«Ας απόσχουμε, λοιπόν, από την κρίση, κι ας πούμε πως αυτό είναι ένα σύμπαν, πως είναι μια τάξη, όμως, αν είναι καλό ή κακό να μην το πούμε. Βέβαια, για εμάς και σχετικά με εμάς, ως επί το πλείστον είναι κακό…»
– Giacomo Leopardi
Γεννιόμαστε, άραγε, με –κληρονομημένη γονιδιακώς ή επιβεβλημένη αστρολογικώς, ουδείς γνωρίζει– κάποια υπαρξιακή, προ-λογική προδιάθεση, που στη συνέχεια θα εκδηλωθεί ως συνείδηση και θα εξελιχθεί σε κοσμοαντίληψη; Πώς αλλιώς εξηγείται ο πρώιμος χαρακτήρας της θυμικής διάθεσής μας απέναντι στον κόσμο, ο σχεδόν έμφυτος, που καθορίζει ισοβίως τη μετέπειτα συναισθηματική σχέση μας μαζί του και διαμορφώνει τις σχετικές ερμηνευτικές και αξιολογικές προσπάθειες σε επίπεδο θεωρίας και πράξης; «Η φιλοσοφία», παρατηρεί ο Miguel de Unamuno, «ανταποκρίνεται στην ανάγκη να σχηματίσουμε μια ενιαία και πλήρη σύλληψη του κόσμου και της ζωής και, ως συνέπεια αυτής της σύλληψης, ένα αίσθημα που θα γεννήσει μια μύχια στάση αλλά και μια δράση. Αλλά συμβαίνει αυτό το αίσθημα, αντί για συνέπεια εκείνης της σύλληψης, να συνιστά αιτία της. Η φιλοσοφία μας, ήτοι ο τρόπος μας να κατανοούμε ή να μην κατανοούμε τον κόσμο και τη ζωή, πηγάζει απ’ το αίσθημά μας για την ίδια τη ζωή». Και καταλήγει: «Δεν είναι συνήθως οι ιδέες μας που μας κάνουν οπτιμιστές ή πεσιμιστές, αλλά ο οπτιμισμός ή ο πεσιμισμός μας (…) που δημιουργεί τις ιδέες μας».
Φαίνεται πως δεν γίνεται να υπάρξει κατάσταση ουδέτερης βίωσης/θέασης του μυστηρίου της ζωής. Από την άλλη, η ίδια η αίσθηση της ζωής ως μυστηρίου μετατρέπεται πάραυτα σε αίσθηση της ζωής ως προβλήματος όταν η επιτακτικότητα εξοικείωσης, προσαρμογής, συμμόρφωσης και κατανόησης έρχεται αντιμέτωπη με τις πρώτες, αναπόφευκτες ματαιώσεις εξαιτίας της ποσοτικής και ποιοτικής δυσαναλογίας μεταξύ όντος και Είναι· όταν, με άλλα λόγια, το ανθρώπινο ον συνειδητοποιεί την ανεπάρκεια, τη σαθρότητα, την ανημπόρια, τη βραχυβιότητα, τη θνητότητα, την ασημαντότητα και όλα του τα ανθρωπολογικά γνωρίσματα ταυτόχρονα με την ανάγκη του να επιβιώσει, να αναπτυχθεί, να πολλαπλασιασθεί, να διαιωνίσει, να απολαύσει, να πληρωθεί, να προστατευθεί, να σωθεί, να δικαιωθεί κ.ο.