‘Cause all I want is the moon upon a stick
Just to see what if
Just to see what is.
Radiohead – Lotus Flower
Κάποια μέρα, τι διάολο, θα καταλάβω γιατί συνεχίζω να έρχομαι σε αυτό το άθλιο μπαρ. Είναι άθλιο, αλλά όχι λόγω της μέτριας διακόσμησής του –δεν είναι κακή, είναι μέτρια, κι αυτό ισχύει για σχεδόν όλα τα μπαρ της Αθήνας, δεν αρκεί. Ούτε λόγω των ποτών του, δεν είναι μπόμπες, και βασικά η συζήτηση τελειώνει εκεί. Δεν ξυπνάς με τον χειρότερο πονοκέφαλο στην ιστορία του σύμπαντος, δεν σηκώνεσαι με την αίσθηση ενός ανεστραμμένου big bang από τα έξω προς τα μέσα σου να σε καταστρέφει. Ο κόσμος είναι μεν στάνταρ, ο ίδιος κάθε φορά, όμως δεν είναι κακός, δεν έχει δήθεν δυστυχισμένους διανοούμενους ούτε κάγκουρες, ο κόσμος εδώ είναι χαμογελαστός, ευγνώμων για το αλκοόλ που μουδιάζει τη μέρα του και σύντομα θα την τελειώσει και θα τη στείλει για ύπνο –δεν θα μπορούσε να τη στείλει πουθενά αλλού.
Γι’ αυτό είναι άθλιο. Επειδή τίποτα δεν συμβαίνει, τίποτα δεν μπορεί να συμβεί στις ζωές των ανθρώπων που έρχονται εδώ, κι αυτό αποδεικνύεται επειδή συνεχίζουν να έρχονται εδώ, είναι μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Ίσως κάποια μέρα καταλάβω και γιατί βγαίνω μόνος μου για ποτό, και πότε ξεκίνησα –όχι. Όχι, αυτό το θυμάμαι. Ήταν αρχές καλοκαιριού. Είχε αστεία ζέστη, αστεία σαν να λέμε τι σκατά, πώς γίνεται να έχει τόση ζέστη δεν είναι ούτε Ιούλιος, θα πεθάνουμε.
Είχα εξαντληθεί στη δουλειά γράφοντας τα «Νησιά του Αιγαίου που Πρέπει να Πας Φέτος, Πριν Παραγίνουν Δημοφιλή». Δούλευα –και δουλεύω– σε ένα από τα πιο επιτυχημένα free press της χώρας και αυτό με σκότωνε, γιατί το γράψιμο είναι σιχαμένη δουλειά, για να την κάνεις πρέπει πραγματικά να το λατρεύεις, και άπαξ και ξεκινήσεις να την κάνεις σιγά-σιγά οι λέξεις χάνουν τη λάμψη τους, γίνονται πανομοιότυπες και βαρετές και δεν σημαίνουν τίποτα, γιατί τίποτα απ’ όσα γράφεις δεν σημαίνει τίποτα, ένα κουμπί πατιέται και ύστερα οι λέξεις σου στροβιλίζονται σε ένα χάος από περιεχόμενο, επιταχύνουν στον ορίζοντα γεγονότων της μαύρης τρύπας του περιεχομένου μαζί με ειδήσεις, βιντεάκια των 10 δευτερολέπτων, διηγήματα των 10 λεπτών, άρθρων ΣΟΚ –Δείτε Πόσο Χρόνο Πετάξατε Στα Σκουπίδια Σήμερα, και χαρτιού λίγο πριν ή μετά την πολτοποίηση, και χάνονται.
Ήθελα ένα ποτό και ήταν η πρώτη φορά που ένιωθα κάτι τέτοιο, ανάγκη για ένα ποτό, δεν είχα καταλάβει μέχρι εκείνη τη στιγμή ότι το ποτό με βοηθούσε σε κάτι, όχι ότι σήμερα γνωρίζω ακριβώς τι είναι, τι μορφή έχει αυτό το κάτι. Οι φίλοι είτε είχαν κανονίσει, είτε δεν μπορούσαν, ή δεν είχαν όρεξη. Έτσι βγήκα μόνος, περπάτησα, ίδρωσα, είδα την ψηλή μαύρη πόρτα του Meursault με τον μεγάλο λευκό γλόμπο από πάνω και μπήκα μέσα. Πριν σε κάνει ξηρό και παγωμένο, σαν νυχτερινή έρημο διατηρημένη σε μουσείο, το air condition είναι λύτρωση.
