Σχέδιο: Χρήστος Μαρκίδης

Κώστας Βραχνός

Τα λησμονημένα προνόμια

Α.: Γέρασες πολύ.
Β.: Αυτό συμβαίνει συνήθως όταν κανείς ζει πολύ
.
Georg Christoph Lichtenberg

Υπάρχει μια αναλογία ανάμεσα στους νέους που αγνοούν το προνόμιο της νεότητας και τους πρεσβύτερους που λησμονούν το προνόμιο της ενηλικίωσης: αμφότεροι εμφανίζονται ως εξίσου αχάριστοι απέναντι στο ασύλληπτο δώρο της ύπαρξης. Εξού και το παράδοξο οι νέοι να βιάζονται να ωριμάσουν και οι ηλικιωμένοι να πασχίζουν να φαίνονται νέοι. Η διαφορά έγκειται στο ότι οι πρώτοι μες στον εσωτερικό τους αποσυντονισμό υποφέρουν λιγότερο, καθώς οι σύγχρονες (και γηράσκουσες) κοινωνίες οικοδομούνται όλο και πιο πολύ πάνω στην καινοφανή λατρεία της νεότητας, λες και αυτό το εφήμερο και σύντομο στάδιο είναι μια μόνιμη κατάσταση όπου φυλάσσονται κατ’ αποκλειστικότητα τα κλειδιά της ευδαιμονίας.

Πράγματι, η επιστήμη και η τεχνολογία έχουν συμβάλει ώστε να αυξηθεί το προσδόκιμο ζωής κατά 20-30 χρόνια. Ωστόσο, δεν είναι η ζωή που έχει παραταθεί, αλλά το γήρας και οι φαντασιώσεις της ανανέωσης, εξέλιξη με τεράστιες δημογραφικές, οικονομικές, κοινωνιολογικές, αλλά και ανθρωπολογικές και οντολογικές συνέπειες. Σε αυτό το πλαίσιο, το μεγάλο κεκτημένο της συνταξιοδότησης μετατρέπεται σε δυστύχημα για τους δικαιούχους της, που μόλις και μετά βίας αντιλαμβάνονται τις διαστάσεις της εν λόγω δωρεάς.

Ανάμεσα στο ιδεώδες της νεότητας και τη μανία για ευτυχία, οι νέοι, που ξεχειλίζουν από βούληση, ενέργεια, ομορφιά, εγωπάθεια και ηδονισμό, κινούνται ως αδιαμφισβήτητοι κι ευνοημένοι πρωταγωνιστές του παιχνιδιού. Εντούτοις, στερούνται δύο βασικές παραμέτρους: την αποθησαυρισμένη εμπειρία και την αναγκαία απόσταση, που διαμορφώνουν τη συνείδηση ως τέτοια και καθιστούν δυνατή την ορθή αξιολόγηση. Ανυπόμονοι και αφελείς εκ φύσεως, οι νέοι σπαταλούν τον χρόνο, πιστεύοντας ότι είναι άπειρος, αμελώντας να ζήσουν τη στιγμή ή ζώντας την ως απλή στιγμή και όχι ως συμπύκνωση του ισόβιου («Τι είναι όλη η ζωή, χαμένη στον ωκεανό της αιωνιότητας, παρά μια μεγάλη στιγμή», λέει ο δάσκαλος Vl. Jankélévitch). Αυτό που φέρνουν τα χρόνια είναι ακριβώς εκείνη η αίσθηση του τυχαίου και του παροδικού που αποκαλύπτει το νόημα και τη δραματική αξία των γήινων πραγμάτων, συν ένα είδος υπεροχής του στοχασμού έναντι της δράσης και της γνώσης τού να διακρίνουμε το ασήμαντο από το ουσιαστικό, που εγγυώνται, τελικά, την ηδονή με την πληρέστερη έννοια της λέξης. Έτσι, σε αντίθεση με τη νοοτροπία της εποχής και σύμφωνα με εκείνη την παράδοση που δεν ταυτίζει τη σοφία με τον πόνο, αλλά τη συναρτά με την απόλαυση, ο Pascal Bruckner δεν υποστηρίζει τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από το ότι στην πραγματικότητα είμαστε πιο ευτυχισμένοι από τα μισά του δρόμου κι έπειτα, όταν πια μπορούμε να εκτιμήσουμε τη νεότητα, ότι, από την ηλικία των 50 ετών και μετά, απολαμβάνουμε πιο έντονα την κάθε μέρα, γνωρίζοντας ότι ο χρόνος δεν θα επιστρέψει ποτέ.

