Ελένη Καραμαγκιώλη

Είπαμε, για σένα Φιλ

Σέρνει την ψάθινη πολυθρόνα με τα ροδάκια ανόρεκτα ως τη βεράντα, εστιάζοντας για την ώθηση στη λεκάνη και στα πόδια. Είναι αυτή η εποχή του χρόνου που νυχτώνει πιο γρήγορα από τους καλοκαιρινούς μήνες, αλλά το σκοτάδι έχει μέσα του ψήγματα φωτός, κοινώς δεν είναι ούτε ημέρα ούτε νύχτα, δεν έχει ζέστη ούτε κρύο, είναι αυτές οι καταστάσεις οι μεσοβέζικες, που καθόλου δεν του ταιριάζουν, αλλά δεν μπορεί να τις αποφύγει, αφού ζει. Ακόμη.

Το επαναλαμβάνει από μέσα του τρεις τέσσερις φορές, «ακόμη ζω», αν ήταν θρήσκος θα το έλεγε εσωτερική προσευχή, εάν ήταν διανοούμενος θα το αποκαλούσε αφανισμό βαρύγδουπα και μελετημένα σε κάποιο άρθρο του, δεν ήταν ούτε το ένα ούτε το άλλο, μόνο ήταν ζωντανός, αντιπαθητική ιδιότητα, δεν του προσφέρει καμία απολύτως ικανοποίηση, συνόδευσε στον τάφο δύο συζύγους, τρεις ερωμένες και τον καλύτερο του φίλο. Καθαρή τύχη ότι δεν έχει πεθάνει κι αυτός, συγκυρία στο όριο ενοχλητική, άχαρο να μένει πίσω, δεν έφυγε ούτε από εκείνη την βαριά πνευμονία τότε στην Ουάσιγκτον ή από τα οζίδια στον θυρεοειδή, που του είχαν βρει πριν λίγα χρόνια σε μια εξέταση ρουτίνας.

Έχει εξαφανίσει όλα τα ρολόγια από το σπίτι, έχει τις φυσικές του ανάγκες να του υπενθυμίζουν ότι είναι η ώρα φαγητού, τουαλέτας, μπάνιου ή ύπνου. Πόσο το απολαμβάνει να χάνει στους υπολογισμούς του και να μπερδεύει τις ώρες, έχει αποκτήσει εθισμό να χάνει το στοίχημα με τον χρόνο. Εκείνος που κάποτε τον κυνηγούσε ανελέητα.

Η Χάρριετ ακούγεται από την κουζίνα να ανοιγοκλείνει ντουλάπια και να ετοιμάζει τα υλικά για το σέικερ. Είναι απόγευμα, σε αυτό δεν μπορεί να κάνει λάθος, ώρα για το ντράι μαρτίνι του, η Χάρριετ προσπαθεί φιλότιμα, διαβάζει ξανά και ξανά τις οδηγίες, αλλά δεν το πετυχαίνει, το πίνει ωστόσο κάθε φορά που εκείνη το σερβίρει διστακτικά με γνήσιο ενθουσιασμό. Η Χάρριετ έχει πλούσιο στήθος και ροδαλό δέρμα, και ο πιο ικανός μπάρμαν του κόσμου –κι έχει γνωρίσει αρκετούς– δεν είχε την αναζωογονητική επίδραση πάνω του που έχει εκείνη, όπως σκύβει μπροστά του και σηκώνει το ποτήρι από τον δίσκο στο τραπέζι για να του το προσφέρει.

Πλησιάζει να μυρίσει τα κίτρινα τριαντάφυλλα στις γλάστρες. Από τότε που μετακόμισε σπίτι του η Χάρριετ, του δήλωσε μεταξύ άλλων ότι το μόνο λουλούδι που αγαπάει είναι τα κίτρινα τριαντάφυλλα, «όχι όλα τα τριαντάφυλλα, μόνο τα κίτρινα» του είχαν τονίσει τα χείλη της, στα οποία ήθελε να υποκλιθεί και να υποβάλει τα σέβη του, ήταν όμως πολύ γέρος για να γονατίσει. Αφού η όποια υπόκλιση αποκλείστηκε –θα ήταν τραγικό το θέαμα να μείνει κάτω στο πάτωμα και να της ζητήσει βοήθεια να σηκωθεί, ευνουχισμός του χειρίστου είδους– έβαλε να πετάξουν όλα τα φυτά και να τα αντικαταστήσουν με τις πιο ψηλές κίτρινες τριανταφυλλιές που μπορούσαν να βρουν.