Ένα δίωρο περίπου αργότερα θα μάθαινα ότι εκείνη είχε βγει μόνη της για ποτό γιατί ήταν στενοχωρημένη για τον παππού της, που αγαπούσε πολύ, και που ήταν στα τελευταία του. Υπέφερε χρόνια τώρα από τη μέση του με ακραίους πόνους, τα ζωτικά του όργανα είχαν όλα κουραστεί, με τελευταίο το μυαλό του, που πάντα ήταν ασύλληπτα ισχυρό, ερωτευμένο με την εύρεση και τη λύση προβλημάτων, είχε όμως ξαφνικά κουραστεί κι αυτό, απότομα και απόλυτα, όταν την είδε τελευταία φορά δεν την αναγνώρισε καν, και τη μέρα εκείνη τον είχαν βάλει, τελικά, σε έναν οίκο ευγηρίας κάπου στα βόρεια, γιατί πλέον χρειαζόταν εικοσιτετράωρη επιτήρηση και ήταν βέβαιο ότι σύντομα θα πέθαινε. Δεν θα γερνούσε ποτέ, μου είπε, αν δεν είχε πεθάνει η γυναίκα του πριν καμιά δεκαετία. Αν τα μάτια της δεν γυάλιζαν, αν τα πυκνά της φρύδια δεν ήταν συνοφρυωμένα σε μια έκφραση απαρηγόρητης απόγνωσης, αν τα χέρια της δεν έτρεμαν και δεν μου είχε ζητήσει –ενώ δεν κάπνιζε– να της στρίψω ένα τσιγάρο, θα της είχα πει ότι ο παππούς της, σε κάθε περίπτωση, θα είχε γεράσει.
Να ένας λόγος που συνεχίζω να έρχομαι σε αυτό το μπαρ: καπνίζεις μέσα. Καπνίζεις μέσα, και μετά γυρνάς σπίτι, και βρωμάς από την κορφή ως τα νύχια, κουβαλάς το μπαρ μαζί σου, το πετάς στο πάτωμα, την καρέκλα, το καλάθι των απλύτων και το πλυντήριο, τα ρούχα στεγνώνουν, τα φοράς τσαλακωμένα, η νύχτα έρχεται κι έχεις ανάγκη ένα ποτό, οι φίλοι σου είτε έχουν κανονίσει, είτε δεν μπορούν, ή δεν έχουν όρεξη, και ξαναπηγαίνεις.
Την έλεγαν Ρένα και το ορκίζομαι, δεν θυμάμαι τι χρώμα μαλλιά είχε. Δεν έχω ούτε μια φωτογραφία της και δεν υπάρχει ίχνος της στα social media. Παρ’ όλες τις φορές που βρεθήκαμε κι όλα (τα αδιανόητα) πράγματα που κάναμε, δεν πήρα ποτέ το κινητό της, δεν γνώρισα κανέναν φίλο της, κανέναν άνθρωπό της –πέραν του παππού Μίμη. Θυμάμαι πάντως ότι τα μαλλιά της ήταν πολλά και σπαστά και ανήσυχα, με κάθε της κίνηση χόρευαν, θυμάμαι ότι εκείνο το πρώτο βράδυ φορούσε ένα πολύχρωμο, κοντό φόρεμα γεμάτο λουλούδια, θυμάμαι ότι τα νύχια της ήταν βαμμένα μαύρα, ότι τα δάχτυλά της ήταν λεπτά και ότι η Ρένα ήταν πολλά πράγματα, τα περισσότερα εκ των οποίων δεν μπορώ να τα βάλω σε λέξεις επειδή δεν περιγράφονται με τις άχρηστες τις λέξεις, όπως και τόσα άλλα πράγματα, τι να κάνουμε.
Ήταν πολλά επειδή ένιωθε πολλά. Στεκόταν μονίμως στην άκρη ενός γκρεμού, η χαρά της απείχε ένα μόλις δευτερόλεπτο από την αγωνία, και πάλευε να παραμείνει στη γη. Αυτό που εκτίμησα όμως περισσότερο ήταν ότι δεν ήθελε να σε πάρει μαζί της στον πάτο. Γνώριζε πολύ καλά πως ο καθένας έχει τη δική του πτώση και το σεβόταν αυτό. Ήταν πολλά, και έδινε πολλές μάχες και μια απ’ αυτές ήταν η μάχη της το σκοτάδι να μείνει μέσα. Αν την κοιτούσες, έβγαινε μόνο στιγμιαία και μόνο στο πρόσωπό της, τα μάτια της άλλαζαν σχήμα, το στόμα της τραβιόταν, μαζευόταν, βούλιαζε, γινόταν πίνακας –κάτι αναγεννησιακό, μάλλον του Καραβάτζιο, μια έκφραση σύγχυσης, άλλοτε βαθιάς θλίψης.
Μπορώ να δω το χρώμα των μαλλιών της, μπορώ, αλλά δεν μπορώ να το πω, πάλλεται μεταξύ αποχρώσεων σαν ψυχεδελικό εφέ.
