Διδάσκοντες και διδασκόμενοι αντιμετωπίζουν και στη Γαλλία δυσκολίες, και είναι διάχυτη η αίσθηση πως τα πράγματα, αντί να βελτιώνονται, χειροτερεύουν. Πώς αλλιώς να ερμηνεύσει κανείς τις περικοπές που γίνονται αργά αλλά σταθερά στη δημόσια εκπαίδευση; Όμως κάποιοι ακρογωνιαίοι λίθοι του γαλλικού εκπαιδευτικού οικοδομήματος παραμένουν στη θέση τους, προστατεύοντας ως έναν βαθμό το σχολείο από τις επιπτώσεις που έχει η υποβάθμιση των ανθρωπιστικών αξιών μέσα στο γενικότερο κλίμα της κούρσας για το κέρδος. Θα επικεντρωθούμε εδώ στα θετικά στοιχεία, εξετάζοντας παράλληλα και τους παράγοντες που δικαιολογούν την αυξανόμενη ανησυχία.
Παραπαιδεία. Δεν υπάρχει στη Γαλλία οργανωμένη παραπαιδεία — φροντιστήρια και «ιδιαίτερα». Δεν είναι ακόμη διαδεδομένη η αντίληψη πως, για να περάσει στο πανεπιστήμιο το παιδί, πρέπει να υποβληθεί σε σημαντικά έξοδα ο γονιός, λόγω του υπερβολικά μεγάλου ανταγωνισμού αλλά και επειδή δεν επαρκεί η διδασκαλία στο δημόσιο ή και ιδιωτικό σχολείο. Στη Γαλλία, η προετοιμασία των τελειόφοιτων γίνεται στο λύκειο, από καθηγητές διορισμένους με δημόσιο διαγωνισμό που προκηρύσσεται ετησίως. (Με τον ίδιο τρόπο διορίζονται οι καθηγητές και στα ιδιωτικά σχολεία.) Πολλά από τα πιο ανταγωνιστικά λύκεια της χώρας είναι δημόσια, ενώ είναι σχετικά μικρός ο αριθμός των ιδιωτικών λυκείων που συγκαταλέγονται στα κορυφαία λύκεια. Ωστόσο, αυτή η εικόνα αντιστρέφεται, αν σταθούμε αποκλειστικά στην κατηγορία των λυκείων με (πολύ) μέτρια αποτελέσματα: σ’ αυτή τη ζώνη, το ποσοστό των ιδιωτικών λυκείων είναι χαμηλό (γύρω στα 18%, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του L’Étudiant), πράγμα που μπορεί να συνδεθεί τόσο με το κοινωνικό-μορφωτικό προφίλ των μαθητών στα ιδιωτικά, όσο και με το ότι, λόγω των σταθερών περικοπών στο δημόσιο, οι τάξεις γίνονται όλο και περισσότερο πολυπληθείς.
Η είσοδος στο πανεπιστήμιο. Η είσοδος στο πανεπιστήμιο δεν κρίνεται μόνο από τις τελικές γραπτές εξετάσεις, ούτε αρκεί ένα συγκεκριμένος αριθμός μορίων για να περάσει κανείς σε μια σχολή. Όπως θα δούμε, το φιλτράρισμα των υποψηφίων στη Γαλλία γίνεται σταδιακά, με διαχωρισμό σε τρία σημεία: αποφοιτώντας από το γυμνάσιο, αποφοιτώντας από το Γενικό λύκειο, και στη συνέχεια, περνώντας επιτυχώς από το πρώτο στο δεύτερο έτος στο πανεπιστήμιο. Ας σημειωθεί εδώ πως κάτι λιγότερο από τα τρία τέταρτα των ΑΕΙ στη Γαλλία είναι δημόσια, και αρκετά τοποθετούνται πλέον σε πολύ καλές θέσεις στις διεθνείς κατατάξεις.