κ. Εξού και το γεγονός ότι από τις δύο αντίθετες θεωρητικές (διότι στην πράξη αντιστρέφονται τα πράγματα) στάσεις που αφορούν την αποτίμηση του κόσμου, τον οπτιμισμό και τον πεσιμισμό, η δεύτερη, με τις πολλαπλές εκδοχές της, κατισχύει συντριπτικά της πρώτης. Από τις δύο αμοιβαίως αφυπνιζόμενες και οριζόμενες αντιθέσεις, αξιακού χαρακτήρα απολυτοποιήσεις, όπως λέει ο Karl Jaspers στο πρωτοποριακό του έργο Ψυχολογία των κοσμοαντιλήψεων, ο πεσιμισμός εμφανίζει, λοιπόν, από καταβολής κόσμου ένα σαφές προβάδισμα. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι οι προτάσεις του επέχουν έτσι status επαληθευμένης, επιστημονικής, αναντίρρητης αλήθειας. Ποτέ, σε τελική ανάλυση, δεν εξέρχεται από το πεδίο του συναισθήματος και, κατά τον ορθολογιστή Wilhelm Windelband, «η πρώτη προϋπόθεση της επιστημονικής σκέψης συνίσταται στον προσεκτικό αποκλεισμό όλων των επιρροών του συναισθήματος και της διάθεσης (…) η επιστήμη πρέπει να δηλώσει εξαρχής ότι είναι εντελώς ανίκανη για την κρίση του σύμπαντος, για μια κρίση σχετικά με την αξία του κόσμου, και ότι πρέπει να το κάνει αυτό όχι από κάποια παρεξηγήσιμη μετριοφροσύνη και ταπεινότητα, αλλά μάλλον από τη σαφή επίγνωση της απόλυτης αδυναμίας μιας τέτοιας κρίσης». Φιλοσοφία, όμως, δεν θα πει επιστήμη. Όσο κι αν ο φιλόσοφος, για ν’ αποδείξει τα επιχειρήματά του επικαλείται πάντοτε εξωπροσωπικά στοιχεία, υπογραμμίζει ο William James, η ιστορία της φιλοσοφίας παραμένει πάντα μια ιστορία «σύγκρουσης ταμπεραμέντων».
Κινούμαστε ήδη στον χώρο της μεταφυσικής (ΣΗΜ.: Αφήνουμε απ’ έξω, στην παρούσα ανάλυση, τα θρησκευτικά οικοδομήματα, που όλα ανεξαιρέτως, ακόμα και στις πλέον φίνες και ζοφερές κορυφώσεις τους όπως στον βουδισμό και τον τζαϊνισμό, προτείνουν μια οδό αίσιας διευθέτησης του ζητήματος της ύπαρξης), καθότι συζητούμε για ενιαία μοντέλα ερμηνείας του μυστηρίου του βίου, στη βάση των οποίων αποφασίζονται τα ερωτήματα γύρω απ’ τη φύση και τη σημασία του κόσμου. Τα μοντέλα είναι πολλά, διάφορα, ενάντια, φιλόδοξα και με αξιώσεις αποκλειστικότητας. Εξαιτίας, όμως, αυτού του τελευταίου χαρακτηριστικού τους, του ανταγωνισμού μεταξύ τους, τα φιλοσοφικά συστήματα καταλήγουν ν’ αλληλοεξουδετερώνονται, τρέφοντας τον σκεπτικισμό (Wilhelm Dilthey), που με τη σειρά του συχνά κακοφορμίζει σε μηδενισμό. Ο σκεπτικισμός, σημειωτέον, μας επαναφέρει μεν στην τάξη της απύθμενης μεταφυσικής μας άγνοιας, αλλά την ίδια στιγμή ενισχύει το γόητρο της απαισιοδοξίας, δεδομένου ότι, στον άνθρωπο που ποθεί να μάθει, η άγνοια δεν βιώνεται παρά ως κάτι αρνητικό. Μολαταύτα, η «αξιολογική