© Ζωγραφική: Δημήτρης Αναστασίου

Δημήτρης Αναστασίου

«Θα μπορέσει η χειροποίητη ζωγραφική να επιζήσει της ψηφιακής επέλασης;»

α. Πώς μπήκατε στη ζωγραφική, ποιες ήταν οι αφορμές, οι δάσκαλοι, οι επιρροές πώς θα χαρακτηρίζατε τη δουλειά σας από άποψη θεματικών/υλικών/τεχνικής; 

Προειλημμένη ήταν, ουσιαστικά, η απόφαση να γίνω ζωγράφος, όπως για άλλα παιδιά είναι προαποφασισμένη η καριέρα γιατρού ή δικηγόρου. Ο πατέρας μου στα νιάτα του δοκίμασε για λίγο να σταδιοδρομήσει ως ζωγράφος, αλλά οι απαιτήσεις της άτεγκτης πραγματικότητας – φτωχική καταγωγή, έγκυος γυναίκα– τον έριξαν από τον υψιπέτη έρωτα της τέχνης στον αγοραίο πραγματισμό του εμπορίου. Άνοιξε –μαζί με τη μητέρα μου, που ως παιδί δήλωνε ότι θα γίνει ζωγράφος και ποιήτρια– ένα μαγαζί που πουλούσε κουκλάκια, διακοσμητικά μαξιλαράκια (τουλάχιστον έπεσαν στα μαλακά) και άλλα είδη δώρου, τα οποία, ως επί το πλείστον, κατασκεύαζαν μόνοι τους.

Ούτε καν διετής, καθόμουν πλάι στη μητέρα μου που ζωγράφιζε τα πρόσωπα στις κούκλες και, για να μην την ενοχλώ, με άφηνε να ζωγραφίζω κι εγώ λίγες –στο πίσω μέρος του κεφαλιού τους, στο οποίο μετά ράβονταν μαλλιά. Αν βρείτε καμιά τέτοια κούκλα και της ξυρίσετε το κεφάλι, μπορεί και να ανακαλύψετε ένα από τα πρώτα μου έργα. Συνήθισα από τότε να κρατώ ένα κραγιόνι και να μουτζουρώνω –τοίχους, πόρτες, πατώματα, δίσκους βινυλίου, βιβλία, πού και πού και κάνα λευκό χαρτί. Όταν, λοιπόν, σε ηλικία νηπιαγωγείου, δήλωσα με κάθε επισημότητα ότι θα γίνω ζωγράφος, οι γονείς μου ένιωσαν χαρά, υπερηφάνεια και την αισιοδοξία μιας εξ αντανακλάσεως δεύτερης ευκαιρίας. Δεν αμφισβήτησα σχεδόν ποτέ την απόφαση εκείνη, μιας και όλοι ήταν ικανοποιημένοι. Όλοι, εκτός από τον παππού μου τον Δημήτρη, τον δικηγόρο, ο οποίος αντιδρούσε: «Θα φοιτήσεις πρώτα στη Νομική και μετά γίνεσαι και ζωγράφος, αν θες». Η γιαγιά μου, όμως, κάποια Χριστούγεννα μου δώρισε μια μονογραφία του Νταλί, με αφιέρωση «Στον Νταλί μας», κι ήταν σαν να μου έκλεινε το μάτι.

Διάφορες τέτοιες μονογραφίες, μαζί με την κλασική σειρά της Μέλισσας με τους μεγάλου σχήματος χρυσοποίκιλτους τόμους που έπιαναν την ιστορία της ζωγραφικής από τον Τζιόττο κι έφταναν μέχρι τον εικοστό αιώνα, ήταν η μόνη μου εικαστική παιδεία σχετικά με τη μεγάλη ζωγραφική. Κατά τα άλλα, κόμικς και πάλι κόμικς· στα χρόνια του Δημοτικού πρέπει να καταβρόχθισα χιλιάδες τέτοια τομίδια. Κι εγώ κόμικς έφτιαχνα κατά κύριο λόγο, δηλώνοντας ταυτοχρόνως, αμετακίνητος, ότι θα πάω στην Καλών Τεχνών και θα γίνω ζωγράφος.