Ο πρώτος διαχωρισμός στη Γαλλία γίνεται στο τέλος του γυμνασίου. Η βαθμολογία στην Γ’ γυμνασίου είναι ένα από τα κριτήρια για την είσοδο σ’ ένα καλό λύκειο. Γύρω στο ένα τρίτο των αποφοίτων του γυμνασίου διοχετεύεται στο Επαγγελματικό λύκειο, όχι απαραιτήτως επειδή το επέλεξαν, αλλά γιατί τους στέλνουν εκεί οι χαμηλοί βαθμοί τους. Άλλο ένα 20% θα μετακινηθεί στο Τεχνικό λύκειο τελειώνοντας την Α’ λυκείου, για τον ίδιο λόγο.[1] Όσοι προβιβαστούν (και παραμείνουν) στο Γενικό λύκειο προορίζονται, στην πλειονότητά τους, για πανεπιστημιακές σπουδές κάποιου είδους. Υπάρχουν γραπτές και προφορικές εξετάσεις στη Β΄ και στη Γ΄ λυκείου για τα μαθήματα με υψηλό συντελεστή, και οι βαθμοί αυτοί αναλογούν στο 60% του τελικού μέσου όρου στο Μπακαλορεά (= το γαλλικό απολυτήριο λυκείου). Για το υπόλοιπο πρόγραμμα (και το υπόλοιπο 40% του τελικού βαθμού στο Μπακαλορεά) μετράει η «γενική εικόνα» — οι βαθμολογίες και οι αξιολογήσεις των καθηγητών στις δυο αυτές χρονιές. Η «γενική εικόνα» θεωρείται αρκετά αμερόληπτη, γιατί πραγματοποιείται κάθε χρόνο κατάταξη των λυκείων, με βάση τα αποτελέσματα στις εξετάσεις του Μπακαλορεά και άλλα κριτήρια. Οι βαθμολογίες στους ελέγχους και οι αξιολογήσεις πρέπει να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, και να μην υπάρχει σημαντική απόκλιση από τα τελικά αποτελέσματα, για να μπορέσει να κρατήσει ένα λύκειο τη θέση του στην κατάταξη. Αυτό ελέγχει τον πληθωρισμό των βαθμών. Ενδεικτικά, ο μέσος όρος μιας καλής τάξης μπορεί να κυμαίνεται γύρω στο 12-13, γιατί δεν θα έχουν όλοι υψηλό μέσο όρο σε όλα τα μαθήματα. Οι αριστούχοι (με μέσο όρο > 16) αποτελούν ένα πολύ μικρό ποσοστό ήδη στις βαθμολογίες των ελέγχων. Σπάνια θα ενοχλήσει τον εκπαιδευτικό γονιός προσπαθώντας να ασκήσει πίεση για υψηλότερη βαθμολογία. Αυτή τουλάχιστον είναι η δική μου εμπειρία σ’ ένα δημόσιο γενικό λύκειο με καλή σειρά κατάταξης, στο 17ο διαμέρισμα στο Παρίσι.
Εκδημοκρατισμός των σπουδών. Υπάρχουν δύο στοιχεία στο γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα που βοηθούν τα λιγότερο ευνοημένα παιδιά να σπουδάσουν χωρίς μεγάλα έξοδα. Πρώτον, δίνεται η ευκαιρία σε μεγαλύτερο ποσοστό των μαθητριών/μαθητών να φτάσει στο πανεπιστήμιο. Το αν θα καταφέρουν να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους εξαρτάται από το αν θα περάσουν επιτυχώς από το πρώτο στο δεύτερο έτος στην τριτοβάθμια πλέον εκπαίδευση. Μια ιδιοτυπία του γαλλικού συστήματος είναι ότι οι σχολές (και οι προπαρασκευαστικές τάξεις για την είσοδο στις λεγόμενες Grandes Écoles) προσφέρουν θέσεις πριν δώσουν οι υποψήφιες-οι τις τελικές εξετάσεις στη Γ’ λυκείου. Προϋπόθεση για την οριστική αποδοχή μιας/ενός υποψηφίου είναι βέβαια η απόκτηση του τίτλου του Μπακαλορεά, αλλά η μετάβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν ακυρώνεται από χαμηλότερους βαθμούς στις τελικές εξετάσεις απ’ αυτούς που αναμένονταν με βάση τα προγνωστικά του λυκείου. Σ’ αυτό το στάδιο, η επίδοση τη μέρα των εξετάσεων κρίνεται ως λιγότερο σημαντική από τη γενικότερη επίδοση τα τελευταία δύο χρόνια του λυκείου. Στην ουσία, οι υποψήφιοι επιλέγονται με βάση τόσο τις βαθμολογίες από τις εξετάσεις της Β’ λυκείου, όσο και βαθμολογίες της Γ’ λυκείου που θεωρούνται ενδεικτικές για τα τελικά αποτελέσματα του Ιουνίου. Πέρα από τα ειδικά μαθήματα, ένας σημαντικός αριθμός μαθημάτων επιλογής στο λύκειο επιτρέπει να δημιουργήσει κανείς ένα αρκετά προσωπικό προφίλ, κάτι που θα μετρήσει επίσης στη διαδικασία ιεράρχησης των υποψηφίων για μια θέση σε μια συγκεκριμένη σχολή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.[2]
Ένα δεύτερο στοιχείο, βοηθητικό για τους υποψηφίους με λιγότερη υποστήριξη από τον οικογενειακό ή κοινωνικό περίγυρο είναι η διαδικασία αναπροσανατολισμού που επιτρέπει σε όσους δεν επέλεξαν επιτυχώς την πρώτη φορά, να δοκιμάσουν την τύχη τους την επόμενη χρονιά σε άλλη σχολή ή και σε διαφορετικό τομέα σπουδών, χωρίς να επαναλάβουν τις εξετάσεις.
