Οι υδρατμοί έχουν κατακάτσει σαν ζεστή, πηχτή πάχνη πάνω στα γαλάζια πλακάκια και στα παλιομοδίτικα είδη υγιεινής σε απόχρωση σκούρο μπλε, που κάποτε θα προσέδιδαν μια αίσθηση πολυτέλειας στο στενό μπάνιο. Ξετυλίγει την πετσέτα από τα μαλλιά του, την τυλίγει στο χέρι και καθαρίζει τον καθρέφτη για να ξεθολώσει. Με δυο κινήσεις διακρίνει πάλι καθαρά το είδωλό του. Δεν είναι ούτε ευχαριστημένος ούτε δυσαρεστημένος με αυτό που βλέπει. Αντικρίζει έναν ξένο, έτσι αισθάνεται καμιά φορά, κι αυτή είναι μία από εκείνες τις φορές.
Θα κάνει όμως τώρα τη συνήθη ρουτίνα του. Θα σκουπιστεί απαλά με την πετσέτα που έχει τυλιγμένη γύρω από τη μέση του, χωρίς έντονο τρίψιμο. Θα περάσει μία το στήθος του με την ξυριστική μηχανή, με προσοχή γύρω από τις σκουρόχρωμες θηλές, και έπειτα θα εφαρμόσει μία καταπραϋντική κρέμα για να φύγει το κοκκίνισμα. Στις απαλλαγμένες από τρίχες μασχάλες του θα βάλει αντιιδρωτικό και θα αλείψει λίγο βούτυρο καριτέ στους αγκώνες και στα γόνατα. Φέρνει το πρόσωπο κοντά στον καθρέφτη για να εξετάσει προσεκτικά, έναν έναν, τους πόρους της επιδερμίδας. Σμίγει τα φρύδια και παρατηρεί τις ρυτίδες που σχηματίζονται πάνω από τη μύτη και στις άκρες των ματιών. Περνάει τα δάχτυλα ανάμεσα από τα μαλλιά του για να ελέγξει εάν παραμένουν και σήμερα πυκνά και πλούσια. Μετράει τις άσπρες τρίχες που έχει εντοπίσει, ευτυχώς ακόμα μετριούνται. Θα εφαρμόσει ένα σέρουμ για την πιθανότητα αραίωσης και για τη θαμπάδα. Θα βάλει την αγαπημένη του κρέμα προσώπου, μια σταγόνα υαλουρονικό κάτω από τα μάτια και lip balm – «τα πιο υγρά φιλιά». Κοιτάζει από όλες τις πιθανές γωνίες. Χαμογελάει στον εαυτό του, τώρα κάπως ενθαρρυντικά. Πρέπει να φροντίζει κανείς τον εαυτό του σε αυτόν τον αφρόντιστο κόσμο.
Ξανατυλίγει την πετσέτα του σώματος γύρω από τη μέση και πηγαίνει στο δωμάτιό του. Ακούει τους δικούς του από την κουζίνα, θα πίνουν τον απογευματινό καφέ, όπως το συνηθίζουν, δεν θα τον ενοχλήσουν. Κλείνει την πόρτα και κλειδώνει, όπως πάντα. Ξαπλώνει στο μονό κρεβάτι του και βγάζει την πετσέτα, μένει γυμνός. Το κινητό παραδίπλα δονείται και η οθόνη του αναβοσβήνει. Το ξεκλειδώνει με το δεξί χέρι, ενώ με το αριστερό χαϊδεύει ασυναίσθητα την περιοχή γύρω από τον αφαλό του. Βάζει να ακούσει ένα ηχητικό μήνυμα, τον ρωτάνε τι θα κάνει τελικά το βράδυ.
