Ζωγραφική: Γιώργος Τανσαρλής

Γεωργία Δρακάκη

Ανάφη

Έτσι θα μοιάζουν οι πρώτες μέρες της μετάβασής μου στο Αλλούτερο, είτε το υψηλό, το επιβραβευτικό, είτε το εξαπωδό, το τιμωρητικό.

Τέτοια ταύτιση καλού και κακού σε τόπο δεν έχω ξανασυναντήσει. Καταγράφω στο παρόν, ενώ ζω (πού να ξέρετε τι εννοώ), ενώ στο σώμα μου (κυριολεκτώ) φυτρώνουν αόρατα για εσάς ρουθούνια, βολβοί ματιών, ακροδάχτυλα, δόντια για να καταφέρω να ρουφήξω την εμπειρία, ώσπου αυτή να φτάσει στην πιο ασήμαντή μου παρανυχίδα. Το σώμα μου είναι προορισμένο από χιλιετίες να βρεθεί εδώ πέρα σε αυτό το Απόλυτο Σημείο του σύμπαντος, θεωρώ και έχω λόγους να γνωρίζω ότι αυτή η βραχονησίδα ξεχωρίζει με γυμνό μάτι από το φεγγάρι πάνω στον πλανήτη, ως εξόγκωμα εμφανίζεται ή ως στολίδι κολλημένο στη μούρη της Γης, από αυτά τα τζάμπο πλαστικά που κολλάω κάτω από τα μάτια μου τις νύχτες για να με θέλουν όλοι και για να μπορέσω, αν είμαι τυχερή, να βρω το στόμα εκείνο που θα διαγράψει τα παλιά σάλια του Άλλου από τα ούλα και τον ουρανίσκο μου, να είμαι στη θέση της αυτοκράτειρας επιτέλους, χωρίς εκείνον να το επικυρώνει –εκείνος έσφαξε τον Αυτοκράτορά μας/του/μου πέρσι το καλοκαίρι και κακό του κεφαλιού του

μόνη μου να πιω ναρκωτικά, μόνη μου να μελαγχολήσω στη θάλασσα, μόνη μου να εξορύξω ευρήματα βυθού χωρίς να με νοιάζει πού να τα θυσιάσω μετά, σε ποια ποδαράκια λατρεμένα, μόνη μου να περνάω καλύτερα, μόνη μου να κάνω φίλους ή να ζεσταίνω περισσότερο τις εγκαθιδρυμένες φιλίες, μόνη μου να φυσιέμαι στον αέρα, να τραβώ ίσια στον γκρεμό και ύστερα ένας να με σώζει, τι δουλειά έχει τώρα αυτός ο αθώος ξένος στο νησί, τι δουλειά έχει να με σώσει και να μου στερήσει το υπερπέραν, εγώ τράβαγα γραμμή για να βρω το Χαμένο μου Κορμάκι, το Χαμένο μου Καρδουλάκι, το Πλάσμα μου που ακόμα και για πάντα θ’ Αγαπάω και που τρέμω στην ιδέα πως δεν θα νιώσει μέσα από τα κόκκινα και γκρίζα πνευμόνια του αυτή την ομορφιά την απερίγραπτη εδώ γύρω καθώς ξημερώνει

Όμως

Επειδή με σκέφτεται τακτικά και μού στέλνει μερικές φορές και κανένα e-mail (ειλικρινά, φορές νιώθω πως έχει σταματήσει για τα καλά να χτυπάει η καρδιά του στη διάστασή μου), κατοικεί αστροσκονισμένα στα ταβάνια των αρτηριών μου, άρα ξέρω πως αν φουντάρω θα το ζήσουμε μαζί όπως μας αξίζει, για λίγα δευτερόλεπτα που μετρούν κανονικά για αιώνες στον αέρα, με την αίσθηση που έχω όταν διασχίζει από τα ρηχά το κορμί μου και ύστερα μπαίνει και διαβρώνει με τόση αλήθεια και τόσα ψέματα όλη μου την ψυχή και από τρόπικαλ την μετατρέπει σε τούνδρα γιατί λυσσάει, δαγκώνει, ματώνει, ξυρίζει τα πάντα στο πέρασμά του, τελικά