Κοίτα τώρα πώς έχει καταλήξει, τρίβει με το ένα του χέρι το κεφάλι λες και αυτό φταίει που εκείνος μεγάλωσε, να παίρνει το απεριτίφ του στη βεράντα την πνιγμένη με τριαντάφυλλα και με υφάσματα λουλουδιασμένα στις καρέκλες σαν μια δασκάλα στη σύνταξη, πάνω σε μια τροχήλατη πολυθρόνα για να μην κουράζεται, αυτός που τα πνιγηρά απογεύματα τέτοια εποχή έχωνε τρία πακέτα τσιγάρα στις τσέπες του και έπαιρνε τον δρόμο για το δικό του μπαρ με τα σημάδια από τα αποτσίγαρα στην ξύλινη μπάρα, τον χαμηλό φωτισμό και τους μοναχικούς θαμώνες, που μιλούσαν στα ποτήρια τους όταν δεν μιλούσαν στους διπλανούς τους.

«Κύριε Ροθ, θέλετε κάτι άλλο; Λέω να πάω να τακτοποιήσω το γραφείο σας, εάν δεν έχετε αντίρρηση». Η Χάρριετ κοντοστέκεται μεταξύ βεράντας και σαλονιού και τα εξαίσια γόνατά της φωτίζονται από τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου.

«Έχω αντίρρηση, βέβαια, δεν έχεις να πας πουθενά, δεν χρειάζεται να τακτοποιήσεις τίποτα, εδώ να βάλεις ένα χεράκι, αυτό το υπέροχο, πάλλευκο χεράκι σου, με τα μακριά δάχτυλα και αυτόν τον ονειρεμένο αντίχειρα, που θέλω να θηλάσω με τις ώρες, έλα Χάρριετ, κάθισε πάνω μου, αντέχω, θέλω να διαλυθώ από το βάρος του σώματός σου, αυτού του σώματος που μόνο γυμνό θα έπρεπε να κυκλοφορεί σε αυτόν τον πλανήτη, τι να κρύψεις εσύ, εσύ έχεις γεννηθεί για να δείχνεις, να οδηγείς, να κομματιάζεις και με μια κίνηση στον γοφό να συναρμολογείς, κατάστρεψέ με Χάριετ, μη με λυπάσαι, μη, βασάνισέ με, ταλαιπώρησέ με, χωρίς καμία συμπάθεια για την κατάστασή μου, μπορείς και να με χτυπήσεις εάν το θες, να με χαστουκίσεις, κι αν με δεις να πονάω, μείνε μαζί μου, αντέχεις».

«Μπορείς να πας στο γραφείο, αλλά σε προειδοποιώ, ό,τι διαβάσεις εκεί μέσα, δεν είναι δικό μου».

Η Χάρριετ δείχνει τα εξωπραγματικά ίσια δόντια της με ένα απορημένο χαμόγελο, «μα κύριε Ροθ, είστε σπουδαίος, πώς κανείς θα μπορούσε να το αμφισβητήσει αυτό; Πολλοί θα πλήρωναν, θα σκότωναν ακόμη για να διαβάσουν τα χειρόγραφά σας, τι λέτε τώρα, ποιου άλλου μπορεί να είναι;».

«Εκείνου που δεν θα έδινε ούτε ένα δολάριο για να τα διαβάσει πάλι».

Η Χάρριετ λυγίζει το ένα θεσπέσιο γόνατο πίσω από το άλλο σαν έτοιμη να κάνει πιρουέτα, αισθάνεται άβολα, εάν είχε και χιούμορ θα την έχριζε τον έρωτα της ζωής του, αυτής εδώ που τελειώνει, όχι της προηγούμενης που είχε την εντύπωση ότι θα κρατούσε για πάντα.