Ξαφνικά, ακούμε την αρχαία φωνή να προειδοποιεί για την ανωτερότητα των πνευματικών ηδονών έναντι των σωματικών. Μόνο που για την αρχαία σοφία αυτές οι τέρψεις διασφαλίζονται διά της κατασίγασης των «χαμηλών» ορέξεων. Επομένως, είναι αμφίβολο σε ποιο βαθμό έχει δίκιο ο Πλάτωνας όταν στο πρώτο βιβλίο της Πολιτείας βάζει τον γέροντα Κέφαλο ν’ αναστενάζει από ανακούφιση ότι στα γηρατειά απελευθερωνόμαστε επιτέλους από την τυραννία των επιθυμιών, όταν σήμερα είναι ακριβώς η απενοχοποίηση της επιθυμίας και της ευχαρίστησης που κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον και τον ενθουσιασμό των ηλικιωμένων για τη ζωή. Ομολογουμένως, μια αισιόδοξη κοσμοθεωρία δύσκολα είναι συμβατή με τις ασκητικές αρχές. Αυτό που χρειάζεται, τώρα και πάντοτε, είναι η μέριμνα για την ποιότητα της ικανοποίησης, η οποία στην προκειμένη περίπτωση ρυθμίζεται από ένα είδος διορατικού και συγκρατημένου ρεαλισμού.

Ο Bruckner σέβεται πολύ το Μυστήριο για να μοιράζει δεξιά και αριστερά διδαχές ή οδηγίες. Ολόκληρη η προβληματική του γύρω από το ερώτημα «πώς να γεράσουμε καλά» περιστρέφεται γύρω από την ιδέα της αξιοπρεπούς και έξυπνης χρήσης της βραχύτατης προθεσμίας που μας δίνεται ως δώρο. Δεν έχει καμία εμμονή με την επιδίωξη της ευτυχίας πάση θυσία, αλλά φιλοδοξεί να υλοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις αμέτρητες δυνατότητες της ζωής, πάντοτε μέσα στα αμείλικτα και ανυπέρβλητα όριά της… Υπάρχει ένα ηθικό υπόβαθρο πίσω από τις παρατηρήσεις του επί του θέματος, το οποίο έχει να κάνει με την πεποίθηση ότι το δικαίωμα οφείλει να διατηρεί τον προνομιακό του χαρακτήρα και ποτέ να μη γίνεται απαίτηση. Πρέπει να είμαστε ταπεινοί, δηλαδή ευγνώμονες, και όχι άπληστοι, γκρινιάρηδες. Πρέπει ίσως επίσης, σε κάποιο βαθμό, να γινόμαστε ή να παραμένουμε παιδιά, αλλά όχι κακομαθημένα.

Από μια άποψη, η διαμονή μας είναι τόσο σύντομη και η άγνοιά μας τόσο μεγάλη, που κάθε διαχωρισμός σε απόλυτες περιόδους φαίνεται σχεδόν κωμικός. Περνάμε από τη μια ηλικία στην άλλη χωρίς να το καταλαβαίνουμε καθόλου, μέχρι που φτάνουμε –αν είμαστε αρκετά τυχεροί και δεν πεθάνουμε νωρίτερα– στα γηρατειά με μια αίσθηση αιφνιδιασμού. Αλλάζουμε ηλικίες εντελώς αμήχανοι, ανειδοποίητοι, απροετοίμαστοι, κατάπληκτοι. Όμως, υπάρχει άραγε κατάπληξη που να μπορεί να συγκριθεί μ’ εκείνη τού να βρίσκεσαι στον κόσμο; Και είναι η μεταφυσική ικανότητα αυτής της υπαρξιακής κατάπληξης που για τον Bruckner καθορίζει την ποιότητα όλων των εγκοσμίων.