Κάποιος που γράφει πολύ καλύτερα από εμένα (και υποφέρει πολύ περισσότερο από εμένα) έχει γράψει πως οι άνθρωποι, σε αντίθεση με τα ζώα, δεν μπορούν να ζήσουν στο παρόν, και γι’ αυτό έχουν εφεύρει την ελπίδα. Το να ζεις στο παρόν είναι περίπου σαν να είσαι μεθυσμένος. Το βέλος της βούλησής σου είναι τόσο μικρό που, από στιγμή σε στιγμή, είναι σαν να μην υπάρχει. Έχεις μόλις ξυπνήσει, το παρελθόν σου είναι το τελευταίο όνειρο που είδες και ξεθωριάζει αστραπιαία, μένουν δυο-τρεις σκηνές που πλέον μοιάζουν περισσότερο άλυτοι γρίφοι –πότε και πώς βρέθηκες ποτέ εσύ εκεί; Το μέλλον, από την άλλη, σου είναι αδιάφορο, αφού υπάρχεις. Τέλος, όταν τελικά επιστρέφεις στην κανονική σου κατάσταση, εκείνη της ελπίδας, μπορείς να περιγράψεις κάπως την αίσθηση, αλλά όχι να ανακαλέσεις πραγματικά πώς ήταν ή τι έγινε, τότε που ζούσες στο παρόν. Μπορώ μόνο να υποθέσω, λοιπόν, πως θα συζητήσαμε για διάφορα, και για πολλή ώρα, με τη Ρένα.
Θυμάμαι πως κάποια στιγμή, ανεξήγητα, ο μπάρμαν επέλεξε να παίξει το Stars της Nina Simone, ένα από τα πιο θλιβερά τραγούδια που έχουν ακουστεί ποτέ, και εγώ άρχισα να γελάω, και ύστερα μιλήσαμε λίγο για τις ατυχείς επιλογές μουσικής και το πόσο κρίσιμο είναι για μια οποιαδήποτε εμπειρία να επιλέγει κανείς το κατάλληλο soundtrack. Πρέπει να έχει το κατάλληλο playlist για όταν αράζει, όταν οδηγεί και όταν κάνει σεξ.
Κάπνισε πολλά τσιγάρα που της έστριψα –αυτό δεν το θυμάμαι, αλλά την επόμενη μέρα ο καπνός μου ήταν άδειος και εγώ αποκλείεται να είχα καπνίσει τόσο πολύ μόνος, και ήπιαμε. Ήπιαμε αρκετά, κάποια στιγμή πήραμε μέχρι και σφηνάκια. Σφηνάκια στο Meursault, το άθλιο μπαρ-καθαρτήριο μουδιασμένων ψυχών.
Μιλήσαμε –νομίζω– για τον θάνατο, όχι τον δικό μας θάνατο, τον θάνατο των ζωντανών εν γένει, για τον οποίο κανείς από τους δυο μας δεν είχε αρκετή εμπειρία, φυσικά, ώστε να εκφράσει μια συμπαγή άποψη, είχαμε όμως πολλές απόψεις.
Το πρώτο της κατοικίδιο για χρόνια ήταν «χαμένο», αγνοούνταν, κι αυτό επειδή οι γονείς της δεν είχαν βρει το κουράγιο να της αποκαλύψουν πως το είχε πατήσει αμάξι έναν δρόμο κάτω απ’ το σπίτι τους. Είχαν τυπώσει μέχρι και φωτογραφίες του σκυλιού και ΜΗΠΩΣ ΤΟ ΕΙΔΑΤΕ; και τις είχαν κολλήσει τριγύρω στη γειτονιά, της είπα αυτό είναι άρρωστο, μου είπε ναι, είναι άρρωστο, και γελάσαμε, κάπου εκεί νομίζω ήρθαν τα σφηνάκια. Έτσι δεν κατάφερε να το θρηνήσει ποτέ πραγματικά το σκυλί της, μόνο ετεροχρονισμένα και επιφανειακά, και ήταν πολύ μικρή, κι αυτό κάπως σημάδεψε την εικόνα που είχε μέχρι σήμερα για τον θάνατο, με την ευρεία του έννοια. Ο θάνατος ήταν, για εκείνη, το απόλυτο κακό, το τέρας στον πυθμένα του ωκεανού, κάτι απ’ το οποίο έπρεπε να ξεφύγεις πάση θυσία, ακόμα κι αν αυτό απαιτούσε να λες ψέματα. Ο σκύλος; Όχι καλέ, δεν πέθανε, κάπου εδώ είναι, απλά τον έχουμε χάσει τα τελευταία 18 χρόνια. Ο θάνατος ήταν, επομένως, και ένας θρύλος, ή ένα ανέκδοτο, ήταν προφορική κληρονομιά που κουβαλιόταν από γενιά σε γενιά, από παράδοση, από υποχρέωση, και τέλος πάντων για αυτό την είχε κλονίσει τόσο ο επικείμενος θάνατος του παππού της, ο θρύλος θα επιβεβαιωνόταν, το τέρας θα έβγαινε στην επιφάνεια, η καταιγίδα θα έφερνε πλημμύρα, το πτώμα του σκύλου θα ξεθαβόταν και θα ξεβραζόταν στην εξώπορτά της. Βέβαια δεν θυμάμαι πόσα από αυτά πράγματι ειπώθηκαν και πόσα σκέφτηκα εγώ, μόνος μου. Άπαξ και ξεκινήσεις να φέρεις κάτι από τη μνήμη σου, η ίδια η διαδικασία της θύμησης διαβρώνει την ανάμνηση. Ουσιαστικά, κάθε φορά που θυμάσαι κάτι, το ξεχνάς.
