει εισβάλει ο φωτεινός και ο σκοτεινός Διόνυσος.
Οι «δύο Θήβες» → διπλή πόλη: η πόλη της τάξης/νόμου και η πόλη της έκστασης/αποδιοργάνωσης. Ο Πενθέας βλέπει και τις δύο ταυτόχρονα, χωρίς να μπορεί να τις ενώσει. Το βλέμμα του «παραληρεί» γιατί δεν υπάρχει πια λέξη/σημαίνον που να συγκρατεί την εικόνα. Το σώμα γίνεται ωμή ύλη.
Φτάνει εκεί και ενώ παρακολουθεί τις βάκχες να εκστασιάζονται, αυτές τον αντιλαμβάνονται και εκλαμβάνοντάς τον για λιοντάρι τον κατασπαράσσουν. Και πρώτη από όλες, η μητέρα του, η Αγαύη.
Εδώ βλέπουμε την παράνοια του βλέμματος: η Αγαύη δεν βλέπει το παιδί της. Βλέπει αυτό που της υπαγορεύει η κατάρρευση του συμβολικού και σ’ αυτήν. Νομίζει ότι κρατάει το κεφάλι ενός λιονταριού, ενώ βαστάει το κεφάλι του παιδιού της.
Όταν η μανία καταλαγιάζει, η Αγάβη συνειδητοποιεί το φρικτό σφάλμα της. Ο Διόνυσος αποκαλύπτει την ταυτότητά του και επιβάλλει την τιμωρία: ο οίκος του Κάδμου διαλύεται, οι γυναίκες της πόλης εξορίζονται, και η Αγαύη φεύγει καταραμένη.
Η θεοφαγία, που αργότερα στον χριστιανισμό λειτουργεί μέσω του άρτου και του οίνου, ως μοιρασμένο σώμα του θεού στους πιστούς, εδώ γίνεται κανιβαλιστική βία. Γίνεται σπαραγμός χωρίς κοινότητα.
8: Οικουμενική φαντασίωση – οικουμενικό μήνυμα
Η θεοφαγική φαντασίωση δεν είναι μόνο ελληνική. Βρίσκεται παντού, σε κάθε κουλτούρα. Από τις αρχαϊκές τελετουργίες, στη συστηματική τελετουργική ανθρωποφαγία στους Αζτέκους, στην λαχτάρα του θηλασμού από το βρέφος στο σαδιστικό στοματικό στάδιο έως την θεία ευχαριστία και την πιο μετουσιωμένη μορφή της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ο συγκλονιστικός πίνακας του Γκόγια «ο Κρόνος καταβροχθίζει το γιο του» είναι ενδεικτικός.
Η διαφορά είναι πάντα στη μορφή. Στην καλύτερη περίπτωση, η φαντασίωση μορφοποιείται σε τελετουργία, σε κοινό βίωμα. Στη χειρότερη, εκρήγνυται ως βία.
Η χριστιανική μετάληψη είναι χαρακτηριστική: «λάβετε, φάγετε». Από τη μία αναγνωρίζει την ανάγκη να ενσωματώσεις τον θεό. Από την άλλη καταδικάζει την ωμή στοματικότητα, επιβάλλοντας νηστεία και άσκηση. Δεν είναι αντίφαση· είναι διπλή κίνηση: αποδέξου το σώμα ως σύμβολο, απόρριψε το σώμα ως όργανο ωμότητας.
9: Η προειδοποίηση του Ευριπίδη
Αν δούμε τις Βάκχες υπό αυτό το πρίσμα, το μήνυμα είναι καθαρό: αν η πόλη δεν βρει τρόπο να δώσει χώρο στο φαντασιακό της στοματικότητας, ιδιαίτερα της θεοφαγικής φαντασίωσης να εκφραστεί μέσω της τελετουργίας, μέσα από τον εορτασμό της επιθυμίας, τότε θα την υποστεί στο πραγματικό, ως καταστροφή. Η ίδια η λατρεία της επιθυμίας υπαγορεύεται από ένα σύστημα κανόνων καθώς η άρνηση της ωμότητας του φυσικού εγγράφεται σε μία ιεροτελεστία που η ίδια η επιθυμία θεμελίωσε κατά τη μετάβαση από την απόλαυση στην ευχαρίστηση. Η διονυσιακή ιεροτελεστία δεν είναι φυσική ιεροτελεστία. Αντιθέτως είναι η καλλιέργεια του φυσικού. Από τη στιγμή που ο πολιτισμός του Πενθέα αποκλείει και το φυσικό, αποκλείοντας την καλλιέργειά του, τότε η τιμωρία του θεού ξεσπάει. Η διονυσιακή ιεροτελεστία εκπίπτει σε παραλήρημα σταλμένο από τον θεό. Ο συμβολισμός καταρρέει και πάλι, υπό την πίεση του αποκλεισμένου, αυτού που απορρίπτεται, και η μητέρα αντί να καταβροχθίσει την σάρκα των μικρών ελαφιών κατατεμαχίζει το παιδί της.