Μόνο στα χρόνια του Λυκείου άρχισα να κάνω νερά, καταγινόμουν όλο και περισσότερο με τη ροκ μπάντα μου και όλο και λιγότερο με τη ζωγραφική, μιας και το όνειρο να γίνω ροκ σταρ φάνταζε πιο φαντεζί. Δεν εγκατέλειψα εντελώς το όνειρο της ζωγραφικής, αλλά το πάντρευα πια στο μυαλό μου με τη ροκ· στο κάτω-κάτω, δεν ήταν λίγοι οι αγαπημένοι μου μουσικοί που ήταν και ζωγράφοι: Syd Barrett, Eric Clapton, Janis Joplin, Joni Mitchell, Captain Beefheart… Εκείνη την εποχή, ζωγράφιζα κυρίως τα εξώφυλλα των φανταστικών δίσκων που θα βγάζαμε με το συγκρότημα στο μέλλον, επηρεασμένος πιο πολύ από τη flower power αισθητική της χίπικης επανάστασης της δεκαετίας του 1960 –κοιτούσα 30 χρόνια πίσω για έμπνευση, δηλαδή. Δεν πολυπατούσα στο προπαρασκευαστικό φροντιστήριο, προτιμούσα να συχνάζω σε προβάδικα και στούντιο ηχογράφησης. Λογικό να πατώσω στις πρώτες μου εξετάσεις στη Σχολή. Εκεί πάτησε πόδι ο σατράπης πατέρας και απείλησε ότι, αν δεν σοβαρευτώ, θα λάβει μέτρα. Δεν είναι και πολύ σύνηθες να δέχεται ένας νέος γονική πίεση για να πάει στην Καλών Τεχνών, συνήθως η πίεση ασκείται αντιστρόφως. Όπως και να ’χει, η πατρική απειλή έπιασε τόπο, για τους επόμενους εννιά μήνες δεν βγήκα από το φροντιστήριο του Τάσου Ρήγα κι έτσι η δεύτερη προσπάθεια εισαγωγής στην Καλών Τεχνών στέφθηκε με επιτυχία.

Γράφτηκα στο εργαστήριο του Χρόνη Μπότσογλου, με τον οποίο εξαρχής ταιριάξαμε. Πού και πού, περνώντας δίπλα απ’ το καβαλέτο μου, με κοίταζε πονηρά και μου ψιθύριζε κάτω από τα μουστάκια του: «Έλα μετά στο γραφείο μου για ένα τσίπουρο». Ο Μπότσογλου υπήρξε στα χρόνια των σπουδών μου η μεγάλη μου επιρροή, το σημείο αναφοράς μου, ο εικαστικός μου Πατέρας. Τον τελευταίο χρόνο των σπουδών μου, κατά τη διαδικασία εκπόνησης της διπλωματικής μου δουλειάς, σημαντικός δάσκαλος αποδείχθηκε, επίσης, ο Γιώργος Χαρβαλιάς.