κρίση», σύμφωνα με την οποία το άθροισμα της δυσαρέσκειας υπερβαίνει το άθροισμα της ευχαρίστησης, με αποτέλεσμα η ανυπαρξία του κόσμου να καθίσταται προτιμότερη από την ύπαρξή του, δεν εξουδετερώνεται από κάποια αντικρουόμενη, στο μέτρο που δεν παραπέμπει σε κάποιο επιστημονικοφανές σύστημα, αλλά μονάχα επικαλείται μια αφετηριακή και αξονική διαίσθηση, η οποία ζητεί και βρίσκει πιστοποίηση εν τοις πράγμασι. Έγιναν, βέβαια, κάποιες μάταιες απόπειρες –σαν αυτές της Olga Plümacher– ν’ αποκατασταθεί το επιστημονικό κύρος του πεσιμισμού. Η ίδια, εάν ζούσε στον 20ό αιώνα, ίσως να αισθανόταν δικαιωμένη, αλλά τούτο θα συνέβαινε εν μέρει, καθώς το πεσιμιστικό πνεύμα επικράτησε μεν, όχι, όμως, χάρη στην επιστημονική ισχύ των προτάσεών του, αλλά, όπως σημείωσε ο Dilthey, εξαιτίας του κενού, της αναρχίας και του ιλίγγου που προκάλεσε η βίαιη κατάργηση των νόμων και των παραδοσιακών πίστεων, εξαιτίας της αβεβαιότητας γύρω απ’ τις αξίες και τους σκοπούς της ζωής. Και μπροστά σ’ ένα τόσο θλιβερό πανόραμα πολιτισμικής παρακμής, οι κατηγορίες πεσιμισμός/οπτιμισμός, θα επισημάνει αυστηρά ο Martin Heidegger, φαντάζουν «παιδιάστικες» και «καταγέλαστες».
Βρισκόμαστε, λοιπόν, «από το πουθενά», «από το τίποτε», στον κόσμο, και θέλουμε να μάθουμε τα πάντα, τι είμαστε εμείς, τι είναι ο κόσμος, τι θ’ απογίνουμε, τι σημαίνει όλο αυτό, αν μπορούμε να μάθουμε, αν έχει νόημα ο κόσμος, αν έχει νόημα να ρωτάμε να μάθουμε κ.λπ. Όπου, ωστόσο, κι αν στρέψουμε γνωσιολογικώς το πρόσωπό μας, τρώμε μεταφυσικώς κι από ένα χαστούκι. Του οποίου ο εσωτερικός αντίκτυπος εξαρτάται από το μέγεθος της επένδυσης και το βάθος των σχετικών φαντασιώσεων. Μα, θα ρωτήσει κανείς, επιτρέπεται ένα πεπερασμένο ον να απαιτεί απόλυτες ικανοποιήσεις; Όχι, ασφαλώς, το απόλυτο και το τέλειο δεν είναι ανθρωπίνως εφικτά, θα θυμίσει ο εξαίρετος (άγνωστος και αμετάφραστος ακόμη στη χώρα μας) φιλόσοφος Odo Marquard. Ο «homo compensator» αργά ή γρήγορα αναγκάζεται να αντισταθμίσει τις φυσικές και μεταφυσικές στερήσεις του, να συμβιβαστεί με «αντι-λύσεις», με το σχετικό αντί για το απόλυτο και το τέλειο, που η συμφυής μεγαλομανία του αξιώνει. Πολλά κρίνονται από την ποιότητα αυτού του συμβιβασμού. Πρωτίστως, ο πλούτος και το ήθος της κοσμοθεώρησης. Ο θυμικός τόνος περνάει σε δεύτερη μοίρα, κι από ένα σημείο και πέρα αφορά σε σκοπιμότητες της αυταρέσκειας.
