Ζωγραφική: Γιώργος Τανσαρλής

Φώτης Βασιλείου

Δυο ψόφια ζώα

Το μεσημέρι, που διάβαζα στα παιδιά τις Περιπέτειες του Τομ Σόγιερ, πρόσεξα το εξής: Στο έκτο κεφάλαιο εμφανίζεται για πρώτη φορά ο Χακ Φιν να κουβαλάει μια ψόφια γάτα. Πήγαινε στο νεκροταφείο, όπου θα την χρησιμοποιούσε σε μια τελετή για να διώξει τις μυρμηγκιές. Η σκηνή αυτή μου θύμισε την πρώτη εμφάνιση του Συμεών του Σαλού στην Έμεσα: Μπήκε στην πόλη σέρνοντας ένα ψόφιο σκύλο.

Στο Σεντ Πίτερσμπεργκ «όλοι ήταν φτωχοί, αλλά δεν το γνώριζαν και όλοι ζούσαν καλά και το ήξεραν», όπως έγραψε ο Μαρκ Τουέιν (1835-1910) για το Χάνιμπαλ του Μιζούρι, την πόλη που μεγάλωσε και τον ενέπνευσε να γράψει το παιδικό έπος του. Σε αυτό το «όλοι» εξαίρεση αποτελεί ο Χακ: Γιος ενός αλκοολικού, χωρίς σπίτι, τριγυρνά ρακένδυτος, δεν πηγαίνει στο σχολείο και την εκκλησία, συναναστρέφεται με σκλάβους και απατεώνες. Οι ευυπόληπτες μαμάδες της πόλης τον θεωρούν κακό παράδειγμα για τα παιδιά τους και τους απαγορεύουν να τον συναναστρέφονται. Τα ίδια τα παιδιά όμως, και κυρίως ο Τομ, θαυμάζουν την ανεξαρτησία του και τον συμπεριλαμβάνουν στα παιχνίδια τους. Εδώ ο Χακ δεν έχει γίνει ακόμα το τραγικό πρόσωπο, που γνωρίζουμε από το δικό του βιβλίο. Είναι ένας δευτερεύων χαρακτήρας, μάλλον γραφικός, που θαυμάζει απεριόριστα τον πρωταγωνιστή.

Η συνάντησή του με τον Τομ σηματοδοτεί μια καμπή στην αφήγηση. Μέχρι τότε ο Τουέιν περιέγραφε έναν φωτεινό, αγορίστικο κόσμο, με παιχνίδια, ζαβολιές, κατορθώματα και βέβαια το φλερτ του Τομ και της Μπέκι Θάτσερ. Η ψόφια γάτα θα οδηγήσει όμως τα δύο αγόρια έξω από τον προστατευμένο χώρο της πόλης, στο νεκροταφείο. Από το σημείο αυτό, η ιστορία θα οδηγηθεί σε πιο σκοτεινά μονοπάτια: ο παιδικός κόσμος της δεισιδαιμονίας, των μαγικών τελετών και των φανταστικών φόβων θα συναντηθεί αίφνης με τον πραγματικό κόσμο των ενηλίκων και το έγκλημα, καθώς τα δυο αγόρια θα γίνουν μάρτυρες της άγριας δολοφονίας του γιατρού Ρόμπινσον από τον Ινδιάνο Τζο.

Ο Συμεών ο Σαλός είναι επίσης περιθωριακός. Βέβαια ο αναγνώστης δεν τον συναντά για πρώτη φορά στην πύλη της Έμεσας. Ο συγγραφέας του Βίου, ο Λεόντιος Νεαπόλεως (περ. 590-668), μας έχει αφηγηθεί τη διαδρομή του: το ταξίδι στα Ιεροσόλυμα με τη μητέρα του, πώς συνάντησε τον Ιωάννη κι έγιναν φίλοι, πώς αποφάσισαν να γίνουν μοναχοί στη μονή του οσίου Γερασίμου, πώς εγκατέλειψαν το μοναστήρι για να γίνουν αναχωρητές και την σκληρή άσκηση στην οποία επιδόθηκαν. Στο πρώτο μισό του Βίου, συνεπώς, ο Λεόντιος ακολουθεί λίγο-πολύ τις αγιολογικές συμβάσεις της ύστερης αρχαιότητας. Ένα πρωινό όμως ο Συμεών ανακοινώνει στον Ιωάννη ότι θα εγκαταλείψει την έρημο για να εμπαίξει τον κόσμο —μια φράση που περιγράφει με ακρίβεια την μετέπειτα πολιτεία του, αλλά και πάλι δεν επιτρέπει στον αναγνώστη να φανταστεί τι θα επακολουθήσει —άλλωστε, ο τόνος της αφήγησης παραμένει ίδιος: Ο Συμεών φεύγοντας από την έρημο κατευθύνεται στον Πανάγιο Τάφο για προσκύνημα.