Κατά τ’ άλλα η Ρένα κυρίως βαριόταν. Δούλευε σεζόν τα καλοκαίρια και τους χειμώνες έτρωγε όσα λεφτά είχε βγάλει. Κι εγώ βαριέμαι, της είπα. Βασικά αισθάνομαι διαρκώς κουρασμένος και βρίσκω τα περισσότερα πράγματα βαρετά.
Το μαγαζί άδειαζε, ήταν καθημερινή και ήταν πλέον αργά και η σερβιτόρα, περνώντας δίπλα μας, στάθηκε και είπε παιδιά, επειδή κλείνω ταμείο, έχετε πληρώσει; και η Ρένα χαμογέλασε και της είπε ναι, ναι έχουμε πληρώσει, και η σερβιτόρα χαμογέλασε κι εκείνη, και έφυγε. Εγώ σκάλωσα, της λέω, έχουμε πιει τα πάντα, δεν υπάρχει περίπτωση να σε αφήσω να με κεράσεις, κι εκείνη μου είπε εντάξει, θα τα βρούμε. Τελειώσαμε το τελευταίο μας ποτό και βγήκαμε έξω. Για πρώτη φορά μετά από μέρες, υπήρχε μια ανεπαίσθητη δροσιά. Ένα αμάξι που βαρούσε techno στη διαπασών πέρασε με ταχύτητα απ’ τον στενό δρόμο, με οδηγό έναν βλοσυρό τύπο με παχύ μούσι και κανέναν επιβάτη. Στις απέναντι πολυκατοικίες, μόνο ένα δωμάτιο είχε ανοιχτό φως και ήταν κίτρινο και ζεστό, σαν να ερχόταν από παλιά. Και τότε η Ρένα, πονηρά, μου είπε
«Δεν πληρώσαμε».
Τι εννοείς;
«Ρίξαμε πιστόλι».
Εγώ, μηχανικά, έκανα να ξαναμπώ στο μαγαζί. Έπιασε το μπράτσο μου. Τρέξαμε στον πεζόδρομο γρήγορα, γελώντας ασυγκράτητα, γέρνοντας σαν βάρκες στο λιμάνι δεξιά-αριστερά, με μια ενέργεια εκστατική, ανεξερεύνητη, με ένα υλικό μέσα μας ακατέργαστο, απ’ το οποίο σμιλεύεται η νεότητα, ή ο οργασμός.
Ξύπνησα. Είχα αργήσει. Δεν υπήρχε ίχνος τροφής στο στομάχι μου και πεινούσα τραγικά. Ένιωθα τραγικά. Λες και κάτι, κάτι αυτονόητο, κάτι που πάντα είχα μαζί μου μέχρι εκείνο το πρωί, λες και το ʼχα χάσει για πάντα.
Μέσα σε τέσσερα-πέντε λεπτά είχα βγει από το σπίτι. Θυμάμαι, ήταν μια από εκείνες τις γνωστές περιόδους που έχεις βαρεθεί όλη τη μουσική που μέχρι τότε άκουγες και έχεις ανάγκη από κάτι άλλο. Έβαλα ακουστικά και πάτησα shuffle. Μπήκε Yo Yo Ma, οι σουίτες για τσέλο του Μπαχ. Είχε γύρω στους 37 βαθμούς κελσίου, έτρεχα, ένιωθα άπλυτος και άρρωστος και στα αυτιά μου θρήνος. Άρχισα να κλαίω. Άρχισα να κλαίω χαμογελώντας, δεν καταλάβαινα τι μου συνέβαινε, ήταν λες και με συγκινούσε το καθετί, το παραμικρό ερέθισμα, ο ήλιος, το καυσαέριο, τα αστέρια που δεν φαίνονταν, η Κλαυθμώνος.