Έχοντας συνειδητοποιήσει το αδύνατον της γνώσης και το γελοίον των οριστικών αποφάνσεων, τι μας μένει, λοιπόν; Να πει, αφού τόσο το θέλει, ο καθένας ελεύθερα το μακρύ του και το κοντό του και να πάρει τη θέση και τη στάση που ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία (απ’ όπου και πηγάζει) και τις εκάστοτε ανάγκες του. Αυτό γίνεται ούτως ή άλλως με κάθε φιλοσοφική τοποθέτηση. Αν ο τάδε συλλαμβάνει την ύπαρξη στον κόσμο σαν σπαζοκεφαλιά ή σαν τιμωρία και ο δείνα σαν θαύμα ή σαν υπέρτατο δώρο· αν ο ένας τη βιώνει σαν χαλεπή και άσκοπη ταλαιπωρία κι ο άλλος σαν θαυμάσια, ανεπανάληπτη ευκαιρία, όλα αυτά, όπως και να ’χουν, ποσώς ενδιαφέρουν και επηρεάζουν τον κόσμο· αν προτιμάται, εγγράφονται μόνο στην ταχυφλεγή βιογραφία ή μυθολογία του καθενός. Το σίγουρο είναι ότι, όσο χαμηλώνει ο πήχης των επιδιώξεων, τόσο λιγοστεύουν οι πιθανότητες πρόσκρουσης με την πραγματικότητα. Όπως γράφει ο Julius Bahnsen: «πολλές φορές τα γερότερα σκαριά υφίστανται το βιαιότερο ναυάγιο». Όμως, τι να γίνει; Ο επαρκής κομφορμισμός με την ύπαρξη, την ύπαρξη του κόσμου και την ύπαρξη στον κόσμο ως μια κατάσταση σχετικής πληρότητας (με ουσία, ησυχία, τέρψη) επιφυλάσσεται σε μικρή δόση, κάπου στο τέρμα της διαδρομής, έπειτα από πολύ κόπο, σε πολύ λίγους.
Κατά κανόνα, όπως με οξυδέρκεια παρατήρησε ο Georg Simmel στα περίφημα δοκίμιά του γύρω απ’ τον πεσιμισμό, οι αξιολογικές κρίσεις για τον κόσμο, είτε αισιόδοξες είτε απαισιόδοξες, έχουν ψυχολογικά, εξωεπιστημονικά κίνητρα (ο Julius Frauenstädt, πρόσωπο του στενού περιβάλλοντος του Schopenhauer, κάνει λόγο για προβολή εσωτερικών χρωματισμών σε εξωτερικά αντικείμενα) και κινούνται παραδοσιακά στην επικράτεια της ανάγκης για νόημα, ενάντια στην «ουδέτερη νομοτέλεια» που επέβαλε η νατουραλιστική κατεδάφιση του ανθρωποκεντρικού προτύπου, με την οποία η ανθρώπινη ψυχή μέχρι και σήμερα δεν λέει να συμμορφωθεί πλήρως. Έτσι, συνεχίζει, η πεσιμιστική κοσμοθεωρία υπερίσχυσε κατά κράτος για τον λόγο ότι η ανεπαρκής και ελλειπτική μας δομή αναγνωρίζει και προβάλλει ευκολότερα στον κόσμο την ανεπάρκεια και την έλλειψη, αλλά κυρίως για λόγους ύφους, πόζας, μόδας… Εδώ και πολλές δεκαετίες, δεσπόζει στο λαϊκό αλλά και το ακαδημαϊκό lifestyle το προφίλ του διαμαρτυρόμενου, του εξεγερμένου, του καταραμένου, του σκυθρωπού, του απέλπιδος. Η χαρά της ύπαρξης και η πρωτοκαθεδρία της εκτοπίστηκαν, θα πει ο σπινοζιστής Robert Misrahi, σαν από κάποια κολοσσιαία παρεξήγηση από τη χαϊντεγκεριανή αγωνία και τη σαρτριανή απελπισία. Ίσως αυτό να συνέβη επειδή χάθηκαν οι παλιές αρετές της ταπεινότητας και της ευγνωμοσύνης, και το σύγχρονο άτομο, στερημένο απ’ την ικανότητα να εκτιμήσει, ν’ αδυνατεί πλέον να απολαύσει ό,τι έχει, θα σημειώσει ο φοβερός G.K.Chesterton, που τόσο αντιπαθούσε τους κατά σύστημα απαισιόδοξους. Η βαρυθυμία θεωρείται ένδειξη σοβαρότητας και η δυσφορία και η αποκαρτέρηση απόδειξη βαθύνοιας. Και όπως είναι φυσικό, το ενοχλητικό αυτό φαινόμενο ακραίας αβάθειας πυροδοτεί αυτομάτως την εμφάνιση του διαλεκτικού του ζεύγους, της όχι λιγότερο ενοχλητικής «θετικότητας», που δυναστεύει την εποχή κι αλλοιώνει το είδος μας.