Είναι η είσοδος στην Έμεσα, σέρνοντας το νεκρό σκυλί που είχε δέσει από το σχοινένιο ζωνάρι του, που αποτελεί τη μεγάλη ανατροπή, τη ρήξη με την ασκητική πρακτική και την αγιολογική αφηγηματική σύμβαση. Εδώ η κίνηση είναι αντίστροφη από εκείνη του Χακ: ο Συμεών δεν βγαίνει από την πόλη κρατώντας ένα νεκρό ζώο, αλλά εισέρχεται σε αυτήν κουβαλώντας το μαζί του. Και μαζί με τον νεκρό σκύλο αλλάζει και το ύφος του κειμένου. Η εξιστόρηση της θαυμαστής άσκησης του Συμεών δίνει τη θέση της σε μια πολύ πιο παιγνιώδη, κωμική και γκροτέσκα ακολουθία επεισοδίων. Στο εξής ο άγιος —και ο αναγνώστης μαζί του— θα συναναστραφεί αλλόθρησκους, αιρετικούς, πόρνες, θα συχνάσει σε ταβέρνες, θα εισβάλει στα λουτρά των γυναικών, θα διακόψει τη θεία λειτουργία κ.ο.κ.

Το ψόφιο σκυλί που σέρνει ο Συμεών αποτελεί ουσιαστική δήλωση της νέας ταυτότητας του ήρωα κι όχι απλώς μια γκροτέσκα επανασύστασή του. Όπως έχει δείξει ο Derek Krueger (Symeon the Holy Fool: Leontius’s Life and the Late Antique City, University of California Press 1996), ο εμπαιγμός του κόσμου από τον Συμεών συνιστά έναν χριστιανικό μετασχηματισμό της κυνικής παράδοσης. Πολλές από τις πράξεις του, όπως η διαβόητη δημόσια αφόδευση, παραπέμπουν ευθέως σε φιλοσοφικά ανέκδοτα που κυκλοφορούσαν ευρύτατα στους κύκλους των λογίων της Β΄ Σοφιστικής και της ύστερης αρχαιότητας. Το ψοφίμι, επομένως, παραπέμπει στον κύνα των Κυνικών και σε μια φιλοσοφική πρακτική που είχε πια πεθάνει. Όταν όμως ο Συμεών περνά την πύλη της Έμεσας με το κουφάρι δεμένο στο σώμα του, επανεισάγει στον αστικό χώρο την κυνική παράδοση και, μέσα από τη δική του σαλότητα, της δίνει μια νέα, χριστιανική ζωή.

Υπάρχει ωστόσο μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στον Χακ και τον Συμεών. Ο Χακ είναι παρίας: γεννήθηκε στο περιθώριο, ζει στο περιθώριο και, όπως όλα δείχνουν, εκεί βρίσκεται το μέλλον του. Ο Συμεών, αντίθετα, ήταν γόνος ευκατάστατης οικογένειας, που επέλεξε πρώτα να γίνει μοναχός και αργότερα να επιστρέψει στον κόσμο για να τον εμπαίξει. Η σαλότητα είναι ένας ρόλος που υποδύεται με συνέπεια και ο οποίος τον τοποθετεί στο περιθώριο της κοινότητας· ταυτόχρονα όμως είναι και το προσωπείο που κρύβει την αγιότητά του. Και αυτή ακριβώς η κρυμμένη αγιότητα τον καθιστά μυστικό κέντρο της κοινότητας, το οποίο θα αποκαλυφθεί σε όλους την επομένη του θανάτου του.

