Γιώργος Μυλωνάς

Με την πλάτη στον τοίχο

Τον Μάρτιο του 2001 ο Νίκος Χατζηνικολάου μίλησε στη Σχολή Μωραΐτη με θέμα «Η τεχνοκριτική στην Ελλάδα σήμερα» (η ομιλία δημοσιεύθηκε στον τόμο Χρύσανθος Χρήστου. Αφιέρωμα, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 101–112). Ο ομότιμος καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης διατύπωνε εκεί μια σειρά από διαπιστώσεις για την πορεία της εγχώριας τεχνοκριτικής, από τον Μεσοπόλεμο έως το γύρισμα του αιώνα. Διαβάζοντάς τον είκοσι πέντε χρόνια μετά, δύσκολα μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι τα πράγματα βελτιώθηκαν. Tο αντίθετο. Τους μπροστάρηδες αρχαιολόγους και βυζαντινολόγους διαδέχθηκαν λίγοι ιστορικοί της τέχνης, αλλά πάντως επαγγελματίες του χώρου με γνώση και συστηματική παρουσία, όπως η Ελένη Βακαλό και ο Τώνης Σπητέρης. Σήμερα δεν κουνιέται φύλλο τεχνοκριτικής στα μέσα ενημέρωσης.

Ο καθημερινός Τύπος έχει από καιρό εγκαταλείψει την αποκλειστική στήλη τεχνοκριτικής, ενώ τα λιγοστά σοβαρά λογοτεχνικά περιοδικά –έντυπα ή ψηφιακά– σποραδικά μόνο παραχωρούν χώρο στα εικαστικά μας πράγματα (για παράδειγμα, τα κείμενα του Νίκου Μηλιώνη στο Φρέαρ είναι προσεγμένα και γόνιμα στον αναγνώστη παρότι δεν έφερε την ταμπέλα του ειδικού∙ όμως, δεν είχαν συνέχεια). Δεν μπορούμε πια να μιλάμε για παράδοση στήλης, όπως τη διαμόρφωσαν με τα κείμενά τους οι Χάρης Καμπουρίδης και Μαρία Μαραγκού, και δεν προσφέρεται ένα μέσο που να προσφέρει ελεύθερα τέτοια γνώση. Η εφημερίδα Τα Νέα της Τέχνης με πλούσιο αρχείο από το 1991 έπαψε να κυκλοφορεί και το χειρότερο, κατέβηκε από το διαδίκτυο (τουλάχιστον αυτό, το όφειλαν οι τελευταίοι ιδιοκτήτες της).

Ο Χατζηνικολάου είδε πως η ασυναρτησία που παριστάνει την εμβρίθεια του συγγραφέα απειλεί να μετατρέψει την κριτική σε γλωσσική μπλόφα. Εκείνο που δεν ήταν δυνατό να προβλέψει είναι κάτι που σήμερα σκεπάζει όχι μόνο τη γλώσσα, αλλά επίσης (αν όχι κυρίως) τη διαμόρφωση του σκέπτεσθαι: η τεχνητή νοημοσύνη. Με κανέναν τρόπο δεν είμαι εχθρός της, ούτε βέβαια υποστηρίζω την παρεμπόδισή της. Θα ήταν γελοίο αυτό. Θα ήταν σαν να ήμασταν στο τέλος του 19ου αι. και να ζητούσα την απόρριψη του εξηλεκτρισμού! Ωστόσο, πρέπει να ειπωθεί ότι έχουμε ήδη πλημμυρίσει από τεχνοκριτικά σημειώματα γραμμένα με τη βοήθειά της και, συχνά, αμάσητα από τον υποτιθέμενο συντάκτη τους. Και δεν προέρχονται μόνο από νέους συναδέλφους, αλλά και από τεχνοκριτικούς με μακρά εμπειρία στον χώρο και ακαδημαϊκούς τίτλους.

