«Η δουλειά είναι το καταφύγιο των ανθρώπων που δεν έχουν απολύτως τίποτα να κάνουν» – Oscar Wilde
«Είναι διευθυντής μιας μεγάλης βιομηχανίας, έχει περάσει τα εξήντα, κάθε πρωί σηκώνεται από τις έξι, χειμώνα καλοκαίρι, στις εφτά βρίσκεται κιόλας στο εργοστάσιο, όπου και θα μείνει μέχρι τις οχτώ το βράδυ, ίσως και περισσότερο. Ακόμα και τις Κυριακές πηγαίνει στη δουλειά, παρ’ όλο που στις εγκαταστάσεις και στα γραφεία δεν υπάρχει ψυχή· αλλά μια ώρα αργότερα και είναι αυτό που εκείνος θεωρεί βίτσιο. Είναι κατ’ εξοχήν ένας πολύ σοβαρός άνθρωπος, γελάει σπάνια, δεν γελάει ποτέ του. Τα καλοκαίρια παραχωρεί στον εαυτό του, αλλά όχι πάντα, μιας βδομάδας διακοπές, στη βίλλα του κοντά στη λίμνη. Δεν έχει αδυναμίες κανενός είδους, δεν καπνίζει, δεν πίνει καφέ, δεν πίνει αλκοόλ, δεν διαβάζει μυθιστορήματα. Δεν συγχωρεί καμιά αδυναμία στους άλλους. Πιστεύει πως είναι σπουδαίος. Είναι πολύ σπουδαίος. Μιλάει για πράγματα πολύ σπουδαία. Κάνει μονάχα σπουδαία τηλεφωνήματα. Ακόμα και τ’ αστεία του μέσα στην οικογένεια είναι κι αυτά πολύ σπουδαία. Νομίζει τον εαυτό του απαραίτητο. Είναι απαραίτητος. Η κηδεία του θα γίνει αύριο στις 14.30, τόπος αναχώρησης το σπίτι του μακαρίτη». (Dino Buzzati, «Ο αρχηγός»).
Ο Θεός έβαλε τον άνθρωπο κηπουρό του Παραδείσου, μισό ευεργεσία μισό τιμωρία ευεργετική. Ο ιδρυτικός μύθος της Γενέσεως δεν θα μπορούσε να μην έχει διφορούμενο χαρακτήρα, αφού και ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως αντιφατικός και η πραγματικότητα απελπιστικά αντιθετική (για να περιοριστούμε σ’ ένα διαλεκτικό σχήμα). Όπως και να ’χει, το θέμα είναι πως η Εδέμ χάθηκε ανεπιστρεπτί σχεδόν άμα τη δημιουργία της. Διότι το δημιούργημα θεώρησε εαυτόν κύριο της πλάσης, ενώ δημιουργήθηκε για να υπηρετεί τον αληθινό Κύριο. Διέπραξε το λάθος να λησμονήσει πως η μόνη αληθινή εξουσία συνίσταται στο να υπηρετείς. Αντιποίησε την αρχή του Θεού εκεί που δεν έπρεπε, κι εκεί που έπρεπε να Τον ακούσει, στην ημέρα της ανάπαυσης, Τον μιμήθηκε κατά γράμμα. Κι έμεινε ο άνθρωπος κεραυνωμένος, να μην ξέρει ούτε πώς να δουλέψει ούτε πώς να χαρεί ούτε, προπαντός, πώς να συνάψει επιτυχώς το πρώτο με το δεύτερο. Έμεινε ξέπνοος με μια Κυριακή ή δυο βδομάδες τον Αύγουστο, κι αυτά όχι για να τιμήσει τα όποια πεπραγμένα, αλλά για να πάρει ανάσες και δυνάμεις στον αξιοθρήνητο αγώνα δρόμου της καθημερινότητάς του.