Σώζομαι

Και το πρωί κάνω έρωτα και συμφωνία ειρήνης, συνωμοσίας, συμμαχίας με τον σωτήρα, κοιμάμαι μαζί με τον αθώο ξένο σε δύο μήκη και πλάτη, πρώτα εδώ, μια ανάσα από τον Θρήνο και ύστερα εδώ, μες στην καρδιά της μοναξιάς της αστικής, στις μυρωδιές μου τις παλιές, τις μπερδεμένες, εκεί σεντόνι, εκεί ριχτάρι, εκεί βιβλία τόμοι τόνοι, ποια κλειδιά, ποια σπίτια, ποιες θάλασσες, μάτια μου ολοκαίνουργια και με τις πελώριες βλεφαρίδες που κιόλας αγαπώ, σου εξηγώ μέσω του δέρματός μου: είμαι ηφαιστειογενής, που θα πει σε διαρκή συνθήκη τοκετού λάβας, γκαστρωμένη, αγόρι μου, πώς να σ’ το πω

Φαίνεται πως δεν τον πειράζει καθόλου οπότε μένω να σκέφτομαι και να επιστρέφω πίσω στα θαύματα του αυγούστου του κυκλαδικού

Πώς δηλαδή γίνεται ο τρόπος που δύει ένας ήλιος από τους εκατομμύρια, ας μη γελιόμαστε, που δύουν στο σύμπαν να είναι ο τρόπος ο πλατωνικός, ο ιδεώδης, ο «έτσι είναι, παιδιά, τώρα εσείς πάρτε το και κάντε το δικό σας» και όλα τα πράγματα εκεί, το σύκο, το τυρί, το άλας, το νέκταρ, το κόψιμο της πέτρας, το λαχάνιασμα, η κραυγή που σκίζει τους θόλους και μαυρίζει τ’ ασβεστώματα ώρα έντεκα πρωινή, το χορευτικό ντελίριο, το χαίρω πολύ, το σε διώχνω από το σπίτι πετώντας τα πράγματά σου έξω από αυτό γιατί ο τόπος-Κίρκη με «μεταμόρφωσε» σε δράκουλα και αποφάσισα ότι εσύ μού ανήκεις, το ευχαριστώ, το εξυπηρετώ, το θαμπώνομαι, τα ρήματα, τα θραύσματα, οι ρωγμουλίτσες, το άντε γαμήσου, ρε Φώτη, κι εσύ, το «δεν ντράπηκες λιγάκι;», όλα τα πράγματα εκεί πώς γίνεται να είναι αρχετυπίες, θεοδομημένες, αριστουργηματικές σα να μας χαρίζονται (ή ακριβοπωλούνται) λίγο πριν εξαφανιστούν για πάντα από την καταστροφική μας όραση και ανάλυση και τους κωλοεγκεφάλους μας που συγκρίνουν και ανακρίνουν συνεχώς τον κόσμο, τα κοσμήματα, τους τραχήλους, τα κλαματάκια μας

λες κι η ζωή μας έχει μεγαλύτερη αξία από αυτήν μίας παχιάς αράχνης στο κάτω μέρος του μπαρ

