Κώστας Λυμπουρής

Μια μέρα στο Ριζοκάρπασο

Πλησιάζοντας την είσοδο του σπιτιού, ο Λεύκιος ένιωσε από τ’ αριστερά του τη σχεδόν καυτή ακόμα θέρμη του φούρνου και την έντονη μυρωδιά του ψημένου ψωμιού, που, προφανώς, η κυρία Ροδού μόλις είχε ξεφουρνίσει.

Χτυπώντας διακριτικά με το χέρι την κλειστή πόρτα, κάλεσε τη γριά να του ανοίξει. Δεν την είχε ειδοποιήσει για την επίσκεψή του, καθώς τότε και να το ήθελε δεν υπήρχε τρόπος για κάτι τέτοιο.

–Κυρία Ροδού, κυρία Ροδού.

Εκείνη ξαφνιάστηκε. Ποιος να τη φώναζε και, μάλιστα, μ’ αυτόν τον ευγενικό τρόπο; Οι Ελληνοκύπριοι άντρες που είχαν μείνει στο Ριζοκάρπασο θα ήταν τώρα στις δουλειές τους, στα χωράφια ή για ψάρεμα. Ούτε μπορούσε να σκεφτεί για ποιον λόγο θα την επισκεπτόταν κάποιος Τουρκοκύπριος, ή –ακόμα πιο απίθανο– κάποιος από τους εποίκους που είχαν εγκατασταθεί στο χωριό.

Μισάνοιξε την πόρτα της, απορημένη, μα σαν είδε τη μορφή του επισκέπτη της, ησύχασε. Η ηρεμία και η ευγένεια, μια φυσική συστολή, ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά του αγνώστου που ήταν μπροστά της. Εκείνος της συστήθηκε αμέσως, νιώθοντας την υποχρέωση να αποδιώξει εντελώς κάθε ίχνος αγωνίας της:

–Κυρία Ροδού, είμαι ο Λεύκιος Ζαφειρίου, είμαι φιλόλογος τζι ήρτα πριν λλίες μέρες ως καθηγητής στο Γυμνάσιο.

–Καλωσόρισες, γιε μου, καλωσορίσετε ούλλοι σας. Να ’σιετε τις ευτζιές του Θεού. Αν δεν ανοίξει το Γυμνάσιο, μετά από τόσα χρόνια κατοχής, εν να φύουν όσες οικογένειες έχουν παιθκιά, θα τα πάρουν ούλλα στες ελεύθερες περιοχές να μεν μείνουν αμόρφωτα. Τότε, εν να μείνουμεν μόνο οι ηλικιωμένοι τζι εν να γερημώσει τέλεια ο τόπος. Κάτσε, γιε μου, κάτσε να σου δώκω τζιαι λλίο ψουμί, μόλις το έφκαλα που τον φούρνο.

Είπε, κι έκοψε με το χέρι της ένα μεγάλο κομμάτι.

–Περίμενε, να σου φέρω τζι έναν κομμάτι χαλλούμι, τζιαι καμιάν ντομάτα, εμπούκωσες* σήμερα, γιε μου; Κοντεύφκει να μεσομερκάσει.

Και να μην πεινούσε ο Λεύκιος, δεν υπήρχε περίπτωση να αρνηθεί. Έβλεπε στο πρόσωπό της τη χαρά της προσφοράς σ’ έναν άγνωστό της άνθρωπο, που είχε ξαφνικά την ευκαιρία να φιλέψει. Άλλωστε, και για τον ίδιο, οι στιγμές έπαιρναν τον χαρακτήρα μιας ιεροτελεστίας. Ήταν σίγουρος πως δεν είχε ξαναφάει τόσο γλυκό ψωμί, πραγματικά παραδοσιακό. Έκανε, μάλιστα, για πρώτη φορά και την παράξενη σκέψη πως το κομμένο με μαχαίρι ψωμί χάνει τη γεύση του, ίσως γι’ αυτό οι παλιοί το ’κοβαν με το χέρι.