H ζωή, όμως, είναι δυνατή χάρη στον ακατανόητο, γριφώδη, αντινομικό ή ανορθολογικό της πυρήνα, έτσι όπως αυτός καθρεφτίζεται και κατανέμεται κατ’ αναλογίαν μεταξύ των ανθρώπων στον απολύτως ανοιχτό σε οιανδήποτε στάθμιση χαρακτήρα της, όπερ, καθιστώντας μεταφυσικώς ισόκυρες όλες τις ερμηνείες, τις εξουδετερώνει και μας επαναφέρει στη φιλοσοφική τάξη της ριζικής αδαημοσύνης. Η προφάνεια από πλευράς της ή βεβαιότητα από πλευράς μας αναφορικά με την αλήθειά της θα επέφερε την ολική παράλυση. Στο πλαίσιο αυτό, το «κακό» ισχύει όχι ως οντολογική κατηγορία που καταργεί την αξία, αλλά που τη θεμελιώνει. Αρκεί κανείς να φανταστεί μια κατάσταση σαν αυτή που ονειρεύονται και απεργάζονται λυσσωδώς και απαρεμποδίστως οι επικινδυνότατοι transhumanists, ήτοι δίχως αρρώστια, γήρας, άγνοια, αγωνία, θάνατο, έναν κόσμο δίχως την οδύνη του, για να συνειδητοποιήσει πώς η τιμή της ζωής ορίζεται από τις παραμέτρους εκείνες που (υποτίθεται ότι) την απειλούν ή την αρνούνται.
Δεν είμαστε σε θέση να πούμε αν αυτός ο κόσμος είναι ο καλύτερος όλων των δυνατών κόσμων. «Σ’ εκείνον που θα βεβαιώσει πως αυτός ο κόσμος είναι ο χειρότερος απ’ όλους τους δυνατούς κόσμους και σ’ εκείνον που θα υποστηρίξει πως είναι ο καλύτερος, μπορεί κανείς να πει σε αμφότερους ότι, όντας ο μόνος δυνατός, καθότι ο μόνος που υπάρχει, είναι συνάμα ο χειρότερος και ο καλύτερος απ’ όλους τους δυνατούς κόσμους» (M. de Unamuno). Σίγουρα, πάντως, όσο άθλιος κι αν μας φαίνεται, τίποτα δεν θα τον εμπόδιζε να είναι ακόμα ή απείρως αθλιότερος. Σάμπως, η ζωή δεν είναι δυνατή «μόνο χάρη στις ελλείψεις της φαντασίας και της μνήμης μας», καταπώς διαπιστώνει ο Emil Cioran; Διότι ανάμεσα στον μύθο του παραδείσου και τη λήθη της δυνατότητας/πιθανότητας της κόλασης, στην έρημο της σχετικής αγνωμοσύνης, λησμονούμε ότι αυτός ο κόσμος, που τόσο ατελώς γνωρίζουμε, όσο ατελής κι αν φαντάζει, θα μπορούσε να είναι ατελέστερος και, μάλιστα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα μας φαινόταν λιγότερο φυσικός, μοναδικός, μοιραίος ή απευκταίος. Πόση αναίδεια και πόση αφέλεια κρύβεται τελικά σε κάθε απόφανση που θέλει να αναχθεί σε αντικειμενικότητα! Πόσο πιο σώφρον θα ήταν να έλεγε ο καθένας όσο καλύτερα μπορεί τον όποιο καημό του χωρίς φόβο και πάθος επιβεβαίωσης και επικράτησης!