Ο Joan Miró ακροβατεί και ισορροπεί πάνω στην τέχνη, σώζεται από την πτώση στο παράλογο της ζωής, μετατρέποντας το εργαστήρι του σε περιβόλι και κάνοντας ό,τι κάνει ένας κηπουρός: ποτίζει, κλαδεύει, περιποιείται και περιμένει χωρίς να βιάζεται. Αφήνεται –με εμπιστοσύνη ή από απόγνωση, το ίδιο κάνει– στα χέρια της Φύσης, στην οποία ούτως ή άλλως ανήκει. Παραιτείται, υποχωρεί, συμβιβάζεται ή, αν προτιμάτε, συμμορφώνεται. Όχι, βέβαια, σαν τον αόργητο Ινδό χωρικό την εποχή των μουσώνων. Στη Δύση, «η μοιρολατρία δεν είναι, όπως νομίζουν, κατάσταση παθητική» θα πει ένας άλλος μεγάλος ζωγράφος και σοφός, ο George Braque. Μπρος στο αφύσικο του φυσικού κόσμου και το ανερμήνευτο του ερμηνευμένου μυστηρίου, διανοίγεται ένα απεριόριστο πεδίο δυνατοτήτων, που στον Miró εκφράζεται ως παίζουσα ελευθερία (E.Ionesco). Ας έχουμε στον νου μας αυτή τη στάση, αληθινό μα ανίσχυρο αντίβαρο στις ετυμηγορίες ή τους παρορμητισμούς της ιστορίας.
Κάπως πρέπει να περάσουμε τις μέρες μας κάτω από τον ήλιο. Κατά κανόνα, στην προσπάθεια να επινοήσουμε ένα σχέδιο, ξεχνάμε ότι η ζωή είναι χάρισμα. Η προπατορική αγνωμοσύνη με τη δοκιμή από το απαγορευμένο δέντρο της γνώσης επαναλαμβάνεται παντού. Σταδιακά περνάμε από το δώρο στο δικαίωμα και από το δικαίωμα στην απαίτηση. Κι αντί να ευχαριστούμε για εκείνο που μας δωρίσθηκε, διαμαρτυρόμαστε για εκείνο που (νομίζουμε πως) μας λείπει. Κι όσο πιο αυτονόητο θεωρείται εκείνο που παραλάβαμε, τόσο πιο τερατώδης εμφανίζεται η αχαριστία. Λέει ο ποιητής Edmond Jabés: «Πάντοτε θα μας απογοητεύει το θείο. Ακόμα και στο θαύμα». Ο άνθρωπος είναι, αν το συνειδητοποιήσουμε, το πιο αχάριστο από τα όντα. Μέχρι και στην Εδέμ δυσανασχετεί. Γκρινιάζει όταν είναι, γκρινιάζει κι όταν δεν είναι πλέον εκεί. Τι κι αν η Εδέμ μεταφέρθηκε μες στο συλλογικό, αταβιστικό, οντολογικό ασυνείδητο από το παρελθόν στο μέλλον; Τι κι αν η νοσταλγία έγινε προσδοκία και αξίωση ή το συμβολικό έγινε δήθεν απτό και επειγόντως υλοποιήσιμο; Με την αναπόφευκτη όσο και ολέθρια αυτή εξέλιξη το μόνο που επετεύχθη είναι να γιγαντωθεί η γήινη δυσφορία, καθώς η τύχη της ζωής εναποτέθηκε ολωσδιόλου στα χέρια του ανθρώπου, ο οποίος δεν ξέρει πού του παν τα τέσσερα. Να βαρύνεται, δηλαδή, ένα τόσο σχετικό και ανεπαρκές πλάσμα με το άγχος τής πραγμάτωσης της απόλυτης τελειότητας, την οποία το ίδιο επέβαλε στον εαυτό του, όπως αναπτύσσει ο Pascal Bruckner στο αριστούργημα Η αέναη ευφορία. Στην ουσία χάθηκε/εται η Εδέμ όταν χάθηκε/εται η αμεριμνησία, που εδράζεται πάνω στην επίγνωση του πεπερασμένου των προδιαγραφών του ανθρώπου. Αν, τώρα, μπορούμε να πούμε πως υπάρχει σ’ αυτόν τον ατελή κόσμο ένα είδος «περιορισμένης τελειότητας» (J. Huizinga), αυτή τη συναντάμε μονάχα στο παιχνίδι και στους νόμους του, το οποίο διατηρεί δομικώς μια οντολογική σχέση με το ιερό, σε αντίθεση με τη νεωτερική πανανθρώπινη παρανόηση που έχει καθαγιάσει και θεοποιήσει την εργασία.
