Από μικρή ήμουν ένα φιλάσθενο παιδάκι. Από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου έχω κομμάρες και δέκατα. Οι γονείς μου αρχικά με πήγαν σε κάθε είδους γιατρό, αποκαμωμένοι και απογοητευμένοι αφού δεν κατάφεραν ποτέ να βρουν από τί ακριβώς πάσχω, με άφησαν στην ησυχία και στην μοναξιά του παιδικού μου δωματίου να φαντάζομαι ιστορίες ότι είμαι μια σπουδαία μπαλαρίνα που χορεύει στα μεγάλα ευρωπαϊκά θέατρα αλλά και στα Μπολσόι της Ρωσίας, αγκαλιά με τον Ρούντολφ Νουρέγιεφ. Άλλοτε πάλι έπλαθα παραμύθια ότι είμαι μια παγκοσμίου φήμης χρυσή Ολυμπιονίκης που σπάει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο και το κοινό με αποθεώνει ενόσω κλαίει τυλιγμένη σε μια σημαία. Διότι, το μεν πνεύμα ονειρευόταν ότι μπορεί να χορέψει, να αθληθεί αλλά η σαρξ νωθρή και κουρασμένη από γέννας προτιμούσε όλα αυτά να τα σκαρώνει από την ασφάλεια του παιδικού της κρεβατιού.
Έπειτα άρχισε η ανάγνωση των πρώτων λογοτεχνικών βιβλίων που από μέσα τους ξεπήδησαν παντοτινά αγαπημένοι ήρωες και σπουδαίες ηρωίδες που χαράχτηκαν στο μυαλό μου. Όμως, δεν ήθελα να φαντάζομαι ότι γράφω. Θα ήταν αδιανόητο ένα μικρό παιδί να γράφει, έως και απαγορευμένο. Άκου εκεί! Τα παιδιά πηγαίνουν σχολείο, κάνουν τα μαθήματά τους, μετά πάνε στα αγγλικά και το βράδυ τρώνε τα δημητριακά τους και κοιμούνται. Δεν γράφουν ιστορίες. Ίσως αν έγραφα μια μικρή ιστορία, μια τόση δα ιστοριούλα και μετά την έσκιζα αμέσως, δεν θα ήταν κακό. Θα ήταν σαν να την σκέφτηκα μόνο.
Ήμουν πολύ μικρή και δεν ήξερα ακόμη την θρυλική φράση από το Κουρδιστό Πορτοκάλι: «We can destroy what we have written, but we cannot unwrite it» επομένως συνέχισα να γράφω τις μικρές μου ιστορίες, κυρίως το βράδυ προτού πλαγιάσω, και μετά να σκίζω τα χαρτιά μου, μέχρι που με έκανε τσακωτή ο πατέρας μου.
Αυτός ήταν και η αφορμή να ξεκινήσω να γράφω απενοχοποιημένα, χωρίς να ντρέπομαι. Μου εξήγησε ότι δεν ήταν κακό που μου αρέσει να σκαρώνω δικές μου φαντασίες και πως αν ήθελα, όταν θα μεγάλωνα, μπορούσα να γίνω συγγραφέας. Νομίζω πως μετά από εκείνη την συζήτηση, τόσο εγώ απελευθερώθηκα και επιτέλους βρήκα το όνειρο που ήθελα να κυνηγήσω μεγαλώνοντας, όσο και εκείνος ησύχασε πως το παιδί του τελικά δεν ήταν ακριβώς φιλάσθενο και ζαρωμένο από τη νωθρότητα αλλά μάλλον αλαφροΐσκιωτο.
Οι γονείς μου με βοήθησαν να διευρύνω τους ορίζοντές μου στην λογοτεχνία, κάνοντάς μου το σπουδαιότερο δώρο: μία γεμάτη βιβλιοθήκη με κάθε λογής βιβλία, από Χάξλευ μέχρι Ταχτσή και από Πόε μέχρι Βενέζη, Καραγάτση, Διδώ Σωτηρίου, το πέρασμα από την παιδική ηλικία στην εφηβεία έγινε μέσα από τις σελίδες των μεγάλων κλασικών αναγνωσμάτων.