Το ζήτημα της «αξιοποίησης» της επίγειας παρουσίας αφορά όλους τους ζώντες ανθρώπους, ανεξάρτητα από τη σωματική, ψυχική και πνευματική τους ηλικία, και σχετίζεται πρωτίστως με το να ζούμε την κάθε στιγμή στο έπακρο, αναγνωρίζοντας την ανεκτίμητη σημασία της και προσπαθώντας να την πραγματώνουμε με τον βέλτιστο δυνατό τρόπο. Υπό αυτή την έννοια, η μακροβιότητα μπορεί να θεωρηθεί εξαιρετικό κατόρθωμα μόνο εάν η επιμήκυνση της ζωής σημαίνει παράταση του χρόνου για την εξερεύνηση, τη δικαίωση και τον εορτασμό της. Εν πάση περιπτώσει, δύσκολα μπορεί κανείς να αξιοποιήσει ή να απολαύσει εις βάθος οτιδήποτε σ’ αυτόν τον κόσμο, αν προηγουμένως δεν νιώσει ευγνώμων που ζει ή, τουλάχιστον, στοιχειωδώς τυχερός που γεννήθηκε. Το «μικρό καλοκαίρι» της ζωής, η περίοδος αναζωογόνησης και προσδοκιών που μας χαρίζεται μετά τα 50, δεν πρέπει επ’ ουδενί να σπαταληθεί. Και πότε μπορούμε να πούμε ότι σπαταλάται; Όταν, υποταγμένοι στις απερίσκεπτες προκαταλήψεις της χρονοφοβικής και γεροντοφοβικής κοινωνίας, αποσυρόμαστε από τη δυναμική της επιθυμίας και συνταξιοδοτούμαστε από τη ζωή –μαζί και την εργασία– και πεθαίνουμε πριν από την ώρα μας.

Στη φιλοσοφία του για τη μακροζωία, ο Bruckner δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο θέμα της αγάπης προς τους ηλικιωμένους, τελευταίο μεγάλο κατεδαφιστέο ταμπού, όπου αποτυπώνεται εύγλωττα η αυτοκαταστροφική στάση των ανθρώπων, οι οποίοι παραιτούνται οικειοθελώς από ένα δώρο που δίνει νόημα και χαρά στην ύπαρξη και βοηθά στην επανεφεύρεση και την επανεκκίνησή της. Φυσικά, υφίστανται αντικειμενικοί περιορισμοί και πρέπει να παραδεχτούμε ρεαλιστικά ότι, όσο η ζωή προχωρά, το φάσμα των ευκαιριών μικραίνει. Αλλά είναι σημαντικό, αφενός, να διασώσουμε και να καλλιεργήσουμε τη νοοτροπία εξερεύνησης που χαρακτηρίζει τα παιδιά και τους νέους και, αφετέρου, ν’ αποδεχτούμε νηφάλια πως υπάρχουν επιλογές μη πραγματοποιήσιμες, πόρτες κλειστές, λόγω της βιολογίας. Η φρόνηση που παρέχουν τα χρόνια υποδεικνύει πόρτες που μένουν να εξερευνηθούν σε βάθος. Ο δε κόσμος είναι απίστευτα απύθμενος και περιμένει τα όντα που θα το κάνουν.