Πατάει το εικονίδιο με το μικρόφωνο για να ηχογραφήσει την απάντησή του, ότι έχει κανονίσει αυτή τη φάση που μαθαίνεται από στόμα σε στόμα, χωρίς καμία διαφήμιση. Εάν επιλεγείς, σου δίνουν ραντεβού σε μια συγκεκριμένη τοποθεσία της πόλης, διαφορετική κάθε βράδυ, όπου πρέπει να βρίσκεσαι ακριβώς στην ώρα σου, ούτε νωρίτερα ούτε αργότερα, γιατί χάνεις το δικαίωμα συμμετοχής. Το σημείο το μαθαίνεις μία ώρα πριν με ένα μήνυμα στο κινητό σου. Εκεί σε περιμένει ένα μαύρο βανάκι, από αυτά με τα φιμέ παράθυρα. Μπαίνεις μέσα σε ομάδες των τεσσάρων ατόμων, σου φοράνε μια μάσκα νυκτός και ακουστικά στα αυτιά. Δεν βλέπεις ούτε ακούς τίποτα μέχρι να φτάσεις στον προορισμό. Είναι για να χάσεις την αίσθηση του προσανατολισμού και να μη μαντέψεις πού πηγαίνεις, κατάλαβες;
Καθώς το αφηγείται νιώθει μια μικρή έξαψη. Πού θα τους πάνε άραγε; Σε κάποια γειτονιά στα δυτικά, εκεί όπου οι πολυκατοικίες ρίχνουν η μία τη σκιά της στην άλλη και οι δρόμοι είναι στενοί, πολλές φορές χωρίς κανένα δεντράκι, έστω μια φτενή ακακία, να τους δροσίζει, ή σε κανένα προάστιο που ζούνε οι πιο καλοβαλμένοι, αυτοί που εγκατέλειψαν τα παλιά αστικά διαμερίσματα του κέντρου όταν πλάκωσαν οι μετανάστες τραβώντας προς τα βόρεια και μετά προς τα νότια, στις βρώμικες ακτές της αθηναϊκής ριβιέρας;
Διαπιστώνει ότι έχει ηχογραφήσει ένα λεπτό και είκοσι, πατάει το στοπ και το στέλνει. Κλείνει τα μάτια και απλώνει τα χέρια και τα πόδια σαν αστερίας πάνω στο δροσερό σεντόνι. Δεν προλαβαίνει να βυθιστεί σε αυτήν τη μάλλον ευχάριστη αίσθηση και νιώθει το κινητό του να δονείται πάλι. Ακούει το μήνυμα: «Ίσα που μας καύλωσες».
Ξεφυσάει και συνεχίζει: σε βάζουν σε ομάδες των τεσσάρων στα μαύρα βανάκια, χωρίς να βλέπεις ούτε και να ακούς, και σε πηγαίνουν σε κάποιο διαμέρισμα, κάπου στην πόλη, συνήθως, αλλά όχι πάντα, σε κάποιο από αυτά τα μικροαστικά διαμερίσματα με τα μωσαϊκά, με τα παλιά έπιπλα και τα σεμέν παντού, μπορεί να έχουν μέχρι και τηλέφωνο με καλώδιο, όπου θα περάσεις μια ολόκληρη βραδιά με μια αυθεντική οικογένεια που ζει εκεί, θα κάνεις μαζί τους ό,τι θα έκαναν, και προτού γίνεις κολοκύθα, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, χτυπάει το θυροτηλέφωνο και είναι ώρα να τους αποχαιρετίσεις και να κατέβεις στο βανάκι που σε ξαναφέρει στο σημείο της αφετηρίας. Ξέρεις, το οργανώνει κάποια εταιρεία real estate, η οποία αντί αύξησης ενοικίου εντάσσει λίγους τυχερούς ενοικιαστές της σε αυτό το πρόγραμμα.
Αυτή τη φορά η απάντηση αργεί λίγο να έρθει. Αλλά έρχεται. «Ουάου ρε! Και θα πάτε με την αγάπη;»
Ναι, θα πάνε μαζί. Κατάφερε να κλείσει δύο θέσεις για απόψε. Πρέπει να επισπεύδει με την προετοιμασία γιατί σε λίγο θα έρθουν οι συντεταγμένες του σημείου συνάντησης στο κινητό του. Το ίδιο και στης αγάπης. Κι άλλο μήνυμα: «Φαντάσου να σε είχαν επιλέξει κι εσένα. Δεν θα χρειαζόταν να ξαναγυρίσεις στης μάνας σου».