Σήμερα, τη βαθυστόχαστη αρλουμπολογία, ενδεδυμένη συχνά και με όρους ιδεολογίας, έχει αντικαταστήσει η έτοιμη γραφή του ChatGPT. Μιλάμε για μια τεχνοκριτική που οδηγεί σε μια «βασική και ενοποιητική ερμηνεία» των πάντων. Το «βασικό» εδώ ταυτίζεται με το «κοινό». Το εικαστικό γεγονός ερμηνεύεται με κριτήριο το επίπεδο προσληπτικότητας ενός «ενιαίου κοινού». Και αυτό το «ένα και ενιαίο κοινό», δηλαδή η μάζα, αναγνωρίζει πρωτίστως ό,τι την επιβεβαιώνει. Τα παραδείγματα είναι εύκολα, καθώς η φρασεολογία της AI είναι χαρακτηριστική: «το έργο δεν είναι έτσι, αλλά αλλιώς», «δεν προκαλεί τούτο, αλλά εκείνο». Η εμμονή στα κλισέ και στις κενές περιεχομένου συναισθηματικές εκφράσεις αντικαθιστά τη γλώσσα με μια χονδροειδή κατασκευή αντιθέσεων. Η εμβάθυνση υποχωρεί μπροστά στη σχηματοποίηση και, τελικά, η ομοιογένεια αντικαθιστά την κρίση. Αυτό που διακυβεύεται δεν είναι μόνο η τεχνοκριτική. Είναι η γλωσσική επάρκεια, η δυνατότητα συγκρότησης εννοιολογικού πλαισίου και, εντέλει, η ίδια η δυνατότητα μετάδοσης του αφηρημένου στοχασμού.

Επιστρέφω στον Χατζηνικολάου όπου χρησιμοποιεί ως γόνιμο παράδειγμα τεχνοκρίτη τον Ζαχαρία Παπαντωνίου. Σήμερα, αν θέλει κάποιος να δώσει «ύφος» στο κείμενό του μπορεί ωραιότατα να ενδυθεί την «άποψη» του Παπαντωνίου, του Χατζηνικολάου, οποιουδήποτε κρίνει πως θα προσδώσει βάθος στην υπογραφή του. Εδώ ακριβώς αρχίζει ένα δεύτερο και, κατά τη γνώμη μου, σοβαρότερο πρόβλημα. Δεν είναι πια μόνο η ομοιομορφία της γλώσσας που παράγει η τεχνητή νοημοσύνη. Είναι η ευκολία με την οποία μπορούμε να επιστρατεύσουμε τους νεκρούς για να πουν εκείνο που θέλουμε εμείς να πουν. Το μεγαλύτερο μέρος της τεχνοκριτικής υπήρξε πάντοτε, φανερά ή υπόγεια, συνομιλία με προηγούμενες κρίσεις. Ο τεχνοκρίτης βλέπει ένα έργο έχοντας πίσω του άλλα έργα, άλλες θεωρήσεις, άλλους τεχνοκρίτες-δασκάλους. Αυτό δεν είναι ελάττωμα· είναι η ίδια η ιστορικότητα της κρίσης. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο πρόγονος παύει να είναι συνομιλητής και γίνεται άλλοθι.

Η τεχνητή νοημοσύνη κάνει αυτή τη μεταμφίεση εξαιρετικά εύκολη. Αρκεί μια εντολή: γράψε για τον τάδε ζωγράφο «με το ύφος της Βακαλό», «μέσα από τη σκέψη του Παπαντωνίου», «όπως θα τον έβλεπε ο Καμπουρίδης». Και σε λίγα δευτερόλεπτα ο νεκρός επιστρέφει πρόθυμος να γνωμοδοτήσει για έναν καλλιτέχνη που δεν είδε, για μια έκθεση που δεν επισκέφθηκε, για έργα που δημιουργήθηκαν μέσα σε συνθήκες που δεν γνώρισε. Δεν αρκεί που του δανειζόμαστε τη γλώσσα, του αποδίδουμε κρίσεις. Τον υποχρεώνουμε να επικυρώσει τις δικές μας. Έτσι ο τεχνοκρίτης μπορεί να καλυφθεί πίσω από ένα αδιαμφισβήτητο όνομα, να αποκτήσει τεχνητά το κύρος μιας παράδοσης, να υπερασπιστεί τη γνώμη του σαν να υπερασπίζεται μια ολόκληρη κριτική γενεαλογία. Κι όσο μεγαλύτερος ο πρόγονος τόσο ασφαλέστερη η κάλυψη. Οι λαμπροί δάσκαλοι μπορούν να μετατραπούν σε ένα είδος απέραντης αποθήκης ύφους, εννοιών και κρίσεων, από την οποία ο καθένας αντλεί ό,τι χρειάζεται. Ο κίνδυνος είναι προφανής: κάποια στιγμή δεν θα γνωρίζουμε αν διαβάζουμε Παπαντωνίου ή τη σημερινή μας ιδέα για το πώς θα έγραφε ο Παπαντωνίου.