Το καφέ απέναντι από το γραφείο είναι καλαίσθητο, μινιμαλιστικό, κυριαρχεί το μαύρο ματ και το ξύλο. Στάθηκα μπροστά στο ταμείο. Ο Νικήτας, φορώντας την ποδιά του, λογικά μου είπε καλημέρα και εγώ λογικά του απάντησα καλημέρα, αλλά άκουγα μόνο το τσέλο που ανεβοκατέβαινε, έτρεμε, έλεγε κάτι λεπτό και ευαίσθητο, μια μαργαρίτα που τη δρόσιζαν οι πρώτες βροχές, και ύστερα μια ειρωνεία, μια γαλότσα που την πάτησε. Ο Νικήτας ξεκίνησε να φτιάχνει τον καφέ μου. Το μαγαζί του ήταν αδιανόητα, αδικαιολόγητα ακριβό. Το αβοκάντο τοστ ήταν μισό τοστ με μια ιδέα αβοκάντο και ένα όγδοο βραστού αυγού και έκανε 3.5 ευρώ. Δίπλα στο ταμείο είχε μια πιατέλα με μπάρες βρώμης με λευκή σοκολάτα και ξηρούς καρπούς. Πήρα τρεις και τις έβαλα στην τσέπη μου. Ο Νικήτας γύρισε με τον καφέ μου στο χέρι. Ευχαριστώ Νικήτα, πλήρωσα τον καφέ και έφυγα.
Όταν κλέβεις κάτι είναι σαν να παραβιάζεις τους νόμους της ζωής. Ό,τι υπάρχει στον κόσμο μας έχει μια μετρήσιμη αξία. Γι’ αυτό, για παράδειγμα, αν είσαι 25 χρονών, και δεν εργάζεσαι σε μια σαφώς ορισμένη δουλειά, με σταθερό μισθό και προοπτικές αύξησης, αισθάνεσαι ξεχασμένος, μηδενικός, ανύπαρκτος. Όταν όμως παίρνεις ένα τζιν τόνικ, και το πίνεις, και δεν πληρώνεις τίποτα, το χημικό κοκτέιλ που χύνεται στον οργανισμό σου σού λέει πως κέρδισες, κέρδισες τα πάντα, είσαι στην κορυφή του ψηλότερου βουνού γιατί ανακάλυψες μια παντοδύναμη αλήθεια: τίποτα δεν αξίζει τίποτα. Ένα τζιν τόνικ αξίζει το ίδιο με ένα από τα δαχτυλίδια του Κρόνου. Και τα νησιά που πρέπει να επισκεφτείς, τα πιάτα που πρέπει να δοκιμάσεις, ο μουσικός για τον οποίο όλοι μιλάνε και πρέπει να ακούσεις, το μεγάλο πολιτικό σκάνδαλο και η μετέπειτα μεγάλη πολιτική δήλωση, όλα αέρας που πάει κι έρχεται και ρουφιέται απ’ τα air condition της πόλης. Θα έπρεπε να έχεις χάσει 7-8 ευρώ για αυτό το ποτό, όμως δεν τα έχασες, και τίποτα δεν άλλαξε. 7 ευρώ, ένα ποτό, τρεις μέρες, όλες αυτές τις έννοιες τις πετάμε από ʼδω κι από ʼκει σαν να λέμε καταλαβαίνω τι συμβαίνει, αναγνωρίζω τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ορίζεται και επιτρέπεται η ύπαρξή μου, και συμφωνώ. Εγώ όμως δεν συμφωνούσα πλέον. Είχα νιώσει τι έκανε αυτή η συνθηκολόγηση στον ψυχισμό μου. Εμένα πλέον η ύπαρξή μου θα οριζόταν από το γέλιο, από τη νύχτα, το μισερό φεγγάρι και τους πεζόδρομους, τη θάλασσα, το άγριο κύμα, τα ετοιμοθάνατα σκυλιά και το σιωπηλό «πάντα έχουμε μια ιστορία» απ’ τα χείλη της Nina Simone. Είχαμε πει ότι θα συναντιόμασταν ξανά, έξω από το ίδιο μπαρ, στις έντεκα τη νύχτα, σε τρεις μέρες.
Είχε μια από εκείνες τις τροπικές βροχές του καλοκαιριού, παρ’ όλα αυτά περπατούσαμε μέχρι το ξημέρωμα, απ’ το Παγκράτι ως την Καλλιθέα, απ’ την Ακρόπολη ως τα Εξάρχεια. Απολάμβανα κάθε λέξη που έβγαινε από το στόμα μου. Τις έβλεπα να μπλέκονται με τις δικές της και να ανεβαίνουν σαν μπαλόνια. Είναι τόσο ωραιότερο να μιλάς απ’ το να γράφεις. Μπήκαμε σε ένα σούπερ μάρκετ, κλέψαμε πατατάκια, μπύρες και, για κάποιο λόγο, τρεις τόνους σε κονσέρβα. Τους έφαγα την επόμενη με μακαρόνια. Όταν βγήκαμε από το σούπερ μάρκετ, πέσαμε πάνω στον σεκιουριτά του. Η Ρένα του είπε καλησπέρα. Εκείνος πρέπει να είχε καπνίσει μια σημαντική ποσότητα χόρτου. Μας είπε ένα ανέκδοτο με δυο ψάρια που κολυμπούν, κι ένα άλλο ψάρι, γηραιότερο, που περνώντας τους λέει καλησπέρα παιδιά, ωραίο το νερό σήμερα, και φεύγει, και το ένα ψάρι τρομαγμένο λέει στο άλλο ρε μαλάκα, τι στο καλό είναι «νερό»; Πήγαμε σε έναν ακάλυπτο κάπου στου Ψυρρή που είχε πάρτι, άπειρος κόσμος, κλέψαμε τα ποτά μας. Περπατούσαμε μούσκεμα στην Αθηνάς και μου έπιασε το χέρι και τότε εμφανίστηκαν δύο μπάτσοι και ο ένας μου είπε τα χαρτιά σου γρήγορα και η Ρένα φώναξε I’M SORRY?! και εγώ, αμέσως, προσέθεσα is everything alright, sir? We’re looking for the Acropolis! και εκείνος μαλάκωσε, έκανε ένα βήμα πίσω και τελικά είπε εεε, νοτ Ακρόπολις. Τού λέιτ. Πρεζάκια, εεεμ… τζάνκιζ δέαρ. Γκουντ νάιτ.
