Γιάννης Πάσχος

Ο αχινός

Το 1880 ο Νίτσε αποφάσισε να μετακομίσει στη Γένοβα, ελπίζοντας ότι το κλίμα της περιοχής θα έκανε καλό στην υγεία του. Ήταν τότε στα τριάντα πέντε. Νοίκιασε ένα μικρό διαμέρισμα κοντά στην Piazza di Soziglia και τον περισσότερο καιρό τον περνούσε γράφοντας. Τα μεσημέρια πήγαινε μια μεγάλη βόλτα μέχρι τους ελαιώνες και τα δάση των γύρω λόφων και κατέληγε, συνήθως, στην ταβέρνα La Casana, εκεί που σήμερα είναι το γνωστό εστιατόριο Tripperia La Casana. Η ταβέρνα αυτή ήταν φημισμένη για τα πιο γευστικά παϊδάκια και άλλα πιάτα κρεατικών που προτιμούσε, εκείνος δε, τρελαινόταν με τα καλομαγειρεμένα φαγητά του μαγαζιού, απολάμβανε, όμως, και τη μεγάλη φροντίδα και ευγένεια της γκαρσόνας του μαγαζιού προς το πρόσωπό του. Η Μπιάνκα ήταν γύρω στα είκοσι και, εκτός από το να σερβίρει τα εκλεκτά φαγητά, έγραφε και ποιήματα, όταν, μάλιστα, έμαθε για τη ζωή και το έργο του Νίτσε ενθουσιάστηκε και πολλές φορές άφηνε τους παραδοσιακούς πελάτες σε δεύτερη μοίρα για να τον περιποιηθεί. Με τον χρόνο απέκτησαν οι δυο τους μια κάποια οικειότητα και η Μπιάνκα του έδινε να διαβάσει τα γραπτά της κι εκείνος όλο λόγια ενθαρρυντικά της έλεγε, αν και δεν του πολυάρεσαν αυτά που έγραφε.

Μια μέρα η Μπιάνκα τον προσκάλεσε να πάνε παρέα να μαζέψουν αχινούς. Μου αρέσει πολύ η αχινοσαλάτα, του είπε, και τώρα που έχει φεγγάρι οι θηλυκοί αχινοί ένα ολόγεμοι με αυγά. Ο Νίτσε αγαπούσε τη θάλασσα, μα τα θαλασσινά, ψάρια και μαλάκια, μάλλον τα σιχαινόταν, όμως, από περιέργεια και για να μην της χαλάσει το χατίρι τη συνόδευσε μέχρι την ακτή.

Η Μπιάνκα βούτηξε στο νερό και αφού μάζεψε κάμποσους αχινούς τους έβαλε σε ένα τσουβάλι, έβγαλε με διακριτικότητα το ολόσωμο μαγιό της και κάθισε δίπλα του στην ακρογιαλιά. Φυσούσε ένα ελαφρύ αεράκι, ο Νίτσε πήρε το σακάκι του που κρατούσε στα χέρια και της το έριξε στους ώμους, η Μπιάνκα τον ευχαρίστησε και αυθόρμητα άπλωσε το χέρι της να τον αγγίξει στην πλάτη, μα ευθύς αμέσως το μετάνιωσε, νιώθοντας πως εκείνος ασυναίσθητα αποτραβήχτηκε ελάχιστα για να αποφύγει, ίσως, το άγγιγμα της. Πριν χωρίσουν, του χάρισε έναν κατακόκκινο αστερία, μόνο οι αστερίες και οι άνθρωποι μπορούν να απειλήσουν έναν αχινό του είπε.

Το βράδυ ο Νίτσε είδε στο όνειρό του τον εαυτό του να γυρνά από τη βόλτα με την Μπιάνκα στη θάλασσα και, καθώς έβγαζε τα ρούχα του για να ξαπλώσει, εκατοντάδες μαύρα αχινένια αγκάθια έπεσαν από πάνω του και σκόρπισαν εδώ κι εκεί στο ξύλινο πάτωμα. Ξάφνου, εμφανίστηκαν από το πουθενά αμέτρητοι μεγάλοι αστερίες που αναδεύονταν απειλητικά πάνω από τα σκορπισμένα κατάμαυρα αγκάθια. Οι αστερίες όλο κι έπαιρναν να κοκκινίζουν, όλο και περισσότερο να κοκκινίζουν, ώσπου όλη η κάμαρη φωτίστηκε από τη φλογισμένη λάμψη τους, σαν να ήταν μέρα ηλιόλουστη, καλοκαιρινή. Τότε άκουσε τον παφλασμό των κυμάτων και το σύρσιμο της άμμου καθώς υποχωρούσε η θάλασσα, θα με προλάβει η άμπωτη, φώναξε έντρομος και, κάθιδρος, πετάχτηκε από το κρεββάτι, ήπιε λίγο νερό να συνέλθει και βάλθηκε να ετοιμάζει τα πράγματά του. Αν και δεν ήταν στο πρόγραμμά του, έφυγε για το Τορίνο μόλις ξημέρωσε.

Κύλιση στην κορυφή