Ένας διαπεραστικός θόρυβος από εξάτμιση μηχανής τους παίρνει τα αυτιά, σηκώνεται από την ψάθινη πολυθρόνα και σκύβει να δει τι συμβαίνει κάτω από τη βεράντα. Η Χάρριετ τον ακολουθεί, μετά με δύο βήματα, σχεδόν πηδώντας, απομακρύνεται και σκύβει κι αυτή με τη σειρά της λίγο πιο πέρα, στην άλλη άκρη του τοίχου.

Αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα πρόλαβε, σνιφάρισε σαν εθισμένος το άρωμα από το κορμί της, ανίχνευσε ελάχιστο ιδρώτα στις μασχάλες της, θα την ικέτευε να τον αφήσει να χώσει τη μύτη του σε αυτές, αν δεν σκεφτόταν ότι η κοπέλα θα τον παρατούσε την επόμενη στιγμή έντρομη και θα έτρεχε πανικόβλητη για παράπονα στο γραφείο προσωπικού, που την είχε στείλει για βοηθό στον γνωστό συγγραφέα.

«Κύριε Ροθ, μην πλησιάζετε τόσο πολύ το περβάζι, σας παρακαλώ».

«Μπορείς να με λες Φίλιπ, ακόμη καλύτερα Φιλ, στο έχω πει άπειρες φορές» (δεν είσαι η νταντά μου διάολε, γέρος είμαι, όχι ηλίθιος να πέσω από το μπαλκόνι).

«Πώς θα βρεις γυναίκα έτσι;», ο γείτονας, ο Σάμιουελ, μαλώνει με τον γιο του.

Επιστρέφει στη θέση του, το θέαμα είναι γνωστό, δεν άξιζε τον κόπο που σηκώθηκε και έχασε τη θέα στα πόδια της Χάρριετ.

Οι βαρετοί καυγάδες του γείτονα με τον γιο του, τον εικοσιπεντάχρονο Λένι, τον μονίμως αξύριστο με δεύτερο δέρμα το ίδιο τι-σερτ με το λογότυπο μιας μπάντας, που αγνοούσε μέχρι που τον διαφώτισε η Χάρριετ, «οι Νιρβάνα ήταν διάσημο γκρουπ, πέθανε πολύ νέος ο τραγουδιστής τους». Ποιος νοιάζεται, αλλά του ήταν αρκετό ότι πήρε την άχρηστη πληροφορία από το φιλήδονο στόμα της Χάρριετ.

«Μου λες ποια σοβαρή γυναίκα θα σου δώσει σημασία έτσι που κυκλοφορείς συνέχεια; Και πήγαινε φτιάξε αυτή τη μηχανή επιτέλους, ενοχλείς κι εμάς και τον κόσμο», ο γείτονας ανέβασε το βλέμμα του στη βεράντα, δεν είδε κανέναν από τον ενοχλημένο κόσμο, μόνο η ξανθή αλογοουρά της Χάρριετ ξεχώριζε σαν φτερό από πουλί πίσω από τις τριανταφυλλιές.

Τον γείτονα τον απασχολούσε ο κόσμος και η τύχη του ατημέλητου γιου του με τις γυναίκες, τον Φίλιπ οι μασχάλες της Χάρριετ, οι άντρες έχουμε μια παράξενη ροπή σε αψυχολόγητες σκέψεις, σχεδόν γέλασε μόνος του με τη διαπίστωσή του αυτή και αντί να πιει άλλη μια γουλιά από το νερωμένο μαρτίνι, πότισε με το περιεχόμενο του κρυστάλλινου ποτηριού την πιο κοντινή του τριανταφυλλιά, την πιο χαμηλή σε ύψος, με τα λιγότερα φύλλα.

Εάν τον ενδιέφερε το θέμα, θα του είχε φωνάξει: «Θα βρει όχι μία, πολλές γυναίκες, μην ανησυχείς, είναι νέος, θα βρει, όταν είσαι νέος είσαι όμορφος γιατί είσαι νέος, δεν χρειάζεσαι τίποτα άλλο, έχεις μαλλιά, δέρμα σφιχτό, στύση κανονική, ιδρώτα και ούρα, που δεν μυρίζουν από χιλιόμετρα, γερά δόντια», αλλά του ήταν τελείως αδιάφοροι και ο Σάμιουελ και ο γιος του.