Εδώ ο «μεγάλος νεκρός» κινδυνεύει πράγματι να γίνει θύμα του επιγόνου του. Η μηχανή δεν ανασταίνει το πρόσωπο. Αναγνωρίζει επαναλήψεις, λεξιλόγιο, συντακτικές συνήθειες, θεματικές συγγένειες και από αυτά κατασκευάζει μια εκδοχή λόγου. Εκεί όμως όπου εμείς βλέπουμε ένα πειστικό ύφος, έχει ήδη συντελεστεί μια ουσιώδης παραμόρφωση. Η μίμηση της φωνής εκλαμβάνεται ως συνέχεια της σκέψης. Και από τη στιγμή που η κατασκευή ακούγεται πειστική, η απόσταση ανάμεσα στο «θα μπορούσε να το έχει γράψει» και στο «θα μπορούσε να το έχει σκεφτεί» εξαφανίζεται.

Αυτό είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο στην τεχνοκριτική, επειδή η κρίση δεν είναι απλή εφαρμογή ενός συστήματος. Προϋποθέτει το συγκεκριμένο έργο, τη φυσική του παρουσία, την κλίμακα, την ύλη, τη σχέση του με τον χώρο, την απόσταση από την οποία το βλέπουμε, ακόμη και την αποτυχία του. Προϋποθέτει επίσης τον χρόνο στον οποίο συναντιούνται έργο και κριτικός. Ο Παπαντωνίου δεν είναι ένα σύνολο επιθέτων, όπως η Βακαλό δεν είναι ένα λεξικό μορφολογικών όρων. Η κρίση τους γεννήθηκε μέσα σε συγκεκριμένες αντιπαραθέσεις, προτιμήσεις, προκαταλήψεις, γνώσεις και πάθη. Αν αφαιρέσουμε από τη γλώσσα τους αυτή τη συνθήκη και κρατήσουμε μόνο τα αναγνωρίσιμα εξωτερικά χαρακτηριστικά της, δεν τους συνεχίζουμε· κατασκευάζουμε το ομοίωμά τους.

Μπορεί λοιπόν να δημιουργηθεί ένας παράδοξος «αναδρομικός μηχανισμός». Όσο περισσότερο ζητούμε από την τεχνητή νοημοσύνη να γράφει «σαν» έναν τεχνοκρίτη, τόσο περισσότερο παράγεται ένα δεύτερο, τεχνητό σώμα κειμένων που φέρει το όνομά του χωρίς να είναι δικό του. Και όσο αυτά τα κείμενα κυκλοφορούν, τόσο ισχυρότερη γίνεται η σχηματική εικόνα που έχουμε γι’ αυτόν. Ο Παπαντωνίου γίνεται περισσότερο «Παπαντωνίου», όχι όπως υπήρξε, αλλά όπως η επανάληψη ορισμένων γνωρισμάτων τον καθιστά εύκολα αναγνωρίσιμο. Η καρικατούρα, ακριβώς επειδή είναι αναγνωρίσιμη, αρχίζει να υποκαθιστά το πρόσωπο.

Τι σημαίνει για μας αυτή η συνάντηση με το αδιέξοδο; Κινδυνεύει η τεχνοκριτική να γίνει μια καββαλιστική τέχνη. Αποδίδουμε στον πρόγονο νοήματα και κρίσεις που ο ίδιος δεν είχε, τον υποχρεώνουμε να σχολιάσει έργα που δεν γνώρισε και, στο τέλος, μεταβάλλουμε τα κείμενά του σε ένα είδος κώδικα από τον οποίο μπορούν να εξαχθούν απεριόριστες νέες αποφάνσεις. Ο ένας μπορεί να επικαλεστεί τη Βακαλό για να νομιμοποιήσει την επιστροφή στη ζωγραφική και ο άλλος την ίδια Βακαλό για να αποδείξει την ιστορική εξάντλησή της. Ένας τρίτος μπορεί να επιστρατεύσει τον Σπητέρη υπέρ της παράδοσης και ένας τέταρτος τον ίδιο Σπητέρη υπέρ μιας ριζικής νεωτερικότητας. Όσο πειστικότερη γίνεται η μηχανή, τόσο δυσκολότερα διακρίνεται πού τελειώνει το κείμενο του προγόνου και πού αρχίζει η ανάγκη του επιγόνου να καλυφθεί πίσω από αυτό.