Ενδεικτικά, σύμφωνα με στοιχεία που δίνει η Σορβόννη (Paris 1 Panthéon-Sorbonne) για το ακαδημαϊκό έτος 2024-25, μόνο το 51% όσων εισήχθησαν το 2021 κατάφεραν να ολοκληρώσουν τον πρώτο κύκλο πανεπιστημιακών σπουδών και να πάρουν πτυχίο (τη Licence), ενώ ένα 8% αποφοίτησε με τη Licence με καθυστέρηση ενός έτους. (Κανονικά, δεν προβλέπεται μεγαλύτερη καθυστέρηση από ένα έτος για την ολοκλήρωση του πρώτου κύκλου σπουδών.) Συνολικά το 59% των φοιτητών αποφοίτησε με τη Licence (για να προχωρήσει σε διετές πρόγραμμα Μάστερ), ενώ αγνοείται η τύχη του 41% που δεν αποφοίτησε. Ένα ποσοστό μάλλον προσανατολίστηκε σε άλλη σχολή ή και σε άλλη τελείως κατεύθυνση. Οι υπόλοιποι εγκατέλειψαν τις σπουδές σ’ αυτό το σημείο — νωρίς, αλλά τουλάχιστον τους δόθηκε η ευκαιρία να δουν αν μπορούν να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις του πανεπιστημίου.
Το πρόγραμμα μαθημάτων. Δεν υπάρχουν πλέον «κατευθύνσεις» (ομάδες προσανατολισμού), και οι μαθητές μπορούν να επιλέξουν τα ειδικά μαθήματα με υψηλό συντελεστή, στα οποία θα εξεταστούν στο τέλος. Τα μαθηματικά είναι πάντα αξιοσύστατη επιλογή για όσους/όσες είναι σε θέση να τα κρατήσουν, ακόμη κι αν ενδιαφέρονται για θεωρητικές σπουδές. Υπάρχουν παιδιά που επιλέγουν Μαθηματικά, Φυσική και Αγγλόφωνη λογοτεχνία στη Β’ Λυκείου, γιατί ένα υψηλό επίπεδο αγγλικών θα βοηθήσει να περάσουν αργότερα τον πολύ απαιτητικό διαγωνισμό για τις Grandes Écoles των μηχανικών. Μεγάλη ζήτηση έχουν και τα ειδικά μαθήματα «Ιστορία, Γεωγραφία, Γεωπολιτική και Πολιτικές Επιστήμες», «Κοινωνικές και Οικονομικές επιστήμες», «Βιολογία και Γεωλογία», «Ανθρωπιστικές επιστήμες, Λογοτεχνία και Φιλοσοφία». Κάποια λύκεια προσφέρουν κι άλλα μαθήματα ειδικότητας, όπως «Σινεμά» ή «Εικαστικές Τέχνες», ή τη δυνατότητα να ενσωματώσει κανείς στο πρόγραμμα τη μουσική ή τον αθλητισμό. Υποχρεωτικά μαθήματα για όλους, με τον ίδιο υψηλό συντελεστή, είναι τα γαλλικά και η γαλλική λογοτεχνία (με γραπτή και προφορική εξέταση στο τέλος της Β’ λυκείου)[3] και η φιλοσοφία (με γραπτή εξέταση στο τέλος της Γ’ λυκείου). Τα λατινικά και τα αρχαία ελληνικά έχουν γίνει μαθήματα επιλογής για λίγους ενδιαφερόμενους. Ωστόσο, το να έχει κανείς κατοχυρώσει ένα τέτοιο μάθημα μπορεί να είναι πλεονέκτημα όταν το «ντοσιέ» του φτάσει στα χέρια του πανεπιστημιακού προσωπικού που θα αναλάβει τον τελικό γύρο της κατάταξης των υποψηφίων στη διαδικασία επιλογής.