Την κοίταξε προσεχτικότερα: Καθώς ήταν ηλιοκαμένη, μα και με το πρόσωπο «ξαναμμένο» από τον φούρνο, δυσκολευόσουν να προσδιορίσεις την ηλικία της. Ήταν, βέβαια, και οι βαθιές ρυτίδες, σημάδια από τον χρόνο, τον πόνο και τα βάσανα…

–Έσιεις παιθκιά, κυρία Ροδού; Έμαθα πως ζιεις μόνη σου.

–Τα παιθκιά μου εφύαν, γιε μου, μαζί με τις οικογένειές τους, επήαν στες ελεύθερες περιοχές. Τι να κάμνουν δαμαί στα κατεχόμενα;

–Τζιαι συ πώς γίνεται να ζεις μόνη σου; Γιατί αποφάσισες να μείνεις;

Τον κοίταξε στα μάτια. Τότε μόνο ο Λεύκιος πρόσεξε πως είχαν ένα γκριζοπράσινο χρώμα.

–Μα, γιε μου, τούτη εν η γη μου, δαμαί εγεννήθηκα, δαμαί θέλω τζιαι να πεθάνω! Τζι ύστερα σκέφτουμαι πως, αν φύουμεν τζι εμείς οι λλίοι που εμείναμεν, εν να παραδώσουμεν τον τόπον για πάντα.

Κι άλλαξε την κουβέντα:

–Τη φωτογραφική, γιε μου, ίντα που τη θέλεις; Αν σε δουν οι Τούρτζιοι, θα σου την πάρουν σίουρα.

–Προσέχω, κυρία Ροδού, προσέχω πολλά.

–Τζι ίντα που φκάλλεις, γιε μου;

–Φωτογραφίζω τα πάντα, κυρία Ροδού. Έφκαλα τες αρχαιότητες, τα ερείπια της Αρχαίας Σαλαμίνας, του Αγίου Επιφανίου, μα τζιαι άλλες, εφωτογράφισα τες εκκλησιές σας, τον άγιο Συνέσιο, την εκκλησία της Κανακαρκάς, τον Άη Φίλωνα. Τωρά εν να πάω στο κοιμητήριο, να φωτογραφίσω τους τάφους των ηρώων. Έφκαλα τζιαι τοπία μέσ’ το χωρκό, μα τζιαι πολλούς εγκλωβισμένους, προπάντων τες γυναίκες, την Νιόβη, την Δάφνη, την Μαρούλα του Λιασή τζιαι άλλες. Ο τόπος, έτσι όπως τον εκάμασιν, μα τζι οι μορφές των ανθρώπων δείχνει ούλλην την τραγωδία. Θέλω να σε φωτογραφίσω τζιαι εσένα, κυρία Ροδού.

–Ου, Παναγία μου, κύριε Λεύκιε, έτσι λερωμένη που είμαι; Κάτσε, τουλάχιστον, να βάλω λλίον νερόν στο πρόσωπόν μου, να χτενίσω τζιαι λλίον τα μαλλιά μου.

Επέστρεψε σε λίγα λεπτά κι έτσι, όμως, με την ελάχιστη φροντίδα, φάνηκε πόσο όμορφη πρέπει να ήταν στα νιάτα της. Ο Λεύκιος πρόσεξε πολύ το φως που έπεφτε στο δωμάτιο, ώστε να μπορέσει ν’ αποτυπώσει στη φωτογραφία το χρώμα των ματιών της.

Τέλειωσε και, καθώς ετοιμαζόταν να φύγει, η κυρία Ροδού έσπευσε να προλάβει:

–Περίμενε, κύριε Λεύκιε, να σου δώσω τζι έναν ακόμα ψουμί, για τους συνάδελφούς σου τζιαι τους λλίους μαθητές που έσιετε. Έκαμα τρία ψουμιά, εγιώ, έναν πλάσμα μόνο του, πόσον εν να φάω; Τζιαι, όποτε θέλεις, να ’ρκεσαι, γιε μου, να πίνουμεν έναν καφέ, να λαλούμεν τζιαι καμιάν κουβέντα. Τζιαι, άμα θέλετε, να σας ψήνω τζιαι κανέναν κουλουρούι, λαλούν ότι τα πετυχαίνω πολλά, τζιαι καμιά φλαουνούα το Πάσκα. Να μυρίζουν τζιαι λλίον οι γιορτές σας.