Δεν αποκλείεται, ναι, αν και αυτός δεν είναι το είδος ανθρώπου που θα επέλεγαν για να περάσει οποιοσδήποτε μαζί του μια βραδιά με τζανκ φουντ και σειρές στην καταθλιπτική τρύπα που νοίκιαζε τότε. Εν πάση περιπτώσει, στης μάνας του ασφυκτιά αλλά κάνει υπομονή. Θα μαζέψει μερικές οικονομίες και θα ξαναφύγει, μπορεί στο μεταξύ να έχει βρει καμιά καλύτερη δουλειά.
Τι δουλειά να κάνουν αυτοί που θα τους υποδεχτούν απόψε; Να είναι δυο βαρετοί υπάλληλοι γραφείου που κάνουν το σκατό τους παξιμάδι, να είναι ένα ζευγάρι συνταξιούχων σαν τους γονείς του, παντρεμένοι χιλιάδες χρόνια, που θα ανταλλάζουν δυο κουρασμένες κουβέντες μεταξύ τους κι αυτό είναι όλο, να είναι μήπως φοιτητές που συγκατοικούν και βολεύονται με δουλειές της πλάκας πιστεύοντας ότι μια υπέροχη καριέρα απλώνεται μπροστά τους;
Ντύνεται, φροντίζεται με επιμέλεια, θα βγει με την αγάπη απόψε. Δοκιμάζει μερικές κολόνιες, καταλήγει πάλι στην αγαπημένη του, που όταν τη φοράει μυρίζει, λέει, σαν καλοκαιρινό απόγευμα. Η οθόνη του κινητού φωτίστηκε ξανά, το μήνυμα ήρθε, έχει λιγότερο από μία ώρα να φτάσει εκεί, πρέπει να βιαστεί. Τα κλειδιά κουδουνίζουν καθώς τα ρίχνει στην τσέπη, αποχαιρετά τους γονείς του, η μάνα του τον κοιτάζει πάλι με εκείνο το βλέμμα που λέει: βγαίνεις κάθε βράδυ αλλά κανένα κορίτσι δεν μας φέρνεις. Δεν το αντέχει αυτό το βλέμμα, που κρύβει μέσα του ένα ανείπωτο παρακαλετό, μια ντροπιαστική και για τους δυο τους ικεσία, και που αντανακλά στο δικό του βλέμμα το γεμάτο από τις ενοχές και από τα ψέματα που σκαρφίζεται κάθε μέρα για να μην καταλάβουν και πληγωθούν.
Κατεβαίνει με τις σκάλες, στρίβει στον κεντρικό και περπατά προς τη στάση του μετρό. Φτάνει στο προκαθορισμένο σημείο συνάντησης ακριβώς στην ώρα του. Χαμογελάει καθώς τον βλέπει εκεί να στέκεται σε μια ουρά και να τον περιμένει. Είναι ψηλός, είναι λεπτός, είναι γυμνασμένος. Πηγαίνει κοντά, του πιάνει το χέρι, είναι ζεστό, είναι υγρό, είναι το χέρι του, θα το αναγνώριζε υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Είναι δικός του, για όσο είναι τελοσπάντων. Είναι ο λόγος που δεν φέρνει στο σπίτι κανένα κορίτσι. Η ουρά είναι μεγάλη, μυρίζουν όλοι κολόνια και φρεσκοπλυμένα ρούχα, έχουν περιποιημένα μαλλιά και στιλπνό δέρμα, έχουν μεγάλη ανυπομονησία. Μπαίνουν στα βανάκια σε τετράδες. Κάποια στιγμή έρχεται η σειρά τους. Η πλαϊνή πόρτα ανοίγει, μπαίνουν μέσα και κάθονται στο ένα κάθισμα, στο άλλο κάθεται ένα ζευγάρι μεσηλίκων, ο άντρας χαμογελάει στη γυναίκα κι εκείνη ανταποδίδει ένα βλέμμα απορίας, προτού φορέσουν σε όλους μάσκες στα μάτια και ακουστικά στα αυτιά. Οι αισθήσεις τους έχουν απομονωθεί, δεν βλέπουν τίποτα ούτε ακούνε τίποτα. Το μόνο που αισθάνεται είναι αυτή η φαγούρα της περιέργειας για το τι θα ακολουθήσει και το χέρι του εραστή του μέσα στο δικό του. Το σφίγγει σαν να βγαίνουν πρώτο ραντεβού.