Τελειώνοντας όμως τη Σχολή, βρέθηκα σε κρίση και άρχισα να σκέφτομαι να παρατήσω τη ζωγραφική· ο δρόμος που είχα πάρει ήταν αδιέξοδος. Με γιάτρεψε ένα ταξίδι στα μουσεία του Παρισιού και του Βερολίνου, όπου βρήκα τους συγγενείς μου που ουσιαστικά αγνοούσα, την αληθινή μου οικογένεια, τους Φλαμανδούς Πριμιτίφ ζωγράφους του 15ου αιώνα –άρχισα να κοιτάζω 450 χρόνια πίσω για έμπνευση, δηλαδή. Κάπως έτσι σκότωσα τον εικαστικό μου Πατέρα, όπως οφείλει να κάνει ένας πραγματικός μαθητής, και πήρα σιγά-σιγά τον δικό μου δρόμο. Έμεινα στο Βερολίνο για έναν χρόνο, ζωγραφίζοντας αρειμανίως και βλέποντας πολλή ζωγραφική: Van Eyck, Petrus Christus, Rogier van der Weyden, Hans Memling, Ιερώνυμο Bosch, Albrecht Dürer, Hans Holbein, Peter Bruegel, Jan Vermeer, Vincent Van Gogh, Felix Vallotton, Max Beckmann, Otto Dix, George Grosz, Christian Schad, René Magritte, Lucian Freud, David Hockney… Κι άρχισαν να προκύπτουν ζωγραφιές που, παρ’ ότι διαμεσολαβημένες από όλους αυτούς (αλλά και από σκηνοθέτες, όπως οι Robert Bresson, Roy Andersson, Aki Kaurismäki, που πραγματικά τους θεωρώ δασκάλους μου στη ζωγραφική), άρχισαν να μοιάζουν δικές μου.

Αυτές οι εικόνες είναι κατά το μάλλον βιωματικές, αφηγηματικές και συμβολικές, έχουν ως κύριο θέμα την ισόβια κρίση του Εγώ, και είναι ζωγραφισμένες είτε με λάδια, είτε με μολύβια, είτε με μελάνια, με ρεαλιστική συνήθως απόδοση και μεγάλη έμφαση στη λεπτομέρεια. Σημαντική και μονίμως παρούσα είναι και μια άλλη, πιο εννοιολογική, διάσταση στις εικόνες: το αυτοαναφορικό παιχνίδι με το ζωγραφικό ύφος, η αναγωγή του εκάστοτε τρόπου σε θέμα, παράλληλα με το εκάστοτε θέμα.

β. Πώς βλέπετε τη σημερινή ζωγραφική στην Ελλάδα και στον κόσμο; Ποιες τάσεις διακρίνετε;

Δεν νομίζω ότι μπορώ να διαχωρίσω την εγχώρια ζωγραφική από αυτήν που γίνεται εκτός Ελλάδος, δεν βρίσκω τίποτα ιδιαιτέρως ελληνικό στη ζωγραφική της συντριπτικής πλειονότητας των Ελλήνων εικαστικών (εμού συμπεριλαμβανομένου).

Προς το παρόν, γενικώς η ζωγραφική καλά κρατεί. Δεν είμαι σε θέση να εντοπίσω κυρίαρχες τάσεις, η αίσθησή μου είναι ότι ταυτοχρόνως συμβαίνουν τα πάντα: συναντά κανείς από αφηρημένο εξπρεσιονισμό μέχρι νατουραλισμό που θυμίζει την ακαδημαϊκή ζωγραφική του 19ου αιώνα, από γεωμετρική αφαίρεση μέχρι ποπ-αρτ, από Μπαρόκ μέχρι κόμικς· όλα τα παραπάνω όχι στην καθαρή, προγραμματική τους μορφή, αλλά σε κάθε τρελό συνδυασμό. Είναι σαν οι φάσεις και τα ρεύματα που διαδέχθηκαν το ένα το άλλο μέσα στους αιώνες, να συνυπάρχουν σήμερα, μεθερμηνευμένα και ενίοτε με αντεστραμμένο το πρόσημό τους, μέσα σε ένα μεταμοντέρνο μπλέντερ.

Η αναπαραστατική ζωγραφική –για να γράψω γι’ αυτό που κυρίως με ενδιαφέρει– μέσα σε αυτήν τη συγκυρία αποδεικνύεται θαλερή. Ίσως, βέβαια, να φταίει ότι παρατηρώ περισσότερο αυτό που περισσότερο με απασχολεί, αλλά βλέπω να υπάρχει πολλή (αυτό δεν σημαίνει και καλή) αναπαραστατική ζωγραφική.