Ας σημειωθεί πως οι ξένες γλώσσες διδάσκονται κι αυτές στο σχολείο (και όχι στο φροντιστήριο), και η ρετσινιά των ανεπίδεκτων στις ξένες γλώσσες Γάλλων είναι πλέον πολύ λιγότερο πραγματικότητα απ’ ό,τι προκατάληψη. Πολλά σχολεία προσφέρουν ενισχυμένα αγγλικά και μερική διδασκαλία στα αγγλικά κάποιου άλλου μαθήματος (για παράδειγμα, της ιστορίας). Υπάρχουν λύκεια (ιδιωτικά αλλά και δημόσια) με δίγλωσσα τμήματα (γαλλικά και μια δεύτερη γλώσσα), όπου οι μαθήτριες-τές παρακολουθούν και εξετάζονται σε πρόσθετα μαθήματα (συνήθως λογοτεχνία και ιστορία στη δεύτερη γλώσσα), για να αποκτήσουν τον τίτλο του διεθνούς Baccalauréat (Baccalauréat Français International).
Πού η βάρκα μπάζει νερά. Ωστόσο, παρά τα θετικά στοιχεία, ο ρόλος και οι συνθήκες εργασίας των εκπαιδευτικών έχουν υποβαθμιστεί και στη Γαλλία. Δεν υπάρχουν ακόμη ελλείψεις που θα υποχρεώσουν, για παράδειγμα, μια καθηγήτρια να διδάξει άλλα μαθήματα πέρα από την ειδικότητά της, ούτε θα ζητηθεί να συμπληρώσουν ώρες στο γυμνάσιο καθηγητές που έχουν ήδη προαχθεί στο Γενικό λύκειο. Όμως οι περικοπές στον προϋπολογισμό για τη δημόσια εκπαίδευση συνεπάγονται πολύ πιο πολυπληθείς τάξεις στα δημόσια σχολεία, κάτι που έχει πάντα αρνητικό αντίκτυπο στη διδασκαλία. Όσο κι αν στα ζόρικα σχολεία «άμεσης προτεραιότητας» είναι πιο ολιγάριθμες οι τάξεις, και η ταχύτερη συγκέντρωση μορίων για μια ευνοϊκή μετάθεση αποτελεί κίνητρο για να τα επιλέξουν ως πρώτο διορισμό οι νέοι εκπαιδευτικοί, στις συνοικίες που «εξευγενίζονται» με την προοδευτική εγκατάσταση ευκατάστατων οικογενειών πληθαίνουν τα ιδιωτικά σχολεία (συνήθως με θρησκευτικό προσανατολισμό και σχετικά χαμηλά δίδακτρα). Τέτοια σχολεία διαφημίζουν ένα καλύτερο «σέρβις» και πιο εξατομικευμένη προετοιμασία στα ειδικά μαθήματα, αντιδιαστέλλοντας την εικόνα τους μ’ αυτή ενός δημοσίου που δοκιμάζεται από την παραβατική συμπεριφορά μιας μερίδας των μαθητών του. Μήπως αυτό θυμίζει λίγο το είδος των συνθηκών που ευνοούν την ελληνική παραπαιδεία;
Πράγματι, ο αριθμός των μαθητών που παρακολουθούν ιδιωτικά σχολεία στη Γαλλία αυξάνεται με σταθερό ρυθμό, και αναμένεται να αυξηθεί ακόμη περισσότερο κατά τη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας, ειδικά στο Παρίσι και στις μεγάλες πόλεις. Σύμφωνα με φετινή πρόβλεψη του Ινστιτούτου Δημόσιας Πολιτικής (πηγή: France Inter), σχεδόν οι μισοί μαθητές της πρώτης γυμνασίου θα φοιτούν σε ιδιωτικά σχολεία στο Παρίσι έως το 2035 (σε σχέση με το 38,7% του 2024). Στην πλειονότητά τους, τα γαλλικά ιδιωτικά σχολεία είναι συμβεβλημένα με το κράτος και δέχονται κρατικές επιχορηγήσεις (πέρα από άλλους πόρους που διαθέτουν τα καθολικά, για παράδειγμα, σχολεία), πράγμα που γεννάει μεγάλα ερωτηματικά για το πώς κατανέμονται οι πόροι, δεδομένης της πολιτικής λιτότητας που εφαρμόζεται εδώ και χρόνια για τα δημόσια σχολεία. Η αυξανόμενη ανησυχία των γονιών που επιλέγουν για το παιδί τους ένα ιδιωτικό γυμνάσιο, για να μπορέσει στη συνέχεια να περάσει σ’ ένα καλό γενικό λύκειο, δείχνει πως η βάρκα έχει αρχίσει ήδη να μπάζει νερά.