Ο Pascal Bruckner έρχεται να μας υπενθυμίσει αυτό που τόσο συχνά ξεχνάμε: ότι το να γεννιέσαι είναι ένα ύψιστο δώρο και το να ζεις ένα αφάνταστο προνόμιο, ένα πανταχού παρόν θαύμα, στο οποίο αναλογεί η συνεχής εμβροντησία. Το μυστικό –αν υπάρχει– των ευτυχισμένων γηρατειών είναι το ίδιο που ισχύει για όλες τις ηλικίες και αναφέρεται στην καλλιέργεια των ικανοτήτων του ατόμου, στη διεκδίκηση των καλώς εννοούμενων παθών του, στην αναδιαμόρφωση του πεπρωμένου του χωρίς φόβο, ντροπή ή ενοχή, στη μάθηση να εκτιμά αυτά που έχει, στην εναρμόνιση του carpe diem με συνετά σχέδια. Αλλά ας μην τρέφουμε αυταπάτες: είναι αδύνατον να βγούμε απ’ την ακτίνα αντίληψης και δράσης μας και να θερίσουμε ό,τι δεν έχουμε σπείρει. Η ηλικία δεν εισφέρει τίποτα που δεν ενσταλάχθηκε μέσα μας παιδιόθεν. Ακόμα κι αν ακούγεται κάπως σαν φτηνή πνευματικότητα, αξίζει να ευελπιστούμε ότι, αν αγαπάμε τη ζωή, η ζωή θα μας αγαπήσει και θα μας φερθεί καλά. Ως εκ τούτου, το μεγαλύτερο χρέος των πρώην νέων απέναντι στους μέλλοντες γέρους συνίσταται στο να τους διδάξουν ν’ αγαπούν τη ζωή, να τους ικανώσουν να είναι ευαίσθητοι στην πολυτιμότητά της, παρά τις δυσκολίες, τις αδικίες, τις δυστυχίες, τις απώλειες και τους παραλογισμούς της ή, αν προτιμάτε, να τα θεωρούν όλα αυτά ως το δίκαιο τίμημα της υπεραξίας της επιβίωσης, διότι απολαμβάνει κανείς μονάχα ό,τι χάνει. Τώρα, όσον αφορά «το σύντομο χρονικό διάστημα ζωής που απομένει, δεν πρέπει ούτε να το επιθυμούμε άπληστα, ούτε να το απορρίπτουμε χωρίς λόγο», συμβουλεύει ο πρώτος συστηματικός γεροντολόγος Κικέρων. Σε κάθε περίπτωση, κατά τον Σενέκα, «η ζωή είναι αρκετά μεγάλη, και για να πετύχουμε τα πιο σημαντικά πράγματα μας έχει δοθεί απλόχερα, αν κάνουμε καλή χρήση». Ούτε το αναπόφευκτο και επικείμενο του θανάτου ούτε ο πόνος με τις πολλές μορφές του θα πρέπει να μας κάνουν να λησμονούμε το θαυμαστό προνόμιο της ύπαρξης. Ο Bruckner αναφέρεται συχνά σε μια απλή φράση του στοχαστή απ’ την Κόρδοβα που τον έχει σημαδέψει: «Κάθε μέρα πρέπει να ευχαριστούμε τον Θεό που είμαστε ζωντανοί». Τόσο απλά.

[Το παρόν κείμενο συντάχθηκε στα ισπανικά (https://cenie.eu/es/actividades/los-privilegios-olvidados) και δημοσιεύθηκε στις 4.3.2022 στον ιστότοπο του CENIE (Centro Internacional sobre el Envejecimiento – Διεθνές Κέντρο για τη Γήρανση) ως εισαγωγή στη συνέντευξη που παραχώρησε εκεί ο Pascal Bruckner με αφορμή την ισπανική έκδοση του βιβλίου του Une brève éternité: Philosophie de la longévité.]

«Κάποτε θα ξανάρθω δε θα νιώθω
πως είμαι παρείσακτος
και κατάσαρκα θα φορώ σχισμένα σύννεφα»
Κύλιση στην κορυφή