Αγχώνομαι ελαφρώς, σαν ηλίθιο υποκείμενο που είμαι, να καταγράψω στη μνήμη και στην αίσθηση όλο αυτό το μεγαλείο, δεν μου αρκούσε ποτέ να τα ζω μόνη μου όλα αυτά τα καλούδια τα γύρω και τα μέσα, δεν χωρώ πουθενά, εδώ κοντεύω να χωρέσω ομολογώ, για λίγο, φευγαλέα και ύστερα ξαναπετώ, γλιστράω από τα φιλιά που σκορπίζω και γίνομαι τριπάρισμα στο αίμα κάποιου άλλου κάπου μακριά, ξημερώνω και όλο μου το κορμί πονάει από ευτυχία πρωτόφαντη για μένα, εμβόλιο παιδικό, η ύπαρξη από δω και μπρος άλλη, η π.Α ζωή/εγώ και η μ.Α ζωή/Αυτή, το γράμμα Άλφα ως έναρξη των σημαντικότερών μου, μιας που, δεδομένα, εκπροσωπώ όλη την Ανθρωπότητα όταν στροβιλίζομαι απείθαρχα μες στα νερά και μες στα μπράτσα, μου ανήκει ο γαλαξίας και ξέρω τα επόμενα βήματα, τα παράλογα χρώματα μού υπόσχονται την πύλη την σωστή που σύντομα θα διαβώ, και από κει και πέρα όλα θα στρώσουν για μένα, για εμάς, για εκείνο το κακόμοιρο κορίτσι

Δεν είναι θέμα τα λεφτά, δεν είναι θέμα τα λεφτά, δεν είναι θέμα τα λεφτά, θα λέω, γιατί θα έχω και θα σκορπώ και θα έρχονται πίσω δεκαπλάσια και θα χαρίζω και θα μου χαρίζονται και θα γίνω λεφτά, συνάλλαγμα στα χέρια μιας ελληνότροπης δικαιοσύνης, εγκλωβισμένης ανάμεσα σε ποίημα και υπουργικό διάταγμα, δωρεάν ορισμένα ακτοπλοϊκά για ορισμένα παιδιά, δωρεάν τα μπουκάλια τα μεθυστικά, εδώ μιλάμε για έρωτα, δωρεάν για τους Αθώους το απόσταγμα του νησιού στο τέλος του παραθερισμού σε ένα μπουκάλι που θα χωρά σαν πόπερ εκατό, ίσως εκατονπενήντα εισπνοές για όλες τις δύσκολες στιγμές της σεζόν στο μπετόν

Δεν βάζω πια σε βάθρο κανέναν, άνθρωπο ή τόπο, απλώς εκπληρώνω αυτόν τον αύγουστο έναν στόχο που είχε το ψάρι από το οποίο κατάγομαι, ψάρι με φτερά τώρα και πόδια, με λέπια κρυφά και χαυλιόδοντες γεμάτους γκλίτερ, οργανώνει ηδονές και ψαύει όνειρα μελλοντικών μεταλλάξεων, απλώς εκπληρώνω, απολαμβάνω στα φανερά, κάθε τόπος κάτι μου χαρίζει, ο συγκεκριμένος μού πήρε το αγαπημένο μου καινούργιο πουλόβερ, όλες τις παλιές μου αγκυλώσεις, άπειρο DNA και μου πήρε και τη χαρά του αγνώστου

ποτέ ξανά δεν θα μπορέσω να πάω για πρώτη φορά στην ανάφη

Μόνο ως Ανάφη θα μπορώ για πάντα, πια, στον υπόλοιπο κόσμο να σουλατσάρω

Με ζηλεύουνε γι’ αυτό, με φθονούνε

Κι εύχονται να πεθάνω, οι από μέσα πεθαμένες και απ’ όξω ζωντανές

Δεν σας φταίω, οι εραστές σας φαντασιώνονται νησιά κι εσείς τους δίνεστε ως Λόγγοι και Οροσειρές

Μα τα νησιά τα έχουν όλα αυτά, τα νησιά είναι συρτάρια και περιλήψεις της πλάσης, χωματερές του ονείρου

Μα τα νησιά θέλουν γερές ανάσες και φτέρνες φτιαγμένες από φρύγανα (πάλι όλα στο γράμμα «φ», ακόμα και η ανάφη η σαρκοφαγωμένη, η φλογοφοβερή)

Κοντεύω, ευτυχώς, να ολοκληρώσω την αλφαβήτα, όσα χρόνια κι αν μου παίρνουν ορισμένα γράμματα

Γάματα.

Κύλιση στην κορυφή