© Γιώργος Ρόρρης

Νικόλα Ματζίροφ

Ποιήματα

Μετάφραση: Ελευθερία Τσίτσα

ΣΚΙΕΣ ΜΑΣ ΠΡΟΣΠΕΡΝΟΥΝ

Θα συναντηθούμε μια μέρα,
σαν μια χάρτινη βάρκα και
ένα καρπούζι που το δροσίζει το ποτάμι.
Η ανησυχία του κόσμου θα
είναι μαζί μας. Με τις παλάμες
θα κρύψουμε τον ήλιο και θα
πλησιάσουμε ο ένας τον άλλο κρατώντας φαναράκια.

Μια μέρα ο άνεμος δεν θα
αλλάξει κατεύθυνση.
Η σημύδα θα σπρώχνει τα φύλλα μέσα
στα παπούτσια μας στο κατώφλι.
Οι λύκοι θα κυνηγούν
την αθωότητά μας.
Οι πεταλούδες θα αφήνουν
τη σκόνη τους στα μάγουλά μας.

Μια ηλικιωμένη θα αφηγείται ιστορίες
για εμάς στην αίθουσα αναμονής κάθε πρωί.
Ακόμα και όσα λέω έχουν
ήδη ειπωθεί: περιμένουμε τον άνεμο
σαν δυο σημαίες σε ένα σύνορο.

Μια μέρα κάθε σκιά
θα μας προσπερνά.


ΠΑΤΡΙΔΑ

Ζούσα στην άκρη της πόλης
σαν φανοστάτης που τη λάμπα του
δεν αντικαθιστά κανείς ποτέ.
Ιστοί αράχνης κρατούσαν τους τοίχους ενωμένους,
και ο ιδρώτας τα σφιχτοδεμένα χέρια μας.
Έκρυβα το αρκουδάκι μου
σε τρύπες πέτρινων τοίχων πρόχειρα χτισμένων
και το γλίτωνα από τα όνειρα.

Μέρα και νύχτα ζωντάνευα το κατώφλι
επιστρέφοντας σαν τη μέλισσα που
επιστρέφει πάντα στο προηγούμενο λουλούδι.
Ήταν καιρός ειρήνης όταν έφυγα από την πατρίδα:

Το δαγκωμένο μήλο δεν είχε μαυρίσει,
στο γράμμα ένα γραμματόσημο με το παλιό εγκαταλελειμμένο σπίτι.

Μετά τη γέννησή μου μετανάστευσα σε ήσυχους τόπους
και τα κενά μένουν γαντζωμένα κάτω από τα πόδια μου
όπως το χιόνι που δεν ξέρει αν ανήκει
στη γη ή στον αέρα.


ΔΕΝ ΞΕΡΩ

Μακρινά είναι όλα τα σπίτια που ονειρεύομαι,
μακρινή είναι η φωνή της μητέρας μου
που με καλεί για βραδινό, μα εγώ τρέχω στα σιτοχώραφα.

Είμαστε μακρινοί όπως η μπάλα που χάνει τον στόχο
και κατευθύνεται προς τον ουρανό, είμαστε ζωντανοί
σαν το θερμόμετρο που είναι ακριβές μονάχα όταν
το κοιτάζουμε.

Η μακρινή πραγματικότητα κάθε μέρα με ρωτά
σαν άγνωστος ταξιδιώτης που με ξυπνά στα μέσα της διαδρομής
λέγοντας Αυτό είναι το σωστό λεωφορείο;,
και απαντώ Ναι, μα εννοώ Δεν ξέρω,
δεν ξέρω τις πόλεις των παππούδων σας
που θέλουν να αφήσουν πίσω όσες ασθένειες ανακαλύφθηκαν
και όσες θεραπείες έφτιαξε η υπομονή.

Ονειρεύομαι ένα σπίτι στον λόφο των πόθων μας,
για να βλέπω πώς τα κύματα της θάλασσας αποτυπώνουν
το καρδιογράφημα των πτώσεων και των ερώτων μας,
πώς πιστεύουν οι άνθρωποι για να μη βουλιάξουν
και προχωρούν για να μη λησμονηθούν.