Την τρίτη φορά που βρεθήκαμε, γύρω στις δύο το ξημέρωμα, η Ρένα αποφάσισε πως ήθελε να δει τον παππού της. Προσπαθούσε να θυμηθεί ιστορίες από τη ζωή του, συνειδητοποιώντας πως δεν τις ήξερε καλά, πως δεν είχε δώσει την απαραίτητη προσοχή όσο υπήρχε ακόμα χρόνος. Θυμόταν πως ο παππούς της είχε κάνει εξορία σε ένα ορεινό χωριό κοντά στον Άγιο Κήρυκο της Ικαρίας. Τα μόνα πράγματα που είχε μαζί του εκτός από τα ρούχα που φορούσε ήταν το ρολόι του, ένα παλιό, πολύ παλιό ρολόι OMEGA και ένα αγγλοελληνικό λεξικό με μπλε δερμάτινο εξώφυλλο. Όταν τους άφησαν στο λιμάνι και έπιασε βροχή, ήταν το μόνο που είχε για να προστατευθεί. Στην εξορία τότε μαζί του ήταν και ο Θεοδωράκης και κάποια στιγμή γνωρίστηκαν, και τα βράδια τραγουδούσαν μαζί, ήταν ο Μίκης και ο Μίμης. Ξεκίνησε να σιγοτραγουδάει τότε, με τι καρδιά, με τι πνοή, τι πόθους και τι πάθος, πήραμε τη ζωή μας λάθος κι αλλάξαμε ζωή. Εγώ είπα κάτι γενικό κι αόριστο για την εξορία, κι εκείνη είπε πως ο παππούς της είχε χάσει τόσο πολύ χρόνο στην εξορία, και θέλησε μετά πάση θυσία να πάει να τον δει.
Φτάσαμε έξω από το γηροκομείο. Όλα τα παντζούρια κλειστά, όλα τα φώτα σβηστά, εκτός από ένα ψυχρό, σε ένα δωματιάκι δίπλα στην είσοδο. Άνοιξε αποφασιστικά την πόρτα, εγώ ακολουθούσα. Η μόνη νοσοκόμα που είχε βάρδια βγήκε σαν δαιμονισμένη από το δωματιάκι, τι κάνετε τέτοια ώρα εδώ, φύγετε αμέσως. Το πρόσωπο της Ρένας συσπάστηκε, ύστερα εξοργίστηκε, και φωνάζοντας –σιγανά– της είπε
«Δεν είστε σοβαρή. Δεν είναι δυνατόν. Πάρτε τώρα τηλέφωνο την προϊσταμένη σας. Τώρα! Δεν δώσατε στον παππού μου το φάρμακο για τη μέση του. Πήραμε τηλέφωνο να επιβεβαιώσουμε και είπατε πως δεν το είχατε καν! Εντύπωση μου κάνει πως δεν έχει αρχίσει ακόμα να σφαδάζει –όχι, όχι δεν θέλω να ακούσω τίποτα! Η προϊσταμένη σας μας επέτρεψε να έρθουμε να του το δώσουμε εμείς, πώς τολμάτε να μου μιλάτε έτσι; Τώρα! Πάρτε την τώρα τηλέφωνο!»
Η νοσοκόμα μαζεύτηκε. Ενοχλημένη, είπε να της δώσουμε το φάρμακο, να το πάει εκείνη στον κύριο Μίμη.
«Όχι. Δεν σας εμπιστεύομαι. Πηγαίντε μας τώρα στο δωμάτιό του».