Το ζώο που κρατά ο κάθε ήρωας να κουβαλήσει αποκαλύπτει κάτι από τον ρόλο που του επιφυλάσσεται μέσα στο κείμενο. Ο σκύλος αποτελεί ένα εργαλείο κριτικής του αστικού βίου —σκουριασμένο ασφαλώς, ψόφιο, που ο Συμεών θα επιστρατεύσει για να σκηνοθετήσει τον εαυτό του. Η γάτα, από την άλλη, ανήκει σε έναν κόσμο λαϊκής μαγείας και δοξασιών που βρίσκεται έξω από την καθωσπρέπει τάξη του Σεντ Πίτερσμπεργκ. Εκεί κινείται ο Χακ Φιν.

Οι διαφορές, λοιπόν, των δύο ηρώων είναι σαφείς. Η ομοιότητα όμως παραμένει εντυπωσιακή: ένας διά Χριστόν σαλός κι ένας κοινωνικός παρίας, με χρονικούς και πολιτισμικούς ωκεανούς να τους χωρίζουν, συνδέονται στην κρίσιμη στιγμή της εμφάνισής τους με την ίδια παράδοξη εικόνα. Τα δύο νεκρά ζώα λειτουργούν μάλιστα ως αφηγηματικοί μεντεσέδες που στρέφουν τις ιστορίες προς αντίθετες κατευθύνσεις. Ο Συμεών περνά με τον σκύλο από την έρημο στην πόλη και από την αυστηρότητα της άσκησης στο παιχνίδι και το γκροτέσκο· ο Χακ με τη γάτα οδηγεί τον Τομ στο νεκροταφείο και από το παιδικό παιχνίδι στον φόνο και τον θάνατο.

Μέσα από τις διαφορετικές αφετηρίες τους, ο Χακ κι ο Συμεών μοιράζονται σημαντικές ομοιότητες. Και οι δύο μπορούν να πιάσουν το νεκρό ζώο χωρίς την αποστροφή που θα προκαλούσε στους περισσότερους. Διαθέτουν μια οικειότητα με τη φθορά και το ακάθαρτο, η οποία τους τοποθετεί αυτομάτως έξω από την κοινότητα. Και οι δύο, άλλωστε, έχουν εξοικειωθεί με τη βδελυρή πλευρά της υλικότητας και του σώματος: ο Χακ κινείται στη λάσπη, ανάμεσα στα σκουπίδια, στους στάβλους και τα παραπήγματα. Ο Συμεών πάλεψε για χρόνια ως ασκητής να περιορίσει τις ανάγκες της σάρκας και τώρα, επιστρέφοντας στον κόσμο, θα επιλέξει συστηματικά να βρίσκεται κοντά στον κόπρο, στη δημόσια αφόδευση, στις πόρνες, στο φαγητό και στο ποτό — σε όλα όσα η ευπρέπεια και η ευσέβεια θέλουν να κρατήσουν εκτός οπτικού πεδίου. Κουβαλώντας τα ψόφια ζώα, οι δύο ήρωες δηλώνουν ότι δεν φοβούνται να αγγίξουν ό,τι η κοινότητα απομακρύνει από μπροστά της.