Αυτό συμβαίνει με τον Πενθέα: δεν απαρνείται μόνο τον Διόνυσο, απαρνείται την ίδια τη λατρεία της επιθυμίας. Απαρνείται την ωρίμανση και την καλλιέργεια της ενόρμησης. Και γι’ αυτό η πτώση του είναι αμείλικτη. Δεν υπάρχει οργανωμένη παλινδρόμηση, όπως συμβαίνει στις εκστατικές καταστάσεις των μυστών. Υπάρχει καταστροφική αποδιοργάνωση. Το διονυσιακό δυναμικό δεν εξαφανίζεται με απαγορεύσεις. Αν δεν το μορφοποιήσεις, θα επιστρέψει με μια μη αναμενόμενη εκδήλωση, ενδεχομένως με σπαραγμό.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι εδώ διακυβεύεται κάτι που αφορά κάθε πολιτισμό: η εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στην ασφάλεια και την ελευθερία, ανάμεσα στο απολλώνιο μέτρο και στη διονυσιακή έκσταση. Όταν η τάξη επιχειρεί να εξαλείψει ολοκληρωτικά την επιθυμία, γίνεται τυραννική. Όταν, αντίστροφα, η διέγερση αποσυνδέεται από κάθε όριο, η ζωή κινδυνεύει να εκτραπεί σε χάος. Ο πολιτισμός δεν επιβιώνει ούτε με τον τυραννικό Πενθέα ούτε με έναν Διόνυσο χωρίς να εντάσσεται σε ένα τελετουργικό· επιβιώνει μόνο όταν κατορθώνει να μορφοποιήσει την ένταση ανάμεσα στους δύο.
Ο Φρόυντ έλεγε ότι κανένας πολιτισμός δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς έναν συμβιβασμό ανάμεσα στην επιθυμία και στον νόμο. Το σημερινό πρόβλημα είναι ότι αυτή η ισορροπία γίνεται ολοένα πιο ασταθής.
10: Οι Βάκχες στις μέρες μας
Ο άνθρωπος σκηνοθετεί ξανά και ξανά τη θεοφαγική φαντασίωση. Την αποδίδει σε μύθους, τη δραματοποιεί στο θέατρο, την εξευγενίζει στη θρησκεία, την απωθεί στην καθημερινότητα.
Ο Ευριπίδης μάς έδειξε το τίμημα. Μια πόλη που δεν αντέχει την επιθυμία, που δεν δίνει χώρο στη λατρεία της, που θέλει να την ακυρώσει, καταλήγει να βλέπει το ίδιο της το αίμα να γίνεται τρόπαιο στα χέρια μιας μάνας.
Η Αγαύη κρατά το κεφάλι του παιδιού της και πιστεύει πως είναι λιοντάρι. Εκεί, η θεοφαγία επιστρέφει στην πιο φρικτή της μορφή: όχι ως άρτος θείας ευχαριστίας, όχι ως τέχνη, αλλά ως διασπαραγμός.
Το μήνυμα του Ευριπίδη μένει επίκαιρο: οι κοινωνίες που δεν βρίσκουν χώρο για το πένθος, για την έκσταση, για τον χορό και την τελετουργία, για την υποδοχή του ξένου, του διαφορετικού που διεκδικεί την αναγνώρισή του, δεν απαλλάσσονται από την ένταση. Την αφήνουν να επιστρέψει ως βία. Και μάλιστα με απρόβλεπτο τρόπο.
Στον σημερινό ναρκισσιστικό πολιτισμό η μη αναγνώριση του ξένου αποκτά νέες μορφές. Ο δημόσιος χώρος συρρικνώνεται, η ιστορική συνέχεια εξασθενεί, η εμπειρία του ατόμου κλείνεται όλο και περισσότερο στην αναζήτηση μιας εύθραυστης ταυτότητας. Ο άνθρωπος ζει σαν να περιβάλλεται από καθρέφτες: αναζητεί διαρκώς την εικόνα ενός εαυτού ακηλίδωτου, ελκυστικού, αποδεκτού, ενδεχομένως και μεγαλειώδους. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες ο άλλος παύει να βιώνεται ως υποκείμενο σχέσης και συχνά προσλαμβάνεται είτε ως εργαλείο ναρκισσιστικής επιβεβαίωσης είτε ως απειλή. Ο ξένος, ο διαφορετικός, εκείνος που δεν καθρεφτίζει το Ιδεώδες Εγώ της κοινότητας, γίνεται εύκολα φορέας ανησυχίας, εισβολής, αποσταθεροποίησης, όχι σπάνια αποδιοπομπαίος τράγος ή αντικείμενο διαστροφικής απόλαυσης από τους νοικοκυραίους.