Υπάρχουν, ολοκληρώνοντας και για να δώσουμε μια γλαφυρή εικόνα, αμέτρητοι τρόποι διαχείρισης και ρύθμισης των αρνητικών αισθημάτων, στοχασμών και υποθέσεων περί του κόσμου και της ύπαρξης σ’ αυτόν. Ας διατρέξουμε μερικούς μες στον ωκεανό των περιπτώσεων, με την ελπίδα η εκπληκτική τους ποικιλομορφία να γονιμοποιήσει περαιτέρω την προβληματική μας. Έχουμε την αναμενόμενη και φυσιολογική νεανική απαισιοδοξία, από την οποία για κάποιους (Bertrand Russell) συνήθως κανείς εξέρχεται διά της μετρίασης της ενασχόλησης με το εγώ, ενώ για άλλους (Agnes Taubert) η απελευθέρωση από τα δεσμά της ατομικότητας διά της βύθισης της ατομικής οδύνης στο οικουμενικό συμπάσχειν ή, αλλιώς, της διάλυσης του εγωιστικού πεσιμισμού (γιατί σε μένα;) στο οικουμενικό «γιατί σε όλους;», μπορεί ν’ αποτελέσει μια μορφή λύτρωσης. Υπάρχει, φυσικά, η υιοθέτηση της φαινομενικά αντιφατικής στάσης δυσφήμισης της ζωής και μακροημέρευσης (π.χ. A. Schopenhauer, E. Cioran, Peter Wessel Zapffe). Στην περίφημη απάντηση του φιλοσόφου του Ντάντσιχ για τη μη αυτοκτονία του (μπορείς να υποδεικνύεις τον δρόμο χωρίς να υποχρεούσαι να συνοδεύσεις κανέναν), εύκολα εντοπίζει κανείς τους αόρατους, ανομολόγητους δεσμούς του με κάποιο όραμα ευτυχούς διάψευσης. Ο M. Guyau, απ’ τη μεριά του, διέκρινε τους ευάριθμους αληθινά μελαγχολικούς, που καθώς «δεν ήσαν καμωμένοι δια την ζωήν… δεν ερριζοβόλησαν», από τους «εξ επιδείξεως ή εκ συστήματος». Ο αυτόχειρ Carlo Michelstaedter έκανε λόγο για «αληθινούς πεσιμιστές, ενεργούς στον πόνο» και για «αδρανείς στον πόνο, που επιδεικνύουν τις πληγές του με σκοπό την ικανοποίηση της ματαιοδοξίας τους». Έχουμε ακόμα τους απανταχού «προγραμματισμένους» αυτόχειρες, συνεπείς μηδενιστές τύπου Philipp Mainländer ή Albert Caraco. Πρέπει επίσης ν’ αναφέρουμε περιπτώσεις σαν αυτή του αρνησίκοσμου H.P.Lovecraft, για τον οποίο, καταπώς γράφει ο συγγενικός του Michel Houellebecq, «Η ζωή δεν έχει, φυσικά, κανένα νόημα. Ούτε όμως κι ο θάνατος» και που για καλό και για κακό «επί πολλά χρόνια είχε κοντά του έτοιμο ένα μπουκάλι υδροκυάνιο» ή τον Ilarie Voronca, ο οποίος αυτοκτόνησε με αφορμή μια ερωτική απογοήτευση, λίγο μετά τη συγγραφή του παράφορου Μικρού εγχειριδίου της τέλειας ευτυχίας. Αλλά και τους ηρωικούς πεσιμιστές που συναρτούν το τραγικό αίσθημα της ζωής και το ανέφικτο της ευτυχίας με τον αγώνα για νόημα και ανθρωπιστική προκοπή π.χ. Miguel de Unamuno και Eduard von Hartmann ή την απουσία νοήματος και την αρνητική φιλοσοφία με τη γενναιότητα και τη θετική ηθική (Albert Camus), ή που σαν τον George Sorel δεν βλέπουν στον πεσιμισμό μια κοσμοθεωρία αλλά μάλλον μια «μεταφυσική των ηθών», με σαφή πολιτικοϊστορικά ακτιβιστικά και απελευθερωτικά χαρακτηριστικά και προτάγματα. Τέλος, όχι χωρίς βάθος και μεράκι, οι αντιναταλιστές –τέκνα του Zapffe (David Benatar, Herman Tønnesen, Julio Cabrera κ.ά)– προκρίνουν απεριφράστως την αναστολή της αναπαραγωγικής διαδικασίας ως ελάχιστο χρέος προς τα αγέννητα όντα αλλά και την ανθρωπότητα, με ασήμαντη, ωστόσο, απήχηση στο πανεπιστημιακό περιβάλλον και ακόμα λιγότερο στην κοινωνία.