Έτσι τόσο ο Χακ όσο και ο Συμεών λειτουργούν ως αντίβαρα στην κοινωνική υποκρισία. Όχι με τον ίδιο τρόπο, βέβαια. Ο Χακ δεν έχει πρόγραμμα κοινωνικής κριτικής. Επειδή όμως βρίσκεται εκ των πραγμάτων έξω από τους θεσμούς και τους κώδικες της ευπρέπειας, μπορεί να αποκαλύπτει τις αντιφάσεις τους. Αυτό θα γίνει ακόμη πιο φανερό στο δικό του βιβλίο, όταν βρίσκεται μπροστά στο τρομερό δίλημμα αν θα βοηθήσει τον δραπέτη σκλάβο Τζιμ. Η κοινωνία και η θρησκευτική αγωγή που δέχτηκε τού έχουν μάθει ότι βοηθώντας έναν σκλάβο να δραπετεύσει διαπράττει θανάσιμη αμαρτία που οδηγεί στην Κόλαση. Ο Χακ, ακολουθώντας τελικά την αγάπη του για τον Τζιμ, παίρνει τη μεγάλη απόφαση: «Εντάξει, τότε, θα πάω στην Κόλαση!». Ο Συμεών, αντίθετα, ό,τι κάνει το κάνει εσκεμμένα. Αν η ειρωνεία ήταν η σωκρατική μέθοδος, η δική του είναι ο εμπαιγμός. Και στα δύο βιβλία όμως ο περιθωριακός μπορεί να δει και, με τα λόγια ή τις πράξεις του, να εκθέσει όσα οι αξιοσέβαστοι πολίτες απωθούν. Έτσι το ψόφιο ζώο γίνεται έμβλημα του αντιθέτου της ευπρέπειας: μιας απρέπειας που, παραδόξως, διασώζει το αυθεντικό ήθος.

Ο Τουέιν έγραψε ένα μυθιστόρημα για την παιδική ηλικία, αλλά και στο έργο του Λεοντίου τα παιδιά έχουν ιδιαίτερη θέση. Στο Σεντ Πίτερσμπεργκ τα αγόρια θαυμάζουν τον Χακ και επιζητούν την παρέα του για τους ίδιους ακριβώς λόγους για τους οποίους οι μεγάλοι τον απορρίπτουν. Στην Έμεσα, οι πρώτοι που βλέπουν τον Συμεών να μπαίνει στην πόλη με το σκυλί είναι οι μαθητές ενός σχολείου, που τον παίρνουν από πίσω φωνάζοντας «Ἐ, ἀββᾶς μωρός». Έτσι η νέα ταυτότητα του Συμεών γίνεται αμέσως γνωστή στην πόλη· ταυτόχρονα όμως, έστω και ως αντικείμενο περίγελου, ο σαλός εντάσσεται στο παιγνιώδες σύμπαν των παιδιών. Η σχέση αυτή δεν είναι μονόδρομη. Αργότερα, γνωρίζοντας ότι ένας σεισμός πρόκειται να σκοτώσει ορισμένα από τα παιδιά, ο Συμεών τα φιλά και παρακαλεί τον δάσκαλό τους να μην τα μαλώνει. Πίσω από το παιχνίδι και τον περίγελο αποκαλύπτεται έτσι μια ιδιαίτερη τρυφερότητα του σαλού για τα παιδιά. Είναι φανερό ότι ούτε τα παιδιά του Σεντ Πίτερσμπεργκ ούτε εκείνα της Έμεσας κατανοούν τι ακριβώς αντιπροσωπεύουν ο Χακ και ο Συμεών. Διαισθάνονται όμως ότι μαζί τους οι κανόνες της κανονικής ζωής αναστέλλονται και ανοίγει ένας χώρος ελευθερίας και παιχνιδιού.

Όσο παράδοξη κι αν μας φαίνεται η ζωή του, ο Συμεών ο διά Χριστόν Σαλός υπήρξε ιστορικό πρόσωπο. Και άλλες πηγές της εποχής μάς πληροφορούν για τις ιδιορρυθμίες του. Βέβαια είναι ο Λεόντιος που έδωσε στο παράδειγμά του λογοτεχνική υπόσταση, μετατρέποντάς τον σε έναν από τους πιο ιδιόρρυθμους κι επιδραστικούς βυζαντινούς αγίους. Ο Χακ, από την άλλη, στηρίζεται επίσης σε ένα υπαρκτό πρόσωπο, παιδικό φίλο του συγγραφέα. Ο Τομ Μπλάνκενσιπ, γιος ενός αλκοολικού εργάτη, ζούσε στην απόλυτη φτώχεια, αλλά, όπως επεσήμανε ο Τουέιν, και στην απόλυτη ελευθερία. Τελικά, δυο διαφορετικοί συγγραφείς εισάγουν δυο ανόμοιους ήρωες στη λογοτεχνική ιστορία δίνοντάς τους το ίδιο διαβατήριο: ένα ψόφιο ζώο.

Κύλιση στην κορυφή