Με την επικράτηση της προβληματικής έννοιας της προόδου επεβλήθη και το καθήκον της ατομικής και της παγκόσμιας αλλά εγκόσμιας ευτυχίας. Κάτι που δεν μπορούσε να νοηθεί παρά με όρους εκκοσμίκευσης, εν προκειμένω «γερμανικής» (Λούθηρος, Kant) μεθοδικότητας, εργατικότητας και μεθοδικής εργασίας, στο πλαίσιο μιας vita activa, όπου η επαγγελματική αφοσίωση και η μέγιστη επίδοση εκλαμβάνονται ως τρόποι ελευθερίας και αυτοπραγμάτωσης. Αφ’ ής στιγμής τέθηκε στον σύγχρονο άνθρωπο ως διλημματική υποχρέωση το να επιλέξει ανάμεσα στο παιχνίδι και τον «σοβαρό» βίο (G. Bataille), ήτοι την εργασία, είχε ήδη ξεκινήσει μιας κολοσσιαίων συνεπειών ανθρωπολογική αλλοίωση. Η αρχαία ιεραρχική τάξη με την αδιαφιλονίκητη προτεραιότητα της vita contemplativa έναντι της activa, αντιστράφηκε πλήρως. Τούτο σηματοδότησε τη βαθμιαία επικράτηση του animal laborans επί του homo faber (H. Arendt). Εξαιτίας της κατάτμησης, της επιτάχυνσης και της εξατομίκευσης, χάθηκε βασικά και «το άρωμα του χρόνου», για να θυμηθούμε το ομώνυμο βιβλίο του Byung-Chul Han, αλλά και η συνείδηση της εξωφρενικής συντομίας της ζωής.
Εδώ και δεκαετίες, ο ζωτικός χρόνος συμπίπτει εξ ολοκλήρου με τον χρόνο της εργασίας (neg-otium, α-σχολία), ο οποίος αποστρέφεται και καταργεί όχι μόνο τον ιερό χρόνο της εορτής και του παιχνιδιού, αλλά κι εκείνον της ανάπαυσης και της σχολής (otium), όπου φύεται και ευδοκιμεί η vita contemplativa, απ’ την οποία πηγάζει και αρδεύεται το σύμπαν των αξιών και των νοημάτων που διασώζουν την ανθρώπινη φύση του ανθρώπου και καθιστούν τον βίο αξιοβίωτο. Το καταπληκτικό είναι ότι όλη αυτή η εξέλιξη συντελέστηκε εν ονόματι της βελτίωσης των συνθηκών της ζωής! Μιας ζωής πιο ευτυχισμένης, πιο επιτυχημένης, πιο θετικής, πιο ανώδυνης, πιο άνετης, πιο υγιούς, πιο λαμπερής, πιο νεανικής, πιο μακροήμερης –ει δυνατόν αθάνατης, πιο παραδεισένιας… Χωρίς δυσκολία, λάθος, πόνο, αρρώστια, γήρας και θάνατο. Χωρίς καμία από τις προϋποθέσεις της πολυτιμότητας και της νοηματοδότησής της. Όπως γράφει ο Γιουβενάλης στην 8η Σάτιρά του:«Et propter vitam, vivendi perdere causas» (=προκειμένου να παραμείνεις στη ζωή, να χάνεις εκείνο για το οποίο αυτή έχει λόγο ύπαρξης)… Ο σύγχρονος άνθρωπος, μπλεγμένος μες στις ατέλειωτες απαιτήσεις μιας υπερδιεγερμένης κι ανούσιας υπερκινητικότητας, έχει στερήσει απ’ τον εαυτό του –παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της ψυχοθεραπείας– τη στοιχειώδη δυνατότητα εκείνης της νηφάλιας αποστασιοποίησης, που θα του επιτρέψει να αντιληφθεί το αδιέξοδο κατάντημά του. Και η τραγική ειρωνεία; Καμαρώνει για την πολυπραγμοσύνη του, που έχει δουλειές, που δεν προλαβαίνει, που τρέχει, που του τηλεφωνούν ολημερίς! Δεν υποψιάζεται σε τι βαθμό και με τι τρόπο έχει πέσει θύμα αυτοεκμετάλλευσης. Δεν υποψιάζεται τίποτα. Κατά καιρούς, παθαίνει κρίσεις πανικού, ξεδίνει σε κανένα μπαρ ή ορκίζεται αλλαγές. Ώσπου να επιστρέψει στη δουλειά ή τις δουλειές του, μοναδική του έγνοια και αποκλειστική του αποζημίωση. Κι ενώ βλέπει ότι η ζωή περνάει πολύ γρήγορα, ότι πέρασε σχεδόν κι ότι λίγη απόμεινε, ουδόλως μεταστρέφεται κι ουδόλως ανασυντάσσεται.