Μακρινές όλες οι καλύβες όπου κρυβόμασταν από την καταιγίδα
και από την οδύνη των ελαφιών ενώ πέθαιναν μπροστά στα μάτια των κυνηγών
που ένιωθαν περισσότερο μόνοι παρά πεινασμένοι.

Η μακρινή στιγμή κάθε μέρα με ρωτά
Αυτό είναι το παράθυρο; Αυτή είναι η ζωή; και λέω
Ναι, μα εννοώ Δεν ξέρω, δεν ξέρω αν
τα πουλιά θα αρχίσουν να μιλούν, χωρίς να αρθρώνουν τη λέξη Πόλεμος.


ΟΤΑΝ ΦΕΥΓΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ
ΟΛΑ ΟΣΑ ΕΓΙΝΑΝ ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΝ

Για τη Μαριάν Κ.

Στο αγκάλιασμα στη γωνία θα καταλάβεις ότι
κάποιος φεύγει για κάπου. Πάντα έτσι γίνεται.
Ζω ανάμεσα σε δύο αλήθειες
σαν ένα φως νέον που τρεμοσβήνει σε
μια άδεια αίθουσα. Η καρδιά μου συλλέγει
όλο και περισσότερους ανθρώπους, αφού δεν βρίσκονται πια εδώ.
Πάντα έτσι γίνεται. Ένα τέταρτο του χρόνου που είμαστε ξύπνιοι
τον περνούμε ανοιγοκλείνοντας τα μάτια. Ξεχνούμε
πράγματα ακόμα και πριν τα χάσουμε –
το τετράδιο καλλιγραφίας, λόγου χάριν.
Τίποτα δεν είναι ποτέ νέο. Το κάθισμα
του λεωφορείου είναι πάντα ζεστό.
Τα τελευταία λόγια μεταφέρονται
όπως οι γερτοί κουβάδες με νερό σε μια τυπική καλοκαιρινή φωτιά.
Το ίδιο θα συμβεί ξανά από την αρχή αύριο –
το πρόσωπο, πριν σβήσει από τη φωτογραφία,
θα χάσει τις ρυτίδες. Όταν φεύγει κάποιος
όλα όσα έγιναν επιστρέφουν.


ΑΠΟΚΟΜΜΕΝΟΣ

Αποκόπηκα από κάθε αλήθεια για το πώς γεννήθηκαν
ποτάμια, δέντρα και πόλεις.
Έχω ένα όνομα που θα γίνει δρόμος αποχαιρετισμών
και μια καρδιά που εμφανίζεται στα ακτινολογικά φιλμ.
Αποκόπηκα ακόμα και από εσένα, μητέρα όλων των ουρανών
και των ανέμελων σπιτιών.
Τώρα το αίμα μου είναι πρόσφυγας που ανήκει
σε πολλές ψυχές και ανοιχτές πληγές.
Ο θεός μου ζει στον φώσφορο ενός σπίρτου,
στις στάχτες που συγκρατούν το σχήμα του καυσόξυλου.
Δεν χρειάζομαι χάρτη του κόσμου όταν αποκοιμιέμαι.
Τώρα ένα στάχυ καλύπτει με τη σκιά του την ελπίδα μου,
και ο λόγος μου είναι εξίσου πολύτιμος
όσο ένα παλιό οικογενειακό ρολόι που δεν μετρά τον χρόνο.
Αποκόπηκα από τον εαυτό μου, για να φτάσω στο δέρμα σου
που μυρίζει μέλι και άνεμο, στο όνομά σου
που σημαίνει αεικίνητο και με ηρεμεί,
ανοίγοντας πόρτες σε πόλεις όπου κοιμάμαι,
αλλά δεν ζω.
Αποκόπηκα από τον αέρα, το νερό, τη φωτιά.
Το χώμα από το οποίο φτιάχτηκα
χτίστηκε κι έγινε ένα με το σπίτι μου.


ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΕΜΑΣ

Μια μέρα κάποιος θα διπλώσει τις κουβέρτες μας
και θα τις στείλει στο καθαριστήριο
για να αφαιρεθεί και ο τελευταίος κόκκος αλατιού από πάνω τους,
θα ανοίξει τα γράμματά μας και θα τα ταξινομήσει χρονολογικά
όχι ανάλογα με το πόσες φορές διαβάστηκαν.

Μια μέρα κάποιος θα αλλάξει τη θέση των επίπλων στο δωμάτιο
όπως τα πιόνια στην αρχή μιας νέας παρτίδας,
θα ανοίξει το παλιό κουτί των παπουτσιών
όπου μαζεύουμε κουμπιά από πιτζάμες,
μισοτελειωμένες μπαταρίες και πείνα.

Μια μέρα ο πόνος θα επιστρέψει στην πλάτη μας
από το βάρος των κλειδιών για τα δωμάτια ξενοδοχείου
και από την καχυποψία του ρεσεψιονίστ
όταν μας παραδίδει το κοντρόλ της τηλεόρασης.

Ο οίκτος των άλλων θα τρέξει να μας κυνηγήσει
όπως κυνηγά η σελήνη ένα περιπλανώμενο παιδί.


ΟΣΑ ΕΙΠΑΜΕ ΜΑΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝΟΥΝ

Δώσαμε ονόματα
στα αγριόχορτα
πίσω από ημιτελή κτίρια,
δώσαμε ονόματα σε όλα τα μνημεία
των εισβολέων μας.
Βαφτίσαμε τα παιδιά μας
με τρυφερά υποκοριστικά
βγαλμένα από γράμματα
που διαβάστηκαν μονάχα μια φορά.

Μετά ερμηνεύσαμε στα κρυφά
τις υπογραφές στο τέλος συνταγών
για ανίατες ασθένειες,
με κιάλια ζουμάραμε
σε χέρια που έγνεφαν αντίο
από τα παράθυρα.

Αφήσαμε λέξεις
κάτω από πέτρες με θαμμένες σκιές,
επάνω στον λόφο που φυλά τον αντίλαλο
των προγόνων που τα ονόματά τους δεν
αναγράφονται στο οικογενειακό δέντρο.

Όσα είπαμε δίχως μάρτυρες
θα μας στοιχειώνουν για καιρό.

Οι χειμώνες στοιβάχτηκαν μέσα μας
χωρίς ποτέ να αναφερθούν.


Η ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ

Θέλω κάποιος να μου μιλήσει
για τα μηνύματα στο νερό μέσα στα σώματά μας,
για τον χθεσινό αέρα
στους τηλεφωνικούς θαλάμους,
για τις πτήσεις που αναβλήθηκαν λόγω
περιορισμένης ορατότητας, παρά την παρουσία
όλων των ορατών αγγέλων.
Ο ανεμιστήρας που θρηνεί τους τροπικούς ανέμους,
το θυμίαμα που μοσχοβολά
ενώ καίγεται – θέλω κάποιος να μου μιλήσει για αυτά τα πράγματα.

Πιστεύω πως όταν γεννιέται η τελειότητα
κάθε μορφή και αλήθεια
ραγίζει σαν τσόφλι.

Μονάχα ο στεναγμός των τρυφερών αποχωρισμών
μπορεί να διαλύσει έναν ιστό
και η τελειότητα των φανταστικών τόπων
μπορεί να αναβάλει τη μυστική
μετανάστευση των ψυχών.

Και τι μπορώ να κάνω με το ατελές σώμα μου:
φεύγω κι επιστρέφω, φεύγω κι επιστρέφω.
Σαν πλαστικό σανδάλι στα κύματα
επάνω στην ακτή.


ΤΑΧΥΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΙΩΝΑΣ

Ταχύς είναι ο αιώνας. Αν ήμουν άνεμος
θα είχα ξεφλουδίσει τα δέντρα
και τις προσόψεις των κτιρίων στα περίχωρα.