Το δωμάτιο του Μίμη είχε μια ντουλάπα, ένα ψηλό τραπεζάκι νοσοκομείου, ένα κεντητό τριαντάφυλλο σε ένα κάδρο και μια κλίνη κολλημένη στον τοίχο, πάνω στην οποία κοιμόταν εκείνος, σαν έμβρυο. Τικ τικ τικ. Η Ρένα έδιωξε την νοσοκόμα και έκλεισε την πόρτα. Πλησίασε τον παππού της και του χάιδεψε τον ώμο. Ένα θαμπό φως ερχόταν από το μπάνιο και φώτιζε τα μάτια και τη μύτη της. Τικ τικ τικ. Ο Μίμης, αργά, με κόπο και ένα βογγητό, γύρισε προς το μέρος της. Αυτόματα το φράγμα έπεσε, δάκρυα μαζεύτηκαν πάνω απ’ τα μάγουλά της. Τικ τικ τικ. Εγώ καθόμουν στις σκιές. Γύρισε και μου ψιθύρισε
«Του ξύρισαν το μουστάκι!»
Τικ τικ τικ. Ένας σταθερός, διακριτικός θόρυβος ερχόταν από τον παππού, σαν να ήταν μηχανοκίνητος με λεπτά, ακούραστα γρανάζια. Τα μάτια του άνοιξαν, αυτόφωτα, έντονα λες και ήταν 15 χρονών. Σήκωσε το χέρι του και έσφιξε το δικό της. Τικ τικ τικ. Ήταν το ρολόι του, εκεί, στον αριστερό του καρπό.
«Ρενάκι μου; Ρενάκι μου. Μεγάλωσες. Είσαι κούκλα. Είσαι πανέμορφη».
Η Ρένα του έδωσε το πιο ειλικρινές χαμόγελο που έχω δει μέχρι σήμερα, ένα χαμόγελο που έλιωνε, ένα χαμόγελο μητρικό που χαμογελούσε για πρώτη φορά, σε όλα τα νεογέννητα, όλου του κόσμου.
Ο Μίμης τότε σκοτείνιασε. Το χέρι του κουράστηκε και έπεσε. Το βλέμμα του γλίστρησε. Και καθώς γυρνούσε ξανά την πλάτη του, και δινόταν σε όνειρα γεμάτα αφηρημένο παρελθόν, νεκρούς και τίποτα άλλο, της είπε
«Βάλε μου λίγο νεράκι να κοιμηθώ».
Έξω από το γηροκομείο με φίλησε. Ήταν ένα φιλί αργό. Παραδομένο. Κάμποσες αφόρητες μέρες μετά εμφανίστηκε κάτω από το σπίτι μου, της το είχα δείξει ένα βράδυ καθώς περνούσαμε περπατώντας. Εκείνη τη νύχτα η Ρένα ήταν στρατηγός τις τελευταίες ώρες πριν τη μάχη. Είχε κάτι το άγριο, σχεδόν πρωτόγονο. Ο Μίμης είχε πεθάνει. Ανέβηκε μαζί μου στο διαμέρισμα.
Ζούμε πάνω σε μια μπλε μπίλια, που πάει κι έρχεται σε ένα τίποτα γεμάτο συστάδες πολύχρωμων κόσμων, που πάνε κι έρχονται σε ένα τίποτα γεμάτο συγκρούσεις, εκρήξεις και τρύπες που παίρνουν το φως και κανείς δεν ξέρει πού το πάνε, και, συνήθως, ζούμε σαν να μην συμβαίνει τίποτα από αυτά. Συνήθως όμως.
Ύστερα σηκώθηκε, άνοιξε το παράθυρο και βγήκε έξω στο μπαλκόνι και μου είπε ότι ήθελε να πάω μαζί της στην κηδεία την επόμενη. Και ήθελε να την βοηθήσω σε κάτι. Κι εγώ είπα ναι.
Στεκόμουν σε απόσταση. Ακολουθούσα από μακριά την πομπή με τον νεκρό, τους φίλους και τους συγγενείς, να μη με δουν. Η Ρένα έπαιζε κάποιον ρόλο, αν και στους γύρω της δεν έμοιαζε να κάνει καθόλου εντύπωση. Κοιτούσε όποιον την πλησίαζε για συλλυπητήρια υποτακτικά, σαν να υπήρχε μόνο για τους άλλους, σαν ακόμα και ο θρήνος της να ήταν ένα βάρος που δεν άξιζε κανείς τους να φορτωθεί. Η μητέρα της δεν μπορούσε να σταματήσει να κλαίει με λυγμούς, η Ρένα την χάιδευε απαλά στην πλάτη. Ο πατέρας της κάθε τόσο της χαμογελούσε, σαν να της λέει, δεν έγινε κάτι, όλα καλά, κι εκείνη του χαμογελούσε πανομοιότυπα. Ήταν σιωπηλή, ολόκληρη, το σώμα της, το βάδισμά της, ακόμα και τα μαλλιά της, όλα ήθελαν να απολογηθούν σε περίπτωση που ζόριζαν ή στενοχωρούσαν κάποιον. Ύστερα η ώρα έφτασε.