Ένας λόγος είναι, νομίζω, η πλησμονή των εικόνων και των μέσων επεξεργασίας που προσφέρει η ψηφιακή τεχνολογία, η οποία, με τις απίστευτες αναπαραστατικές της δυνατότητες, έχει κάνει ευκολότερη παρά ποτέ τη δημιουργία οποιασδήποτε εικόνας μπορεί κανείς να σκεφτεί. Προς το παρόν, η ψηφιακή εικόνα δεν έχει εκμηδενίσει τη χειροποίητη, παραδοσιακά ζωγραφισμένη (από άποψη μέσων) εικόνα· αντιθέτως, της έχει δώσει νέες δυνατότητες. (Κάτι παρόμοιο συνέβη με την εμφάνιση της φωτογραφίας. Παρά τις δυσοίωνες προβλέψεις πολλών για το τέλος της ζωγραφικής, οι ζωγράφοι χρησιμοποίησαν τη φωτογραφία ως πηγή έμπνευσης. Η φωτογραφία άλλαξε τη ζωγραφική, αλλά δεν την κατάργησε.)

Προς το παρόν, λοιπόν, η παραδοσιακά ζωγραφισμένη εικόνα αντέχει. Αλλά τι θα συμβεί στο μέλλον; Ήδη έχουμε παιδιά που είναι ικανότατα στο να πληκτρολογούν, αλλά δυσκολεύονται να γράψουν με μολύβι, παιδιά εθισμένα στις οθόνες από βρεφική ηλικία. Πώς θα φαίνονται στις μελλοντικές γενιές το ξύλινο μολύβι και το χαρτί; Μήπως θα είναι ό,τι είναι για μας σήμερα η γραφομηχανή; Μήπως η ζωγραφική θα γίνεται αποκλειστικά με ψηφιακά στυλό πάνω σε οθόνες, όπως ήδη συμβαίνει σε όλους τους τομείς του εφαρμοσμένου σχεδίου και στο μεγαλύτερο μέρος της εικονογράφησης; Θα μπορέσει η χειροποίητη ζωγραφική των παραδοσιακών μέσων να επιζήσει της ψηφιακής επέλασης; Θα είναι εκπληκτικό αν όντως τα καταφέρει. Αν πάλι δεν τα καταφέρει, ελπίζω τουλάχιστον να αντέξει τόσο, ώστε να μην προλάβω να ζήσω το τέλος της.

 γ. Υπάρχει εικαστική κριτική στη χώρα μας; Και ευρύτερα: διαπαιδαγωγείται ο νέος Έλληνας στην τέχνη, σ’ έναν τρόπο να αγαπάει το ωραίο ή να αναπτύσσει δικά του κριτήρια γι’ αυτό; 

Δεν γνωρίζω να υπάρχει εικαστική κριτική στην Ελλάδα, ειδικά αν με τον όρο εννοούμε κριτικά κείμενα που, τεκμηριωμένα και ουσιαστικά, καταδεικνύουν τις αδυναμίες μιας καλλιτεχνικής πρότασης. Τα κείμενα που γράφονται είναι, ως επί το πλείστον, είτε απλές παρουσιάσεις που αντιγράφουν, συχνά λέξη προς λέξη, το δελτίο τύπου μιας έκθεσης, είτε πληρωμένες (και, γι’ αυτό εκθειαστικές) κριτικές. (Οι εξαιρέσεις είναι πραγματικά ελάχιστες, αναφέρω ενδεικτικά τον Μάνο Στεφανίδη.)

