Μελανία Δαμιανού

Χάρτινα άνθη

Nobody knows this little Rose –
Emily Dickinson, F11 (1858)

Πάντα. Δεν την αγαπούσε αυτή τη λέξη. Έβαζε στη θέση της σταγόνες της βροχής, λίγες γραμμένες λέξεις που τις σκεφτόταν όλη νύχτα, τα καθημερινά κελαηδίσματα των πουλιών.

Βιαζόταν να κλειστεί στο ρόδινο δωμάτιο. Οι άλλοι νόμιζαν ότι είναι απλώς ένας ήσυχος χώρος του σπιτιού, μα αυτό ήταν το δωμάτιό της – μια διάτρητη φωλιά. Την σκέφτομαι εκεί μέσα, να στέκεται ανάμεσα στα λαμπερά μόρια της σκόνης του πρωινού. Την σκέφτομαι να υποδέχεται σιωπηλά το φως που τρεμοπαίζει ανάμεσα στις πτυχές της διάφανης κουρτίνας, να παρατηρεί προσεκτικά αυτό το φως να ξεκουμπώνει ένα-ένα τα φιλντισένια κουμπάκια του ουρανού της.

Τον είχε φτιάξει αυτόν τον ουρανό από τότε που ήταν μικρό παιδί – και τον κράτησε ατόφιο μέχρι το τέλος – με τις δικές του καταιγίδες, τα δικά του ημιτελή, πυρπολημένα άστρα. Την ζέσταιναν αυτές οι τεθλασμένες λάμψεις καθώς σημείωνε βιαστικά τους στίχους της πάνω σε ό,τι χαρτί έβρισκε μπροστά της.

Την σκέφτομαι να ξυπνάει.

Ν’ ανοίγει τα μάτια και να βλέπει το μελίσσι της καινούργιας μέρας να βουίζει γύρω από μια Βασίλισσα κουρασμένη. Κρυφάκουγε τι έλεγαν οι μέλισσες μεταξύ τους. Ονόμαζε την Κυψέλη: Χρόνο και γευόταν με ένα μικρό, ασημένιο κουταλάκι το πικρό της μέλι.

Άνοιγε την πόρτα του δωματίου της, κατέβαινε αθόρυβα τη σκάλα και πήγαινε στην κουζίνα. Βύθιζε τα δάχτυλά της στο δροσερό αλεύρι, ζύμωνε, έφτιαχνε χαμογελαστό ψωμί – έτσι το έλεγε. Το σκυλί της μπλεκόταν στις πτυχές του άσπρου της φουστανιού, την κοίταζε με τα κατακίτρινα μάτια του. Του μιλούσε τρυφερά καθώς η καινούργια μέρα ερχόταν ολοταχώς προς το μέρος της – κι ο χώρος γέμιζε τιτιβίσματα, λεκέδες φωτός, θροΐσματα και κινούμενες σκιές.

Ώσπου έβγαινε στον Κήπο. Εκεί ξεδιπλωνόταν κι άνθιζε το περίκλειστο Βασίλειο, το πυκνό, πολύχρωμο, αινιγματικό σύμπαν των φυλλωμάτων, των λουλουδιών και των ριζωμάτων – εκεί όπου βλάσταιναν, πέθαιναν και ξαναγεννιόντουσαν όλες οι εποχές. Άκουγε προσεκτικά τα τριξίματα, τις συλλαβές, τις ανεπαίσθητες νότες που συνηχούσαν μελωδικά καθώς μέσα στον κήπο κάθε τι είχε τη δική του φωνή και της μιλούσε. Ζούσε μέσα στη σαγήνη ενός άρρητου κόσμου.

Ενδιαμέσως, έπινε λίγες γουλιές καφέ από το πορσελάνινο φλυτζάνι της. Έσκυβε και μάζευε φύλλα και πεσμένα πέταλα λουλουδιών, τα έκλεινε ανάμεσα στις σελίδες των βιβλίων. Η βιβλιοθήκη της ήταν κι αυτή ένας Κήπος.

Φορούσε μόνο λευκά ενδύματα. «Με το λευκό είμαι σαν άγραφο χαρτί. Είναι η στολή μου για να με αναγνωρίζουν όλα τα ταπεινά πλάσματα, να μου μιλάνε χωρίς φόβο», έλεγε καθώς περπατούσε ανάλαφρα – ή μήπως πετούσε κιόλας, ανάμεσα στις φιλύρες και τις φασκομηλιές… Κι έκρυβε στις μεγάλες τσέπες των φορεμάτων της κι άλλα θραύσματα στίχων.

Αχ, εκείνα τα βιαστικά βήματα στο κατώφλι, το άγγιγμα του ζεστού ξύλου της κουπαστής της σκάλας…Τα χέρια της που έδεναν κορδέλες γύρω από γυάλινα βάζα και μπουκέτα λουλουδιών, που έπλεκαν στεφάνια της Άνοιξης με ίριδες και μυρτιές και τα κρεμούσαν στην εξώπορτα. Ίσιωνε, έστρωνε, δίπλωνε, ανακάτευε, έραινε, αέριζε. Κι έγραφε, έσβηνε, έσκιζε σελίδες, ξανάγραφε, σχεδίαζε μικρές μαργαρίτες στα περιθώρια, τις μουτζούρωνε, θυμόταν τις λέξεις-δώρα και τις λέξεις-βέλη. Και συνέχιζε να γράφει.

Τη σκέφτομαι ακίνητη, επίσης. Τα δάχτυλα που κρατούν την πένα μένουν μετέωρα για μια στιγμή πάνω από το λεπτό, σχεδόν διάφανο επιστολόχαρτο. «Πού είσαι;» ρωτάει ψιθυριστά. Κανείς δεν της απαντάει.

Αίφνης, μια μικρή αλεπού εμφανίζεται στον Κήπο. Στέκεται και σε κοιτάζει, αγαπημένη Έμιλυ…

8.2026

Κύλιση στην κορυφή