Βγαίνοντας, ο Λεύκιος ένιωσε να τον πνίγει ένας λυγμός. Η «παλαιϊκή θλιμμένη ομορφιά»* στα πρόσωπα και τους τρόπους. Πόσο θ’ αντέξουν;

Προχώρησε προς το κοιμητήριο. Ασφαλώς και δεν περίμενε να το βρει περιποιημένο. Ο χρόνος, μα και οι τούρκικοι βανδαλισμοί δημιούργησαν μια θλιβερή εικόνα ερήμωσης. Όσο όμως και να ήταν κάποιος προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο, οι σπασμένοι, πεσμένοι κάτω σε σωρούς σταυροί προκαλούσαν συγκλονισμό.

Πρώτα πήγε στον τάφο του Παναγιώτη Ν. Κάσπη. «Ηρωικώς πεσών τη 13.10.1958. Ετών 19» γράφει στον θρυμματισμένο σταυρό. Ήξερε την πλούσια δράση του, επικεφαλής της νεολαίας στο γυμνάσιο Ριζοκαρπάσου. Και του είχε μείνει στο μυαλό πως, όταν τον πέτυχαν οι Εγγλέζοι, δεν τους ήταν αρκετό ότι τον σκότωσαν. Έριξαν στο πτώμα του τόσες ακόμα σφαίρες, ώστε τον κομμάτιασαν.

Έφτασε ύστερα στον τάφο του Πετράκη Γιάλλουρου. Στον πεσμένο σταυρό: «Πέτρος Ζ. Γιάλλουρος. Δολοφονήθηκε υπό Άγκλων, 2.2.56, ετών 17». Στο μάτι του φιλόλογου Λεύκιου «χτύπησε» η ανορθογραφία «Άγκλων». Στιγμιαία, βέβαια. Γιατί, σκέφτηκε πως η τεράστια ανορθογραφία της ιστορίας ήταν να εκτελούν οι Εγγλέζοι μαθητές και νέους, γενικά.

Έπιασε να μονολογεί:

–Κι εσύ, Πετράκη, ήσουν το πρώτο θύμα, ανάμεσα τους μαθητές μας. Ο σημαιοφόρος του Ελληνικού Γυμνασίου Αμμοχώστου, με τον φλογερό πατριωτισμό. Έτσι, μπροστάρη στη διαδήλωση, σε πέτυχε το βόλι των Άγγλων. Θέλω, όμως, να σου πω ότι δεν έπαψες ούτε στιγμή να είσαι σύμβολο, που δεν το φθείρει ούτε η βία, ούτε ο χρόνος. Βιάστηκαν οι κατακτητές μας, τότε, να στείλουν το νεκρό σου σώμα, αυθημερόν εδώ στο χωριό σου για ταφή. Φοβούνταν, μην ξεσπάσουν μαζικές διαδηλώσεις και ταραχές στην Αμμόχωστο. Σ’ έθαψαν, νύχτα, στις 8.00 μ.μ. Σιγά, που θα σεβόντουσαν τα ταφικά μας έθιμα, τα οποία δεν επιτρέπουν ταφές το βράδυ. Και δεν ήταν κοντά σου ούτε η μάνα ούτε ο πατέρας, λείπαν στο εξωτερικό. Μόνο η αδελφή σου Μαρία και ο άντρας της, ο Μιχάλης. Ήταν κι ένας φιλόλογός σου από το σχολείο. Πόσο, θα ’θελα, αλήθεια, να ήμουν στη θέση του.

