‘Όταν μπήκε ο ελληνικός στρατός στο χωριό του πατέρα μου στην Πέπελη, αρχές του 1941 κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, επικρατούσε παντού μια ατμόσφαιρα γιορτινή, όχι μόνο στο χωριό αλλά σε όλη την ευρύτερη περιοχή. Οι στρατιώτες διέμεναν στα σπίτια των χωριανών μετριάζοντας λιγάκι την κούραση και τις ταλαιπωρίες του πολέμου. Στου παππού μου το σπίτι, σύμφωνα με τις διηγήσεις του πατέρα μου, είχαν εγκατασταθεί τρεις στρατιώτες. Όλοι τους απέπνεαν ένα είδος χαράς κι αισιοδοξίας που ξετρέλαινε παιδιά κι ενήλικες. Ο πατέρας μου ήταν τότε στα δεκάξι και ο μικρότερος αδερφός γύρω στα δώδεκα. Ό,τι άκουγαν το ρουφούσαν σα σφουγγάρι και το κατέγραφαν στη μνήμη τους. Ένας από τους στρατιώτες λεγόταν Γιάννης Ρίτσιος. Ήταν πολύ διασκεδαστικός, τραγουδούσε κι ωραία: «Κι αν τύχει και πεθάνω Μαριώ μ’ στα ξένα», αλλά κυρίως το «Κουκουρουκουκού Παλόμα» που τόσο πολύ άρεσε στα παιδιά. Είχε μείνει αξέχαστος τόσο με τα τραγούδια του όσο και με τα αστεία του. Τα πάντα ήταν μαγικά σε εκείνη την παρέα. Ακόμα κι ένα κατσίκι που είχαν κλέψει μια ομάδα φαντάρων και το έψησαν είχε κι αυτό τη γοητεία του. Έτσι κι αλλιώς το έφαγαν όλοι μαζί, αφού και το συσσίτιο τους όλοι μαζί το έτρωγαν. Τα παιδιά ξετρελαίνονταν κυρίως για τις σταφίδες.
Αργότερα, όταν ο πατέρας μου ενηλικιώθηκε, συμπέρανε μόνος του ότι ο ένας από τους φαντάρους που δήλωνε δημοσιογράφος, ο Ρίτσιος δηλαδή, ήταν ο γνωστός ποιητής. Στην εφηβεία μού διάβασε μεταφρασμένο στα αλβανικά το «Οι γειτονιές του κόσμου», αλλά δεν μου είχε κάνει κάποια ιδιαίτερη εντύπωση. Ίσως να μην του ταίριαζε η αλβανική γλώσσα ή ο μεταφραστής να μην είχε καταφέρει να βρει τον εσωτερικό ρυθμό της ελληνικής γλώσσας και το απέδωσε με έναν τρόπο κάπως πεζό. Εμένα όμως μου αρκούσε που τον είχε γνωρίσει ο πατέρας μου όταν ήταν παιδί και κυρίως το γεγονός ότι τον εκτιμούσαν τόσο πολύ στην Ελλάδα. Για την μετέπειτα πορεία της ζωής του ποιητή δεν γνωρίζαμε τίποτα, όπως κι εκείνος σίγουρα δεν γνώριζε τα βάσανα του πατέρα μου και για τα χρόνια του στα κάτεργα της δικτατορίας.
Αργότερα ένιωσα κάτι από την ποίηση του Γιάννη Ρίτσου όταν άκουσα μελοποιημένα ποιήματά του από τον Μίκη Θεοδωράκη.
Όταν ήρθα στην Ελλάδα, σαράντα ετών πλέον, τον θεωρούσα ως τον καλύτερο Έλληνα ποιητή. Αν είχα δίκιο ή όχι, το ξέρουν οι κριτικοί της λογοτεχνίας.
Όταν παρουσιάστηκα στις Εκδόσεις Κέδρος για να εκδώσω την πρώτη μου συλλογή διηγημάτων, δήλωσα με έπαρση ότι ο Γιάννης Ρίτσος είχε διαμείνει στο σπίτι μας για λίγες μέρες κατά τη διάρκεια του Πολέμου. Η εκδότρια –αείμνηστη πλέον– Κάτια Λεμπέση, εξεπλάγη. Το πρόσωπό της φωτίστηκε και σηκώθηκε αμέσως από τη θέση της να φωνάξει την Νινέττα Μακρυνικόλα που εργαζόταν στα διπλανό γραφείο και προετοίμαζε ένα βιβλίο με τη βιογραφία του Γιάννη Ρίτσου. Διηγήθηκα ξανά την ιστορία προσθέτοντας ότι ενώ οι Γερμανοί είχαν κάψει το σπίτι, ωστόσο η μνήμη του ποιητή είχε μείνει άθικτή.
Η απογοήτευσή μου όμως ήταν μεγάλη όταν εκείνη με πληροφόρησε ότι ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος –και όχι Ρίτσιος όπως τον προφέραμε εμείς– δεν είχε υπηρετήσει στον στρατό, καθώς είχε απαλλαγεί λόγω ασθένειας. Ίσως να επρόκειτο για συνωνυμία, εξ ου και αυτή η μικρή διαφορά στα όνομα του στρατιώτη με εκείνο του ποιητή. Άλλωστε, ήταν γνωστή η ζωή του στην Αθήνα εκείνον τον καιρό, με διαβεβαίωσε.
Στην αρχή φοβήθηκα μήπως με πάρουν για μυθομανή, αλλά δεν με πείραξε τόσο αυτό όσο με πλήγωσε η ξαφνική διάψευση. Είχα ζήσει τόσα χρόνια με την ψευδαίσθηση αυτή και τώρα σαν να είχε ανάψει κάποιος τον διακόπτη και τα πάντα βγήκαν στο φως όπως στον κινηματογράφο στο τέλος της ταινίας. Ωστόσο, έστω και απατηλή, η μνήμη του ποιητή ήταν αρκετή για να κρατήσει ζωντανή την αγάπη μου για τη λογοτεχνία.

