Τις τελευταίες μέρες αναρωτιέσαι αν είσαι κι εσύ σαν το πλοίο του Θησέα. Σκέφτεσαι πόσα κομμάτια έχεις αποχωριστεί στις πρότερες δεκαετίες, τι έχεις αντικαταστήσει. Και με τι. Μπορείς άραγε να λογίζεσαι ακόμη ο ίδιος; Και τι σημαίνει ίδιος; Ώρες-ώρες βλέπεις το παρελθόν σαν αποκαΐδια, ακούς κελαϊδίσματα πουλιών ή γρυλίσματα λύκων. Αν κάτι κέρδισες, δεν φοβάσαι πλέον, έχουν ήδη δαγκώσει ένα κομμάτι της καρδιάς σου. Σβησμένα τοπία με μια υπόνοια μυρωδιάς καμένου. Τέλη Αυγούστου, ο κόσμος αρνείται πεισματικά να επιστρέψει στο κλεινόν άστυ. Βγαίνεις από την ψύξη του καφέ στη μεσημεριανή κουφόβραση. Ο ζεστός αέρας αντί να σε καταβάλλει, σε ξυπνάει. Πιστεύεις πως διακρίνεις στο βάθος μια γνώριμη φιγούρα. Το περπάτημα μοιάζει ίδιο, μια αίσθηση σιγουριάς, σταθερή κίνηση σε ράγες και μαλλί καρέ, όπως το είχε πάντα. Δεν μπορεί… Το χρώμα –ένα ελαφρύ μωβ– σε ξενίζει, αλλά ξέρεις πως καλά θα κάνεις να μη στηριχτείς σ’ αυτό. Οι αλλαγές στις γυναίκες –πόσο μάλλον στις κοπέλες– είναι συχνές όσο κι η διάθεση. Την ακολουθείς. Στρίβει να κοιτάξει πίσω. Η καμπύλη της μύτης κι ένα φευγαλέο βλέμμα. Σίγουρα πρόκειται γι’ αυτήν. Οι κινήσεις, η αύρα της. Πλησιάζεις. Δεν έχει καν αντιληφθεί την παρουσία σου, δευτερόλεπτα πριν μιλήσεις. Κοντοστέκεσαι. Αποκλείεται να είναι η ίδια. Έχουν περάσει τριάντα χρόνια. Η κοπέλα βρίσκεται στην ίδια ηλικία που βρισκόταν εκείνη τότε.
Μπαίνει σ’ ένα κατάστημα. Παραμένεις και περιμένεις στο απέναντι πεζοδρόμιο. Δεν ξέρεις τι έκανε με τη ζωή της. Παντρεύτηκε; έκανε παιδιά; λες αυτή να είναι μια από τις κόρες της; Ζήσατε μαζί δυο εκρηκτικά χρόνια και μετά αποφάσισε να φύγει για σπουδές –ή να ξεφύγει από σένα; πρώτη φορά το σκέφτεσαι. Παγώνεις. Σου πρότεινε να την ακολουθήσεις, μάλλον από μια ανεξήγητη βεβαιότητα πως δεν θα το έκανες. Πώς ήταν τόσο σίγουρη; Η παρορμητικότητα είναι γένους θηλυκού; Παίρνεις μια ανάσα. Δυσκολεύεσαι. Θυμάσαι την είδηση για τον ποιητή Jiang Libo και τη βιβλιοθήκη των χιλιάδων βιβλίων που κατασκεύασε στην κορυφή ενός βουνού, σ’ ένα απομακρυσμένο χωριό μιας χαμένης επαρχίας στην Κίνα. Όταν, λέει, τον ρώτησαν για την επιλογή της τοποθεσίας απάντησε: Όποιος αγαπά πραγματικά τα βιβλία θα έρθει όπου κι αν βρίσκεται το βιβλιοπωλείο. Ρομαντικός ή αφελής; Βιβλία κοντά στα σύννεφα, σκέψεις φτιαγμένες από ουρανό. Αλλά η ιδέα και μόνο σε βοηθάει να ανασάνεις.
Βγαίνει από το μαγαζί. Στο ένα χέρι κρατάει μια τσάντα, στο άλλο το κινητό. Ακούς από μακριά κάποιες σκόρπιες λέξεις. Της έχουν ακυρώσει κάποιο ραντεβού και αυτό έχει προσθέσει έναν παραπάνω εκνευρισμό. Θα έπρεπε να είχες πει ναι και να ακολουθούσες, τότε; Θα παραδεχόταν πως ήταν ρητορικό το αίτημα; Πως δεν είχε καν τεθεί θέμα επιλογής; Ή στο rien ne va plus της θα σ’ έβλεπε που παραδόξως πόνταρες και θα έμπαινε στον πειρασμό να το δοκιμάσει; Και σ’ αυτήν την περίπτωση, ποιος θα ήσουν εσύ τώρα; Πότε αποφάσισες να ξεκινήσεις να γράφεις; Υπήρξε μια συγκεκριμένη στιγμή ή έγινε ανεπαίσθητα, σταδιακά; Από τι προσπαθούσες να ξεφύγεις και ξεκίνησες; Στρίβει σε μια γωνία, στρίβεις κι εσύ και …πέφτεις επάνω της. «Θα με παρακολουθείς για αρκετή ώρα ακόμα;», σου λέει εκνευρισμένη. Εσύ ψελλίζεις κάποια μισόλογα. Δεν θέλεις ή δεν μπορείς να της εξηγήσεις. Τη θαυμάζεις. Και η άλλη έτσι θα αντιδρούσε, με μια κατά μέτωπο αντιμετώπιση. Θέλεις να τη ρωτήσεις αν κι αυτή θα φύγει να σπουδάσει. Αν είναι ευχαριστημένη με τη ζωή της. Αν είναι ερωτευμένη. Θυμάσαι όταν σε ρώτησε το ίδιο, εσύ είχες απαντήσει με ηλίθια ειλικρίνεια «Δεν ξέρω», και τότε δεν δίστασε στιγμή να σε κατακεραυνώσει: «Δεν είσαι. Αν ήσουν, θα το ήξερες».
Τη βλέπεις να απομακρύνεται. Εσύ ακίνητος. Μοιάζει να γλιστράει πάνω στις πλάκες του πεζοδρομίου. Περνάει ανάμεσα στα σταθμευμένα αυτοκίνητα και κατηφορίζει τον δρόμο. Στρέφει το βλέμμα να βεβαιωθεί ότι δεν συνεχίζεις. Η ματιά της αυστηρή. Η δική σου …δεν ξέρεις. Την αποχαιρετάς για δεύτερη φορά. Σκέφτεσαι πως ίσως γράψεις για αυτή τη συνάντηση. Ίσως πάλι όχι.