Θέλω να σου ομολογήσω, Πετράκη, πως όταν αποφάσισα να δηλώσω στο Υπουργείο της Παιδείας την επιθυμία μου να υπηρετήσω εδώ στο Ριζοκάρπασο, στο μυαλό μου ήσασταν ο Κάσπης κι εσύ. Να έστρεφα, λέει, πίσω την ιστορία και να τα ’φερνα έτσι, ώστε να σας είχα μαθητές μου, έστω κι αν εσύ δεν φοίτησες εδώ. Να κουβεντιάζαμε στην τάξη για τον Σολωμό και τον Κάλβο. Δεν λέω να σας δίδασκα. Ποιος θα είχε ποτέ το ανάστημα να μιλήσει σε σας γι’ αυτούς. Ήθελα, ακόμα, να βρεθώ στα σοκάκια και τις χωράφες που παίζατε παιδιά, οραματιζόμενοι πάντα την ελευθερία του τόπου.

Από κει πάνω που είσαι, Πετράκη, θα «έζησες» και την ιστορία των οστών σου. Θα είδες τον Μακάριο, επικεφαλής της επίσημης πομπής, έξι χρόνια μετά τη δολοφονία σου –ήμασταν «ανεξάρτητη» χώρα πια το ’62 – να μεταφέρει τα οστά σου πίσω στο Βαρώσι, στον χώρο της θυσίας σου. Δίναμε έτσι μιαν απάντηση στην αυθαιρεσία των Εγγλέζων.

Τώρα, μετά το 1974 είναι εκεί τα οστά σου, σκλαβωμένα τώρα από τους Τούρκους.

Παίχτηκαν φοβερά παιχνίδια με τα οστά των Κυπρίων, μετά τον αγώνα, Πετράκη. Από το ’64, στα πηγάδια μας στοιβάζονταν τα οστά δολοφονημένων Ελληνοκυπρίων, μα και Τουρκοκυπρίων. Και το ’74 η γη μας γέμισε από οστά των αγνοουμένων και των δυο πλευρών… Είμαι βέβαιος πως εσείς που δώσατε τη ζωή σας για την ελευθερία αυτού του τόπου, δεν φανταζόσασταν αυτή τη μοίρα.

Σ’ αφήνω τώρα, Πετράκη. Αύριο θα μιλήσω στους μαθητές μου, γι’ αυτή τη συνομιλία μας. Γύρω από την αίθουσα διδασκαλίας είναι βέβαιο ότι θα παρακολουθούν άντρες της μυστικής αστυνομίας των Τούρκων. Μα, ίσως έτσι το μάθημα θα έχει μεγαλύτερη αξία.

⸙⸙⸙

Σημειώσεις

*Μπουκώνω: στην κυπριακή διάλεκτο σημαίνει προγευματίζω.

*Λεύκιος Ζαφειρίου, Παναγία της Κανακαριάς.

Σημ. 1: Στη συλλογή διηγημάτων του Με ευλάβεια και με λύπη (2013) ο Λεύκιος Ζαφειρίου έγραψε:

Είναι η μαθήτρια που πηγαίνει κι ανάβει τον τάφο του Πετράκη Γιάλλουρου, είναι τα παιδιά που ακούν για πρώτη φορά τα ονόματα του Σολωμού και του Κάλβου, είναι τα ίδια παιδιά που μαζεύουν τα κυκλάμινα απ’ τον κήπο του σχολείου και τα εναποθέτουν στον τάφο των δύο παλληκαριών που σκότωσαν οι Άγγλοι.

Σημ. 2: Το Γυμνάσιο Ριζοκαρπάσου σταμάτησε τη λειτουργία του τη σχολική χρονιά 1974-75. Επαναλειτούργησε το 2004, ύστερα από πολλά διαβήματα σε διεθνείς οργανισμούς. Οι εκπαιδευτικοί που το στελέχωσαν, υπηρέτησαν εκεί εθελοντικά και κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες.

Κύλιση στην κορυφή