Στο ενδιαφέρον μελέτημά του Η ιστορία της κατάθλιψης, ο George Minois, ενστερνιζόμενος το σχήμα του Εκκλησιαστή «αύξηση γνώσης=αύξηση πόνου», αναγνωρίζει στην κατάθλιψη, τη μελαγχολία, την ανία κ.ο.κ. ένα εκ των ων ουκ άνευ συστατικό της ανθρώπινης κατάστασης, συνάμα το τίμημα του ανθρώπινου στοχασμού καθώς επίσης την αληθινή πρόοδο της αντίληψης και τους όρους γένεσης των κορυφαίων επιτεύξεων του πνεύματος. Στην «ασυνέπεια» των απαισιόδοξων ενδέχεται όχι μόνο ν’ αντανακλώνται με τον πιο εύγλωττο τρόπο οι ανεπίλυτες αντιφάσεις της ζωής, αλλά και να υπαγορεύεται ο εξοχότερος των συμβιβασμών: η εγκατάλειψη των μαξιμαλιστικών απαιτήσεων, η κατάφαση του κόσμου ως έχει και η προσπάθεια αναβάθμισής του και αναβάθμισής μας μέσα απ’ την πνευματική νοηματοδότηση των δοκιμασιών που μας επιφυλάσσει. «Ούτε απελπισία ούτε μακαριότητα, αλλά μια αέναη ανησυχία που απαιτεί από μας να πολεμούμε», προτρέπει ο σοφός, αντιευτυχιομανής, μελιοριστής, Pascal Bruckner. Στην πανάρχαια έριδα πεσιμισμού/οπτιμισμού, με τις αμέτρητες αποχρώσεις, κλιμακώσεις και προσμίξεις, αναμφίβολα ο πρώτος υπερέχει σε επίπεδο θεωρίας, γραμματείας, δημιουργίας καθώς και σε ιστορικές αποδείξεις, ο δεύτερος, όμως, υπερισχύει στην πράξη κατά κράτος διά της ακατάβλητης βούλησης/ελπίδας για ευδαίμονα επιβίωση. Όσο εξακολουθεί να υπάρχει ζωή, η πλάστιγγα έχει γείρει υπέρ της, ό,τι κι αν λένε οι αμφισβητίες, οι τιμητές, οι υβριστές, οι πολέμιοι ή οι ζώντες αρνητές της, οι οποίοι, σημειωτέον, διαμέσου της αντίφασης που σαρκώνουν εργάζονται για τον παντοτινό θρίαμβό της. Ο κόσμος δεν είναι ούτε ριζικά κακός ούτε ριζικά καλός ούτε τελειοποιήσιμος, αλλά σίγουρα βελτιώσιμος. Όχι μόνο δεν είναι χειρότερος όλων των δυνατών κόσμων αλλά μας κάνει τη χάρη να επιδέχεται και βελτίωση (ασχέτως αν σημειώνεται!), κι αυτό από μόνο του αποτελεί σοβαρό επιχείρημα κατά του πεσιμισμού. Απ’ την άλλη, ας μην πέφτουμε θύματα της πλάνης ότι ήρθαμε σ’ αυτόν τον κόσμο σώνει και καλά για να ευτυχούμε ή για να ευτυχήσουμε. Έμφυτη ή επίκτητη η αισιοδοξία ή η απαισιοδοξία μας, δεν είμαστε δα και τόσο σημαντικοί ώστε να εξαρτάται απ’ αυτό κάτι ουσιώδες. Η ζωή και, προπαντός, ο θάνατος αργά ή γρήγορα βάζουν τα πράγματα και τα όντα οριστικά στη θέση τους.