Αν ήμουν χρυσός, θα με είχαν κρύψει σε κελάρια,
στο εύθρυπτο χώμα και ανάμεσα σε σπασμένα παιχνίδια,
θα με είχαν λησμονήσει οι πατεράδες,
και οι γιοι τους θα με θυμούνταν για πάντα.

Αν ήμουν σκύλος, δεν θα είχα φοβηθεί
τους μετανάστες, αν ήμουν σελήνη
δεν θα με είχαν τρομάξει οι εκτελέσεις.

Αν ήμουν επιτοίχιο ρολόι
θα είχα καλύψει τις ρωγμές στον τοίχο.

Ταχύς είναι ο αιώνας. Επιβιώνουμε μετά από ασθενείς σεισμούς
με το βλέμμα στραμμένο στον ουρανό, όχι στη γη.
Ανοίγουμε τα παράθυρα για να μπει ο αέρας
των τόπων που δεν επισκεφθήκαμε ποτέ.
Πόλεμοι δεν υπάρχουν,
διότι κάποιος πληγώνει την καρδιά μας κάθε μέρα.
Ταχύς είναι ο αιώνας.
Ταχύτερος από τον λόγο.
Αν ήμουν νεκρός, όλοι θα με είχαν πιστέψει
τότε που σιωπούσα.


ΠΡΙΝ ΓΕΝΝΗΘΟΥΜΕ

Οι δρόμοι ασφαλτοστρώθηκαν
πριν γεννηθούμε και όλοι
οι αστερισμοί είχαν ήδη σχηματισθεί.
Τα φύλλα σάπιζαν
στην άκρη του πεζοδρομίου,
το ασήμι μαύριζε
στο δέρμα των εργατών,
τα οστά κάποιου μεγάλωναν όσο
διαρκούσε ο ύπνος.

Η Ευρώπη ενωνόταν
πριν γεννηθούμε και
τα μαλλιά μιας γυναίκας απλώνονταν
γαλήνια στην επιφάνεια
της θάλασσας.


ΤΟ ΜΑΤΙ

Στον Βάσκο Πόπα

Άνοιξε ένα μάτι μόνο –
Ο ορίζοντας υπάρχει στο κλειστό μάτι.

Άνοιξε το κοχύλι –
δεν θα αποδράσει η μοναξιά.

Οι πέτρες στην κοίτη του ποταμού πίνουν τον χρόνο όλο,
τα νεκρά ψάρια κολυμπούν προς τον ήλιο.

Άνοιξε ένα μάτι μόνο.
Ο κόσμος είναι δέντρο νεαρό σε εργοτάξιο,
τα παράθυρα είναι ποτάμια της αβεβαιότητάς μας.

Άνοιξε τον ουρανό.

Στα χέρια μου κρατώ ένα σπίτι –
δωμάτιο προσευχής σε κήπο νοσοκομείου.


ΕΙΔΑ ΟΝΕΙΡΑ

Είδα όνειρα που κανείς δεν θυμάται
και ανθρώπους να θρηνούν σε λάθος τάφους.
Είδα αγκαλιές μέσα στο αεροπλάνο που έπεφτε
και δρόμους με ανοιχτές αρτηρίες.
Είδα ηφαίστεια να κοιμούνται βαθύτερα από ό,τι
οι ρίζες του οικογενειακού δέντρου
και ένα παιδί που δεν φοβάται τη βροχή.
Μόνο που εμένα δεν με είδε κανείς,
μόνο που εμένα δεν με είδε κανείς.

[Ο Νικόλα Ματζίροφ (Στρούμιτσα Β. Μακεδονίας, 1973) συμμετέχει στο 7ο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών (27-30 Σεπτεμβρίου 2021.]

«...είμαι η επίθεση της ελευθερίας στις σκληρές καρδιές
και το ποίημα που δύσκολα ακούγεται.…»
Τζακ Χίρσμαν
(Φρέαρ τεύχος 4 - Φθινόπωρο 2021)
Κύλιση στην κορυφή