Η απάντηση όμως δεν μπορεί να είναι «πίσω στα κείμενα!» με την έννοια μιας απαγόρευσης της ερμηνείας. Ούτε μπορούμε να ζητήσουμε από τον σημερινό τεχνοκρίτη να προσέρχεται στους παλαιότερους σαν συντηρητής ενός μουσειακού λόγου, τον οποίο επιτρέπεται μόνο να αποκαθιστά και ποτέ να μετακινεί. Γιατί και αυτό θα ήταν ένας άλλος τρόπος να τους νεκρώσουμε. Κάθε κείμενο για την τέχνη περιέχει κάτι που ιστορικά διαφεύγει. Ο Παπαντωνίου έγραφε μπροστά σε συγκεκριμένους πίνακες, για συγκεκριμένο αναγνώστη, μέσα σε συγκεκριμένο πνευματικό και κοινωνικό κλίμα. Μπορούμε να ανασυστήσουμε τις περιστάσεις, όχι όμως να ανακτήσουμε ακριβώς την ένταση με την οποία τις έζησε. Το ίδιο ισχύει για τη Βακαλό, τον Σπητέρη, τον Καμπουρίδη. Η απόλυτη προσήλωση στο γράμμα τους δεν εγγυάται την πιστότητα. Μπορεί, αντιθέτως, να καταλήξει σε μια λόγια νεκροφιλία: σε άψογες παραπομπές χωρίς καμία ενεργό σχέση με το έργο που βρίσκεται σήμερα μπροστά μας.

Κάτω από αυτό το πρίσμα η ερμηνεία αποτελεί χορηγία ζωής, όχι βιασμό. Κανείς δεν μας ζητά να αφήσουμε τους δασκάλους στην ησυχία τους, τους διαβάζουμε γιατί ακόμα έχουν κάτι να μας πουν και αυτό το κάτι δεν είναι πάντα αυτό που θα μας ευχαριστούμε να ακούσουμε. Εδώ βρίσκεται και το όριο στη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης. Μπορεί να μας οδηγήσει γρηγορότερα σ’ ένα κείμενο, σε μια σκέψη που λησμονήσαμε, σε μια σχέση που δεν είχαμε προσέξει. Δεν μπορεί, όμως, να αναλάβει τη συνάντηση με το έργο. Αυτή ανήκει στον κριτικό και, μαζί της, η ευθύνη να πάρει από τους προηγούμενους ό,τι ακόμη είναι γόνιμο και να το θέσει σε δοκιμασία στο παρόν.

Υπό αυτή την έννοια, ακόμη και η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να γίνει εργαλείο αναδημιουργίας αντί μηχανή πλαστοπροσωπίας. Η διαφορά δεν βρίσκεται στη μηχανή αλλά στη χρήση της. Άλλο να της ζητάς να σου κατασκευάσει έναν Παπαντωνίου που θα υπογράψει νοερά τη δική σου κρίση και άλλο να την χρησιμοποιείς για να επιστρέψεις στον Παπαντωνίου, να τον διαβάσεις, να τον αμφισβητήσεις και, όπου χρειαστεί, να απομακρυνθείς από αυτόν. Η παράδοση δεν συνεχίζεται με τη μίμηση. Συνεχίζεται ακριβώς τη στιγμή που παύει να λειτουργεί ως άλλοθι.

Η κραυγή, λοιπόν, «πίσω στα κείμενα!» αποκτά σήμερα μια καινούργια, επείγουσα σημασία. Όχι «κάτω η τεχνητή νοημοσύνη», ούτε «κάτω οι ερμηνευτές», αλλά: διάβασε. Γίνε ερμηνευτής. Ανάλαβε το κόστος της κρίσης σου. Χρησιμοποίησε τον πρόγονο χωρίς να κρυφτείς πίσω του και τη μηχανή χωρίς να της παραχωρήσεις την υπογραφή σου. Η τεχνοκριτική, πάνω απ’ όλα, είναι μια συνδυαστική τέχνη. Οι νέες σχέσεις που δημιουργούνται ανάμεσα στο έργο που έχουμε μπροστά μας, στα έργα που προηγήθηκαν και στις κρίσεις που κληρονομήσαμε δηλώνουν την παρουσία ζωής. Αυτό, νομίζω, είναι το μόνο ασφαλές κριτήριο σήμερα απέναντι σε ένα κείμενο, είτε γράφτηκε με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης είτε χωρίς αυτήν: να δούμε πόσο προσπαθεί ο συντάκτης του να καλυφθεί πίσω από ξένες πλάτες και πόσο αίμα και ζωή παίρνει και δίνει.

Κύλιση στην κορυφή