Αισθάνεται ικανοποίηση και μια κάποια περηφάνια που ανακάλυψε κάτι πραγματικά διαφορετικό να κάνουν απόψε. Η πόλη προσφέρει στ’ αλήθεια αμέτρητες ευκαιρίες για διασκέδαση, αλλά είναι η αλήθεια πως έχει βαρεθεί να πίνει το ποτό του σε πλαστικό ποτήρι στριμωγμένος ανάμεσα στα αυτοκίνητα και στα εμπόδια του γλιστερού πεζοδρομίου. Ελπίζει μόνο η βραδιά να τηρήσει τις υποσχέσεις της.
Αυτή η τυφλή βόλτα κράτησε αρκετή ώρα ώστε να χάσουν κάθε αίσθηση προσανατολισμού. Στην αρχή προσπαθούσε να μαντέψει τη διαδρομή που ακολουθούν υπολογίζοντας τις στροφές αριστερά και δεξιά, τη διάρκεια της ευθείας πορείας, την ομαλότητα του δρόμου ή τις μικρές αναταράξεις που προκαλούσε το οδόστρωμα, πράγμα αδύνατον φυσικά ακόμη και για τον πιο εξασκημένο οδηγό, και δεν ήταν τέτοιος. Σύντομα αφέθηκε, θέλοντας και μη παραδόθηκε στο σκοτάδι. Δεν άφησε όμως στιγμή το χέρι του άλλου, παρά μόνο για να χαϊδέψει το επάνω μέρος της παλάμης του ή για να πλέξουν για λίγο τα δάχτυλά τους, κι ύστερα πάλι να κρατηθούν σφιχτά νιώθοντας μόνο ο ένας το δέρμα του άλλου.
Κάποια στιγμή το μαύρο βανάκι σταμάτησε και έσβησε τη μηχανή. Ένιωσαν άγνωστα χέρια να τους αφαιρούν τα ακουστικά από τα αυτιά, άκουσαν το κλικ που έκαναν οι ζώνες ασφαλείας, κανείς όμως δεν τους έβγαλε τις μάσκες συσκότισης. Οι τέσσερις επιβάτες, τα δύο ζευγάρια αγνώστων μεταξύ τους, δεν μπορούσαν, έτσι, να κοιταχτούν με την απορία που κρυβόταν στα μάτια τους και με μια έκδηλη ανυπομονησία να δουν τι στο καλό ήταν αυτή η εμπειρία που τους έταξαν και για την οποία είχαν καταβάλει ένα όχι και τόσο ευκαταφρόνητο αντίτιμο, που δεν τους περίσσευε στο κάτω κάτω.
Η ευγενική αλλά μάλλον ανέκφραστη υπάλληλος, ντυμένη κι αυτή στα μαύρα και με τα ξανθά μαλλιά της σφιχτοδεμένα σε μια μακριά πλεξούδα που έπεφτε στην πλάτη της, τους κάλεσε να κατέβουν με προσοχή από την υπερυψωμένη καμπίνα των επιβατών πιάνοντάς τους έναν έναν από το χέρι. Δεν είχαν, φυσικά, την παραμικρή ιδέα πού βρίσκονταν, θα μπορούσαν να είχαν μεταφερθεί στην άλλη άκρη της πόλης ή να έχουν κάνει έναν μεγάλο κύκλο για να καταλήξουν δυο τετράγωνα παραπέρα από το σημείο συνάντησης. Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι είχαν δείξει υπερβολική και ίσως αδικαιολόγητη εμπιστοσύνη στους μυστηριώδεις οδηγούς τους, οι οποίοι είχαν οργανώσει κάτι που έμοιαζε με σενάριο αστυνομικής ταινίας ή βασικά με μια κανονικότατη επιχείρηση απαγωγής. Εν πάση περιπτώσει, ό,τι έγινε έγινε και ήδη έμπαιναν στην πολυκατοικία. Δεν χρειάστηκε να χτυπήσουν το θυροτηλέφωνο, η συνοδός τους είχε τα κλειδιά της εισόδου.