Ψαχουλεύει τον γιακά στο πουκάμισό του, με ένα νεύμα εμποδίζει την Χάρριετ να πλησιάσει για να τον βοηθήσει, απεχθανόταν από πολύ νέος την κίνηση κάποιων γυναικών να του διορθώνουν τα ρούχα, να ισιώνουν τον κόμπο της γραβάτας όταν ετοιμάζονταν να βγουν ή στο αυτοκίνητο. Έχει σκεφτεί να το γράψει στη διαθήκη του σαν παρακαταθήκη σοφίας για τις επόμενες θηλυκές γενιές: «Μην περιποιείστε τόσο πολύ τους άντρες που σας ενδιαφέρουν, αφήστε τους στην ησυχία τους, όσο τους δίνετε προσοχή, τόσο θα σας βλέπουν με εκτίμηση, με ευγνωμοσύνη, κι εκεί χάθηκαν όλα, κανείς δεν πόθησε ποτέ εκείνη που τον φρόντισε».

Η Χάρριετ μαζεύει τον ασημένιο δίσκο με το ποτήρι, το σταχτοδοχείο και το μπολ με τα κράκερ, βιάζεται, οι κινήσεις της είναι κοφτές, δεν το συνηθίζει, το γραφείο που ανακοίνωσε ότι θέλει να συμμαζέψει βρίσκεται στον κάτω όροφο, όπως απομακρύνεται από την βεράντα και την παρατηρεί –συχνά κάνει μια παύση από ό,τι κάνει εκείνη τη στιγμή για να απολαύσει το λίκνισμά της και τα μικρά χαριτωμένα της βήματα– την βλέπει που ακουμπάει όπως όπως τον δίσκο στο τραπέζι του καθιστικού για να λύσει τα μαλλιά της και να τα αφήσει ελεύθερα να πέσουν στους ώμους.

Η φωνή της, που ο αντίλαλός της τον κατατρέχει τα βράδια στις φαντασιώσεις του, τρέμει ανεπαίσθητα όπως του φωνάζει από την σκάλα, «κύριε Ροθ, μην ανησυχήσετε, θα αργήσω λίγο, έχω πολλά να κάνω κάτω».

«Είπαμε, Χάρριετ, για σένα Φιλ», έβαλε τα δυνατά του να τον ακούσει, αυτή τη φορά το μαρσάρισμα της μηχανής του Λένι ήταν πολύ πιο δυνατό από το προηγούμενο, μόλις που κατάφερε να ξεχωρίσει μέσα στον θόρυβο το κελαρυστό γέλιο της Χάρριετ ή κάτι που έμοιαζε με επιφώνημα χαράς.

Δεν χρειάστηκε να σηκωθεί για να τους δει, συνέθεσε όλη τη σκηνή στο μυαλό του, ήξερε ότι ο Λένι θα της έτεινε τώρα το κράνος, η Χάρριετ θα τον χαιρετούσε ακουμπώντας τον με την παλάμη στο Κεφαλαίο Νι του γκρουπ που είχε χάσει νωρίς τον τραγουδιστή του, ίσως και να τον φιλούσε στο μάγουλο ντροπαλά, δύο σώματα γεμάτα σφρίγος και παλλόμενες φλέβες θα έρχονταν κοντά, στη μηχανή αναγκαστικά θα κολλούσε πάνω του η Χάρριετ για να κρατηθεί κι έτσι θα αρχίζαν όλα.

Μιας και δεν υπάρχει ρολόι στο σπίτι, ο Φιλ κάνει πρόχειρα τους υπολογισμούς του, σκοτεινιάζει σιγά σιγά, σε μια ώρα θα έχουν γυρίσει, θα είναι η ώρα του δείπνου, της έχει ζητήσει για απόψε σολωμό γκρατινέ, τον μαγειρεύει απαίσια, αλλά είπαμε, έχει ωραίο στήθος και απαλό άρωμα το δέρμα της.

Απλώνει το χέρι στην γλάστρα, που πότισε νωρίτερα με το μαρτίνι, τραβάει απότομα ένα τριαντάφυλλο και το μαδάει. Ασυναίσθητα χώνει μερικά πέταλα στο στόμα, τα μασάει, μία ώρα είναι, θα περάσει.

Κύλιση στην κορυφή