Δεν σταμάτησα να γράφω, παρά την ορμή και την οργή της πρώτης νιότης, απλώς υπήρχε ένα αγκάθι που με βασάνιζε:
Αισθανόμουν ανεπαρκής. Ανεπαρκής και ίσως λίγο τεμπέλα διότι ήμουν ανήμπορη να γράψω ένα «κανονικό βιβλίο». Κανονικό λέγοντας μυθιστόρημα, νουβέλα, εν πάση περιπτώσει κάτι που θα ξεπερνούσε τις μετά βίας τρείς σελίδες που έπιανε η κάθε ιστορία μου. Η όρεξή μου για τους ήρωες που είχα σκαρφιστεί με εγκατέλειπε απότομα, κατέρρεε ραγδαία, μόλις αισθανόμουν ότι είχαν ζήσει την μεγάλη τους στιγμή και έτσι μπουχτισμένη από την παρουσία τους στο μυαλό μου, αποφάσιζα είτε να τους εξαφανίσω με κάποιο μαγικό τρόπο είτε απλά.. να τους σκοτώσω.
Τα χρόνια πέρασαν και νόμιζα πως τελικά ακόμη και στην συγγραφή που δεν χρειαζόταν να σηκωθώ από την αγαπημένη μου γωνιά στο σπίτι, ήμουν ράθυμη και οκνηρή. Σταμάτησα να γράφω και στράφηκα στο θέατρο, το οποίο και σπούδασα μέχρι που γνώρισα τον πρώτο μου σύζυγο και το εγκατέλειψα.
Τα χρόνια της σχολής έμαθα τους θεατρικούς συγγραφείς, μελέτησα Πίντερ, Μπέκετ, Κοκτώ, Ιονέσκο, Στριγκμπερ. Τότε αντιλήφθηκα ότι υπήρχαν και άλλου είδους γραφές που ταίριαζαν πιο πολύ με την ιδιότροπη, όπως νόμιζα ως τότε, δική μου.
Συνέχισα και μετά την δραματική σχολή να διαβάζω κυρίως θεατρικά μονόπρακτα και από εκεί εισήλθε στην ζωή μου το διήγημα. Ξεκοκάλισα δεινούς διηγηματογράφους, όπως η Βιρτζίνια Γουλφ που είναι μαστόρισσα του είδους (το διήγημά της «η Κληρονομιά» είναι από τα κορυφαία αναγνώσματα μικρής φόρμας) και αισθανόμουν ότι είχα βρει το είδος ανάγνωσης που όχι απλώς με γοήτευε αλλά για το οποίο μπορούσα να μείνω άυπνη νύχτες ολόκληρες μελετώντας. Ιδίως η διήγηση ιστοριών τρόμου όπως του ανυπέρβλητου Λάβκραφτ, που είναι ο συγγραφέας τρόμου τον οποίο θαυμάζω περισσότερο όλων, κυριολεκτικά με συνεπαίρνει.
Η συγγραφή της πρώτης μου συλλογής διηγημάτων έγινε κατόπιν ενός καταθλιπτικού επεισοδίου όπου ο ψυχίατρός μου, στα πλαίσια της αγωγής με συμβούλεψε να ξεκινήσω κάποιο άθλημα. Το μικρό νωθρό παιδάκι μέσα μου κούνησε αρνητικά το κεφάλι και εκείνος που δεν είχε χρόνο για χάσιμο είπε διεκπεραιωτικά: «τi σου αρέσει να κάνεις;» «να γράφω» «ε, γράφε τότε».
Έτσι έγραψα το πρώτο μου βιβλίο, την πρώτη μου συλλογή διηγημάτων το Rebound.
Δεν θυμάμαι πως έγιναν όλα, απλά θυμάμαι να χοροπηδάω με τις πιτζάμες στην κουζίνα γιατί ο εκδοτικός οίκος Ιωλκός μου είχε απαντήσει θετικά για την έκδοση του βιβλίου. Πράγματι, το βιβλίο εκδόθηκε και για πρώτη συλλογή διηγημάτων πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως πήγε αρκετά καλά.