Στριμώχτηκαν στο ασανσέρ, η συνοδός, που δεν χωρούσε, πάτησε το κουμπί και τους άφησε να ανέβουν, η ίδια θα πήγαινε με τις σκάλες. Καθώς ακόμη φορούσαν τις μάσκες συσκότισης, υπολόγισαν ότι θα πρέπει να σταμάτησαν στον τρίτο ή τέταρτο όροφο, χωρίς να είναι και εντελώς σίγουροι. Πάντως πρόλαβε και τους άνοιξε εκείνη την πόρτα. Έπιασε τον πρώτο από το χέρι και ζήτησε από τους υπόλοιπους να κρατηθούν μεταξύ τους σχηματίζοντας μια αλυσίδα με τέσσερις προσωρινά, και οικειοθελώς, τυφλούς κρίκους. Μόλις στάθηκαν μπροστά στην πόρτα του διαμερίσματος, τους είπε ότι για τις επόμενες τρεις ώρες θα είχαν την ευκαιρία να ζήσουν μια μοναδική εμπειρία και ότι όταν το ρολόι θα έδειχνε ακριβώς μεσάνυχτα –«όπως θα δείτε, στο σαλόνι υπάρχει ένα υπέροχο παλιό ρολόι τοίχου, από αυτά που σημαίνουν την κάθε ώρα με τους αντίστοιχους χτύπους»– όταν λοιπόν το υπέροχο παλιό ρολόι τοίχου θα χτυπούσε δώδεκα φορές, θα σήμαινε η ώρα να αποχαιρετήσουν τους άγνωστους οικοδεσπότες τους και να αποχωρήσουν επιστρέφοντας στο αρχικό σημείο συνάντησης, όπως ακριβώς ήρθαν.
Κι έπειτα, πιασμένοι έτσι και οι πέντε απ’ το χέρι, αφέθηκαν στη συνοδό τους να τους οδηγήσει από το χολ στο σαλόνι, από όπου ακουγόταν να παίζει, κάπως δυνατά είναι η αλήθεια, μια τηλεόραση, και να τους καθίσει προσεκτικά σε έναν διθέσιο καναπέ τα δύο αγόρια και σε δύο ξεχωριστές πολυθρόνες τον άνδρα και τη γυναίκα. Την παρουσία των άλλων ανθρώπων στο μικρό σαλόνι μπορούσαν μόνο να την αισθανθούν, αλλά δεν είχαν ακόμη το δικαίωμα να βγάλουν τις μάσκες από τα μάτια τους.
Συνειδητοποίησε ότι τόση ώρα δεν είχε αφήσει στιγμή το χέρι του εραστή του. Μύριζε την κολόνια του, είχε διαλέξει εκείνη που άρεσε και στους δύο και που την είχανε συνδέσει με τις ώρες του έρωτα πάνω στα φρέσκα σεντόνια. Μια μικρή ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί του φτάνοντας μέχρι το πάνω μέρος της κεφαλής.
«Και τώρα μπορείτε να βγάλετε τις μάσκες συσκότισης για να γνωρίσετε τους δύο ευγενικούς οικοδεσπότες σας, την κυρία τάδε και τον κύριο τάδε. Σας εύχομαι μια υπέροχη βραδιά και μια απολαυστική εμπειρία».
Άνοιξε τα μάτια. Στον άλλο μικρό καναπέ μέσα στο μικροαστικό σαλονάκι, με το κεντητό ύφασμα που είχε σε κάποια σημεία ξεφτίσει από τα χρόνια, σαστισμένους, αντίκρισε τους γονείς του να βλέπουν πρώτη φορά τον γιο τους να κρατιέται χέρι με χέρι με κάποιο άγνωστο σε αυτούς αγόρι.
Μια πραγματικά αυθεντική εμπειρία πλανιόταν εκείνη τη στιγμή πάνω από τα κεφάλια τους και όλοι μπορούσαν να νιώσουν την παγερή της ανάσα.