Έτσι εξηγείται γιατί στις κοινωνίες του ύστερου ναρκισσισμού η ετερότητα γίνεται τόσο συχνά δυσβάστακτη. Το υποκείμενο, τραυματισμένο, αναδιπλωμένο και αποκομμένο από το παρελθόν και το μέλλον, αμύνεται απέναντι σε ό,τι το βγάζει από την ψευδαίσθηση της αυτάρκειας, την αυταπάτη της παντοδυναμίας. Η μη αναγνώριση του ξένου δεν είναι λοιπόν μόνο κοινωνικό ή πολιτικό φαινόμενο· είναι και ψυχική άμυνα. Είναι μια απόπειρα να διατηρηθεί κλειστό ένα ναρκισσιστικό σύστημα που φοβάται την αλλαγή, τη διαφορά, την αμφισημία, το άγνωστο. Και φοβάται γιατί δεν θέλει να αναγνωρίσει εντός του τον υποτιμημένο, τον ασήμαντο, τον αδύναμο εαυτό του. Αυτόν που τελικά προβάλλει στον ξένο.
Υπό αυτό το πρίσμα ο Πενθέας γίνεται βαθύτατα σύγχρονος. Δεν αντέχει τον Διόνυσο όχι μόνο επειδή είναι ένας νέος θεός, αλλά επειδή ενσαρκώνει ό,τι διαταράσσει τη ναρκισσιστική του αυτάρκεια: τη ρευστότητα, την επιθυμία, το σώμα, τη θηλυκότητα, την έκσταση, τον ξένο που ζητά όνομα και θέση στην πόλη. Τελικά αρνείται να αναγνωρίσει αυτό που του είναι «ξένο» μέσα του. Όταν αυτή η ετερότητα δεν αναγνωρίζεται και δεν απαρτιώνεται συμβολικά, επιστρέφει στο πραγματικό με τη μορφή της βίας. Τότε ο ξένος δεν ενσωματώνεται στην κοινότητα· μετατρέπεται σε διωκόμενο αντικείμενο, και η κοινότητα, αντί να πλουτίζει από την υποδοχή του άλλου, φτωχαίνει ψυχικά και κινδυνεύει να σπαράξει τον ίδιο της τον εαυτό.
11. Ξενηλασία
Το ότι ο ξένος θεωρείται από κοινότητες ως δυνητική απειλή είναι κάτι που διαπιστώνουμε από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας. Στην αρχαία Σπάρτη ίσχυε το μέτρο της ξενηλασίας. Η λέξη προέρχεται από το «ξένος» και το ρήμα «ἐλαύνω», το οποίο σημαίνει «διώχνω». Με την διάταξη της ξενηλασίας απαγορευόταν σε ξένους να μετοικήσουν ή να διαμείνουν στην πόλη αρκετό καιρό γιατί φοβούνταν: α) μήπως συλλέξουν πληροφορίες για την κατάσταση και τη στρατιωτική της ισχύ (Θουκυδίδης) β) μήπως διαφθείρουν τους Σπαρτιάτες (Ξενοφών).
Κατά τα φαινόμενα δεν εφαρμόστηκε ιδιαίτερα από άλλες πόλεις-κράτη της αρχαίας Ελλάδος. Ο Ερατοσθένης ισχυρίζεται πως η ξενηλασία ήταν συχνή τακτική των βάρβαρων.
Στις μέρες μας υπάρχουν πολλοί «ξένοι» στις χώρες μας. Πρόσφυγες, οικονομικοί μετανάστες, ασυνόδευτα παιδιά που φτάνουν σε χώρες πιο εύρωστες οικονομικά από εκείνη της προέλευσής τους χωρίς τίποτα. Ξένοι όμως είναι και οι «διαφορετικοί» (κοινότητα ΛΟΑΤΚΙ+, Ρομά, ΑμεΑ κ.λπ.) οι οποίοι ζητούν να γίνουν αποδεκτοί ως ισότιμοι από την κοινότητα. Όπως η Θήβα τιμωρήθηκε που δεν αναγνώρισε τον Διόνυσο, έτσι και οι σημερινές κοινωνίες κινδυνεύουν να πληρώσουν βαρύ τίμημα, αν δεν αναγνωρίσουν τον «ξένο» που ζητάει την αποδοχή τους.
Αναγνώριση ή σπαραγμός: αυτό είναι το διονυσιακό δίλημμα κάθε πόλης, κάθε πολιτισμού.