Και ούτε ουσιαστική διαπαιδαγώγηση υπάρχει. Πιο αρμόδιοι να μιλήσουν γι’ αυτό είναι, βεβαίως, οι ζωγράφοι που παράλληλα διδάσκουν, αλλά έχω την αίσθηση ότι, γενικότερα στην Ελλάδα, δεν υπάρχει εικαστική κουλτούρα. Η επίσκεψη σε γκαλερί τέχνης δεν είναι προσφιλής συνήθεια του Έλληνα. Οι ακόλουθοι αριθμοί είναι ενδεικτικοί: στην Αθήνα των 3,2 εκατομμυρίων κατοίκων υπάρχουν περίπου 40 γκαλερί. Στο Βερολίνο των 3,6 εκατομμυρίων κατοίκων υπάρχουν περίπου 300. Από την άλλη, το Βερολίνο έχει περίπου 150 θέατρα. Τόσα έχει και η Αθήνα.

Μια παρατήρηση: θυμάμαι τα ευρωπαϊκά μουσεία γεμάτα παιδιά, είτε με τους γονείς τους είτε με το σχολείο τους. Τα χάζευα να ζωγραφίζουν, να ακούνε ιστορίες για τα έργα από τις δασκάλες τους, να παίζουν παιχνίδια όπου έπρεπε να βρουν στοιχεία κρυμμένα στους πίνακες για να λύσουν κάποιον γρίφο. Δεν θυμάμαι να έχω πετύχει κάτι αντίστοιχο σε ελληνικό μουσείο. Ελπίζω να κάνω λάθος και, αν αυτό ίσχυε παλιότερα, να μην ισχύει πλέον.

δ. Πόσο επηρέασε την αγορά των έργων τέχνης αλλά και την προσωπική σας δουλειά η κρίση των τελευταίων χρόνων (οικονομική και υγειονομική); 

Σφόδρα επηρεάστηκε η αγορά στα χρόνια της κρίσης. Προ κρίσης, πολλοί –μάλλον οι περισσότεροι– από τους αγοραστές έργων τέχνης ήταν άνθρωποι άνετοι οικονομικά αλλά όχι πλούσιοι, άνθρωποι οι οποίοι επέλεγαν να επενδύουν το περίσσευμά τους στην αγορά καλλιτεχνικών προϊόντων. Στα χρόνια της κρίσης το περίσσευμα αυτό εξανεμίστηκε.

Ούτε η οικονομική, ούτε η υγειονομική κρίση έχουν επηρεάσει ιδιαίτερα την προσωπική μου δουλειά, τουλάχιστον όχι με άμεσο τρόπο. Θέμα των έργων μου είναι όντως η κρίση, αλλά η κρίση μιας άλλης τάξης: εννοώ την ισόβια κρίση του Εγώ, καθώς και τη διερεύνηση τής –πάντοτε σκοτεινής– φύσης της υποκειμενικότητας και της αυτοσυνείδησης.

ε. Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;

Από το 2018 ετοιμάζω μια νέα έκθεση ζωγραφικής, με τίτλο «Τανγκράμ». Πρόκειται για μια σειρά πολύπτυχων έργων –ελαιογραφίες, σχέδια με μολύβια και με μελάνια. Σε περίπου έναν χρόνο θα είμαι έτοιμος να την παρουσιάσω.

Από το 2018 δουλεύω επίσης ένα καινούργιο γκράφικ νόβελ, με τίτλο «Οι περιπέτειες του Γεράσιμου Κελκανίδη». Είναι η ιστορία δύο πατεράδων και δύο γιων, οι οποίοι, κατά κάποιον τρόπο, ζουν σε δύο παράλληλους κόσμους –ο ένας σκοτεινός και δυστοπικός, σχεδόν εφιαλτικός, ο άλλος πιο φωτεινός. Προς το παρόν, δουλεύω τα προσχέδια του βιβλίου αυτού, αλλά θα αποφασίσω αν όντως θα το ξεκινήσω κανονικά μόλις ολοκληρώσω το Τανγκράμ.

«Φεύγουμε συντριμμένοι, απαρηγόρητοι
για να ξαναφτιάξουμε τη γενιά μας στον ουρανό…»
Κύλιση στην κορυφή