Όσο κι αν το γαλλικό σύστημα λαμβάνει υπόψη τη γενική απόδοση των μαθητών και δίνει ευκαιρίες για πανεπιστημιακή παιδεία και στους λιγότερο προνομιούχους, η γαλλική εκπαίδευση σαφώς επιδέχεται βελτίωση όσον αφορά την αντιμετώπιση της κοινωνικής ανισότητας, ιδιαίτερα στους σημερινούς χαλεπούς καιρούς. Ένα στοιχείο που παίζει ρόλο στη διαδικασία επιλογής των αυριανών φοιτητριών και φοιτητών είναι το κύρος (η θέση στην κατάταξη) του λυκείου απ’ το οποίο αποφοίτησαν. Στην πράξη, δύσκολα θα βρεθεί σ’ ένα λαμπρό δημόσιο ένα παιδί από τα υποβαθμισμένα Παρισινά προάστια — αν μη τι άλλο, και λόγω γεωγραφικής απόστασης. Πολύ λιγότερα παιδιά από τέτοιες περιοχές θα καταφέρουν άρα να περάσουν στα πιο ανταγωνιστικά πανεπιστημιακά προγράμματα. Υπάρχει κάποια πρόνοια σχετικά, και συναντά κανείς περιπτώσεις όπου οι αντίξοες συνθήκες στις οποίες μεγάλωσε η μαθήτρια ή ο μαθητής έχουν όντως ληφθεί υπόψη. Λιγότερο όμως μπορούμε να συγχαρούμε το σύστημα για όσους διεκδικούν με επιτυχία την κοινωνική άνοδο, απ’ ό,τι να επαινέσουμε τους ίδιους για τον προσωπικό τους ζήλο και εργατικότητα.
Ο ρόλος που μπορεί να παίξει το γαλλικό δημόσιο λύκειο στην προετοιμασία των μαθητών αλλά και στην επιλογή των υποψηφίων για την ανώτατη εκπαίδευση υποχρεωτικά υποβαθμίζεται, όσο αυξάνονται οι αδικαιολόγητες «οικονομίες» στον τομέα της εκπαίδευσης. Έτσι υψώνεται η άλλη άκρη της τραμπάλας, στην οποία κάθονται μόνο όσοι είναι σε θέση να πληρώσουν από τη δική τους τσέπη. Πέρα από το ότι μια τέτοια προσέγγιση ενισχύει την κοινωνική ανισότητα, η μείωση των επενδύσεων σ’ έναν τόσο ζωτικό τομέα προμηνύει επιστημονική και πνευματική ανέχεια για το μέλλον. Κι ας μην υποτιμώνται οι πολύ σοβαρές συνέπειες για τη δημοκρατία, όταν ένα εκπαιδευτικό σύστημα (και πίσω απ’ αυτό, η κυβέρνηση που το σχεδίασε) στην ουσία αδιαφορεί για ένα μέρος των πολιτών.
⸙⸙⸙
[Η Δήμητρα Κολλιάκου είναι συγγραφέας και καθηγήτρια αγγλικών στο Lycée international Honoré-de-Balzac στο Παρίσι.]
[1] Υπάρχουν ενδιαφέρουσες εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προοπτικές για τους/τις απόφοιτους του Τεχνικού και του Επαγγελματικού Λυκείου, αλλά και «δρόμοι επιστροφής», αν το επιδιώξουν, σε σπουδές μεγαλύτερης διάρκειας.
[2] Στο γαλλικό σύστημα θα γίνουν αρκετές προτάσεις σε κάθε υποψήφια-ο που έχει καλή απόδοση, απ’ τις οποίες θα επιλέξει η ίδια/ο ίδιος την πιο ικανοποιητική, αποχωρώντας έτσι από τις υπόλοιπες λίστες και επιτρέποντας στην επόμενη/στον επόμενο στην κατάταξη των υποψηφίων να προχωρήσει τη θέση της/του.
[3] Για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας στο Γενικό λύκειο στη Γαλλία, δες εδώ.