Ακούμπησαν το φέρετρο δίπλα στην τρύπα. Ο ήλιος αντανακλούσε πάνω στα μάρμαρα και έκαιγε και τύφλωνε. Ήρθε μια κενή στιγμή, στην οποία είδα τα κύματα της Ικαρίας να σκάνε και να σαρώνουν το νεκροταφείο και όλους μας, πριν ο παπάς ξεκινήσει να ψέλνει. Και τότε, ξαφνικά, η Ρένα ξεκίνησε να ουρλιάζει. Υποδυόταν τη βιαιότερη κρίση πανικού που θα μπορούσε να αντέξει άνθρωπος χωρίς να πεθάνει. Όλοι στράφηκαν στο μέρος της. Δεν σταματούσε με τίποτα. Οι γονείς της είχαν πέσει και οι δύο από πάνω της και προσπαθούσαν να τη συνεφέρουν. Ακόμα και ο παπάς τα παράτησε όλα και πλησίασε.
Κι εγώ έτρεξα. Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα είχα φτάσει πίσω από το φέρετρο. Η Ρένα ούρλιαξε πιο δυνατά. Υστερία. Τα άκρα της έκαναν σπασμούς. Άνοιξα την κάσα. Τικ τικ τικ. Ο Μίμης ήταν εκεί, δεν έμοιαζε να κοιμάται όπως λένε, δεν ήταν καν ακριβώς ανθρώπινος, ήταν η αναπαράσταση ενός ανθρώπου. Τικ τικ τικ. Με εξαίρεση το ρολόι του. Ο Μίμης είχε κρυφτεί μέσα στο ρολόι του. Το έλυσα από το ψεύτικο χέρι. Έβαλα τον Μίμη στην τσέπη μου. Έφυγα.
Δεν πέρασαν ούτε δύο δευτερόλεπτα πριν ακουστεί η πρώτη ανάσα να κόβεται. Ύστερα κι άλλη, κι άλλη. Η Ρένα ηρέμησε, όμως όλοι οι υπόλοιποι, αντικρύζοντας ένα ανοιχτό φέρετρο και τον νεκρό με το χέρι κρεμασμένο απ’ έξω, είχαν σοβαρότερα θέματα πλέον. Μια γιαγιά λιποθύμησε, ο παπάς έκανε τον σταυρό του και φώναξε θαύμα! ενώ η μητέρα της Ρένας έτρεξε δίπλα στον νεκρό, έπιασε το χέρι και το χάιδευε γελώντας, και ο πατέρας της την πήρε αγκαλιά, τη ρώτησε αν ήταν εντάξει, η Ρένα κούνησε το κεφάλι καταφατικά και εκείνος της είπε
«Ο παππούς σου μας κάνει πλάκα».
Το απόγευμα συναντηθήκαμε και της έδωσα το ρολόι. Το έδεσε στον καρπό της. Με αγκάλιασε. Ήξερα πως μόνο τυχαία θα μπορούσα να την ξαναδώ. Δεν είχε νόημα, δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα άλλο μαζί. Αν προσπαθούσαμε, θα ήταν όλα μια σειρά από ατυχή πειράματα με στόχο κάποια τεράστια ανακάλυψη, η οποία είχε ούτως ή άλλως ήδη γίνει. Το ήξερα. Το ξέρω.
Γύρω όλοι πίνουν, λένε «ναι, ναι» ή «όντως», μιλάνε για τις δουλειές τους, τις διακοπές που κάποτε πήγαν και το μεγάλο ταξίδι που θα ʼθελαν να κάνουν, αναφέρουν ονόματα, εποχές, νησιά, κι έχουν όλοι κάτι που κάθεται πάνω στον αυχένα τους και τους βουλιάζει, αργός πνιγμός, και η ζωή καθρεφτίζεται στα μάτια τους παραμορφωμένη, μια ταλαιπωρία που θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί, και φεύγουν, και έρχονται, και αναστενάζουν, και δεν έχουν κοιμηθεί πολύ καλά, θα πάνε νωρίς σπίτι σήμερα, να κλείσουν ένα οκτάωρο, και δεν τους αντέχω. Δεν τους αντέχω. Πώς να τους εξηγήσω όμως; Υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν περιγράφονται με λέξεις. Να πιάσω την σερβιτόρα και να της πω
Ξέρεις, δεν χρειάζεται να είμαστε έτσι.
«Συγγνώμη;»
Δεν χρειάζεται να είμαστε έτσι. Να κάνουμε κάθε μέρα ατυχή πειράματα περιμένοντας κάποια τεράστια ανακάλυψη. Έχει ήδη γίνει. Έχει γίνει καιρό τώρα.
«Θες να σου φέρω κάτι;»
Όχι, να πληρώσω αν γίνεται.
Δεν έχει νόημα. Το ήξερα. Το ξέρω.
Θα μπορούσε, βέβαια, να μου κάνει τη χάρη και να έρθει άλλη μια φορά σ’ αυτό το άθλιο μπαρ.