Το δεύτερο βιβλίο, οι Συζυγίες γράφτηκε σαφώς πιο συνειδητοποιημένα, εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Ο Μωβ Σκίουρος» και αγκαλιάστηκε από το αναγνωστικό κοινό με περισσότερη ζέση από το πρώτο.
Γράφοντάς το ανακάλυψα το στυλ αφήγησης που μου ταιριάζει και δούλεψα ώστε να αποκτήσω την προσωπική μου φωνή ως διηγηματογράφος, συμβουλή που μου έδωσε ο λατρεμένος μου δάσκαλος, ο αείμνηστος Στρατής Χαβιαράς στο Εργαστήρι του για την Τέχνη του Πεζού Λόγου στο ΚΕΣ του Harvard στο Ναύπλιο, το οποίο παρακολούθησα.
Το να γράφεις όμως,βιβλίο συνεπάγεται και κριτική. Δεν μπορώ να πω ότι εκτιμώ ιδιαίτερα τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η λογοτεχνική κριτική στην Ελλάδα. Συνήθως γίνεται κάποια παρουσίαση, μια αναφορά στο έργο μεταξύ 20 – 30 άλλων, στα γνωστά πια αφιερώματα τύπου «τί θα διαβάσουμε φέτος το φθινόπωρο/χειμώνα/άνοιξη/καλοκαίρι», σαν τα ντεφιλέ της μόδας που όμως αν δεν είσαι και ιδιαίτερα κοινωνικός όπως εγώ, και δεν τρέχεις από event σε event, όπως εγώ, άρα δεν έχεις και τους κατάλληλους φίλους, όπως εγώ, μπορεί να μην συμπεριλαμβάνεσαι ούτε σε αυτές τις αναφορές/ντεφιλέ.
Δεν βαριέσαι. Τείνουμε να ξεχάσουμε ότι ο μεγαλύτερος κριτής είναι το κοινό. Κακά τα ψέματα, τί να τα κάνεις όλα αυτά αν το βιβλίο σου δεν τραβάει;
Θα σταθώ, όμως, σε μία κριτική που μου έχει γίνει, συγκεκριμένα από τον κ. Μπασκόζο, τον οποίο ευχαριστώ ιδιαίτερα και διά μέσω τούτης της ευκαιρίας που μου δίνεται, συγκεκριμένα για το βιβλίο μου Συζυγίες όπου αυτός ο άνθρωπος πραγματικά διέκρινε την λογοτεχνική μου φωνή και έγραψε ίσως την διεισδυτικότερη κριτική που μου έχει γίνει ως τώρα. Τον κ. Μπασκόζο τον θεωρώ έναν από τους πιο οξυδερκείς κριτικούς λογοτεχνίας σήμερα και πάντα διαβάζω τα σχόλιά του με ενδιαφέρον.
Η νέα συλλογή διηγημάτων μου θα κυκλοφορήσει στα μέσα Οκτωβρίου από τις Εκδόσεις Νίκας και περιλαμβάνει 17 διηγήματα τρόμου. Με απόλυτη συνείδηση και χαρά βρήκα το είδος της διήγησης που με εκφράζει περισσότερο. Το νέο μου βιβλίο με τίτλο Burn Out είναι το πιο σκοτεινό, το πιο αλλόκοτο και φυσικά το πιο αγαπημένο μου από όσα έχω γράψει ως τώρα. Δούλεψα σκληρά για αυτό το έργο, έκανα έρευνα για να είμαι συνεπής αναφορικά με το κεντρικό του θέμα και ανυπομονώ να φτάσει στα χέρια του αναγνωστικού κοινού.
Παραμένω μια νωθρή και φιλάσθενη ενήλικη γυναίκα, μάλιστα αυτή τη στιγμή σας γράφω από το σαλονάκι του μικροβιολόγου, ωστόσο σας λέω με βεβαιότητα ότι έκανα το παιδικό μου όνειρο πραγματικότητα και αυτό δεν ήταν άλλο από το να γράφω απλά τις αλλόκοτες μικρές ιστορίες μου.