Ο καθολικός φιλόσοφος Josef Pieper στο βιβλίο του για τον ελεύθερο χρόνο αναλύει θαυμάσια τη διαδικασία «προλεταριοποίησης» της ζωής, δηλαδή της σταδιακής υποταγής του ατόμου στις υλικές ανάγκες παραγωγής (και κατανάλωσης) και στην εξάντληση εκεί του ζωτικού του χωροχρόνου, φαινομένου που αφορά όλες τις τάξεις ανεξαιρέτως και που παραδόξως παρακάμπτει το σοβαρό πρόβλημα της ανεργίας και της κακοπληρωμένης απασχόλησης. Σήμερα, σε γενικές γραμμές, ο ελεύθερος χρόνος λογίζεται ως πολυτέλεια και, συγκεκριμένα, ως κενό, που επείγει να γεμίσει. Η διαχείριση του χρόνου κατά το δοκούν και η διάθεσή του σε «μη χρήσιμες» δραστηριότητες προκαλεί περιφρόνηση. Το να κυκλοφορείς ασκόπως, χωρίς τσάντα ή με τα χέρια στις τσέπες μπορεί ακόμα και να εγείρει υποψίες για το ποιον ή τις προθέσεις σου. Δεν νοείται «ελεύθερος» χρόνος «αναξιοποίητος», «μη εποικοδομητικός», «αθυσίαστος». Και «αξιοποίηση» θα πει σκληρή δουλειά, ακατάπαυστη προπόνηση, επίμονη στοχοπροσήλωση, διαρκής ετοιμότητα, διηνεκής σχεδιασμός, συνεχής κινητικότητα. Σήμερα, το να δεις έναν φίλο δεν θεωρείται προτεραιότητα, άλλωστε γιατί υπάρχουν τα κοινωνικά δίκτυα; Άνθρωποι, υποτίθεται αγαπημένοι, χάνονται μήνες ή και χρόνια στην ίδια πόλη. Τη γιορτή έχει διαδεχτεί η μαζική και τυποποιημένη διασκέδαση/εκτόνωση με άρτους και θεάματα. Και οι απλές, αυθόρμητες, άμεσες χαρές του συναστερισμού του παρόντος αναβάλλονται ή προσπερνιούνται προς χάριν μακροπρόθεσμων, προγραμματισμένων απολαύσεων σαν μην υπήρχε ούτε πεπρωμένο ούτε προσδόκιμο. Και μη νομίσει κανείς ότι το «burnout» (μαζί και η μηδενιστική πλήξη) απαντά μονάχα σε σκυθρωπούς τεχνοκράτες ή σε βιαστικούς δικηγόρους, το βρίσκουμε πλέον και μεταξύ ηθοποιών, αρχιτεκτόνων, καθηγητών κι εστιατόρων. Συμβαίνει αδιακρίτως κι εξίσου σε artes serviles και artes liberales. Αν κάτι συνδέει και συνομαδώνει την ποικιλομορφία των περιπτώσεων είναι η απουσία επαρκούς επίγνωσης ότι «όλα είναι ένα ψέμα/μια ανάσα μια πνοή» που λέει το εξαίσιο υπαρξιακό λαϊκό άσμα. Ότι η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη. Ότι κανονίζουμε χωρίς τον Ξενοδόχο. Ότι ο πνιγμένος στη δουλειά, ο εργασιομανής, μοιάζει με κηπουρό, που δεν θαύμασε ποτέ του ένα λουλούδι, που δεν αναστέναξε ευγνώμων ούτε μια φορά μπροστά στον κήπο. Ας κλείσουμε με Κηλαηδόνη: «Έχει αμάξι, έχει σπίτι, όλα τα ʼχει κι όμως πλήττει και ξαφνικά παθαίνει συγκοπή. / Ξέρει κόλπα, έχει θέσεις, μετοχές και καταθέσεις και ξαφνικά παθαίνει συγκοπή». («Ένα γουρούνι λιγότερο», 1982).
