Η πραγμάτευση ενός θέματος με τίτλο «Ο υποτιτλισμός ως μετάφραση» είναι κινδυνώδης και δη για δύο λόγους, που αρθρώνονται με δύο εύκολες ερωτήσεις. Το θέμα, κατά πρώτον, είναι πια αναλωμένο: τι άλλο να πεις επ’ αυτού, όταν έχουν λεχθεί πια όλα; Και κατά δεύτερον: ποιο είναι το πρωτότυπο, για να θεωρήσουμε τον υποτιτλισμό νομίμως ως μετάφραση; Ήδη στο προηγούμενο σημείωμά μου, που είχε τον ίδιο τίτλο με το τρέχον, είχα τονίσει τούτα τα λόγια προστρέχοντας και στη σοφία του Παζολίνι: «Επαναλαμβάνοντας το αυτονόητο, ότι ο κινηματογράφος είναι τέχνη οπτικοακουστική, αναρωτιέμαι αν μεταφράζεται η θεμελιώδης οπτικοακουστικότητά του».
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι τούτο το ερώτημα περιέχει αμφότερα τα ερωτήματα που τέθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο, και μάλιστα τα περιέχει και τα τοποθετεί σε επίπεδο θεωρητικό, προκειμένου να διευκολυνθεί η πρακτική αποτύπωση των όποιων συμπερασμών. Ο υποτιτλισμός μπορεί να υπάρχει μεν και να έχει αυστηρούς νόμους, κυρίως τεχνικούς, και να είναι διεθνώς εμπεδωμένη πρακτική, αλλά δεν είναι κυρίαρχη, καθότι υπάρχει διεθνώς διαδεδομένο και το «ντουμπλάρισμα»: αντί για τυπωμένα στην ταινία λόγια, που τα διαβάζει ο θεατής του κινηματογραφικού έργου, ακούγονται ήχοι: οι ηθοποιοί ομιλούν τη φυσική γλώσσα του θεατή. Στη Γερμανία, αίφνης, οι ταινίες σπανίως υποτιτλίζονται, κι έτσι στις γερμανικές κινηματογραφικές αίθουσες όλοι οι ηθοποιοί όλων των ταινιών μιλούν γερμανικά. Στη Γαλλία, αντίθετα, κυριαρχεί ο υποτιτλισμός. Στην πατρίδα μας κατά κανόνα υποτιτλίζονται οι ταινίες «για μεγάλους» και ντουμπλάρονται οι ταινίες και τα κινούμενα σχέδια «για παιδιά».
Η λαθολογία πάει κι έρχεται στον υποτιτλισμό! Και είναι, μάλιστα, το πιο δημοφιλές «παιχνίδι με λέξεις» στο διαδίκτυο. Βεβαίως και γίνονται λάθη, συχνότατα δε! Αλλά δεν είναι αυτό καν (το) πρόβλημα, αφού οι καλοί (οι από πάσης απόψεως καλοί) υποτιτλιστές δεν λείπουν. Για να φαιδρύνω ελαφρώς το πράγμα, θα πω ότι ένα «Φλάουμπερτ» στις πρώτες υποτίτλειες αράδες μιας ταινίας του Πέτερ Χάντκε δεν με εμπόδισε να την απολαύσω –ο Γουστάβος Φλωμπέρ, βέβαια, μπορεί να έχει μείνει ακόμα με το παράπονο που δεν τον αναγνώρισε με τη μία ο «μεταφραστής».
Τα εισαγωγικά στην τελευταία λέξη της προηγούμενης παραγράφου δεν σημαίνουν καθόλου μα καθόλου υποτίμηση της εργασίας του μεταφράζοντος υποκειμένου. Το να μη γνωρίζεις ή/και να μην αναγνωρίζεις ένα προς μετάφραση σημείο μπορεί να σου συμβεί, ιδίως μάλιστα, όταν δεν βλέπεις την ταινία, αλλά διαβάζεις απλώς τους «διαλόγους» της, που συνιστούν το «πρωτότυπο» κείμενό της. Το κείμενο, που χειρίζεται ο υποτιτλιστής, αρθρώνεται/ακούγεται στην ταινία, αλλά δεν αρθρώνεται/ακούγεται στο προς μετάφραση σκριπτ –στα χέρια του δεν είναι τίποτε άλλο από ξερές λέξεις. Έχοντας ένα ανάγνωσμα προς μετάφραση δεν έχει τίποτα από την οπτικοακουστικότητα του κινηματογραφικού έργου: ούτε βλέπει ούτε ακούει τίποτα.
Αλλά κι αν τυχόν του δίνεται αυτή η ευκαιρία (δηλαδή: προτού «μεταφράσει», να έχει τη δυνατότητα, ακόμα και την άνεση να δει και να ακούσει το έργο), και πάλι περιορίζεται και από τη σημασιολογική, και από την πραγματολογική, αλλά και από την υφολογική σκοπιά των πραγμάτων, αφού καλείται να διαχειριστεί όλη αυτή την ποικιλία (λογοπαίγνια, παροιμίες, στερεότυπα, διαλέκτους, ιδιολέκτους, ευγένεια, χιούμορ, «μη μεταφράσιμα» στοιχεία και άλλα τέτοια) εντός ενός στενού και προκαθορισμένου πλαισίου τυπογραφικών στιγμών έτσι, ώστε και «το νόημα να μη χάνεται» και «το μάτι να μην κουράζεται», για να μην κουράζεται και το μυαλό. Αλλιώς θα πάει περίπατο η απόλαυση του έργου.
Απ’ το να ψάχνουμε να βρούμε «επιστημονικές» λύσεις, και δη «τέλειες», καλύτερα είναι να αποδεχθούμε ότι ο υποτιτλισμός δεν είναι μετάφραση, αλλά μεταφρασοειδές παρακολούθημα μιας τέχνης, που το «πρωτότυπό» της είναι μεν ορατό και ακουστό, αλλά που δεν μπορεί να διασπαστεί σε ορασιμότητα και σε ακουσιμότητα, ούτε να μεταλλαχθεί σε αναγνωσιμότητα στο κάτω μέρος μεγάλων και μικρών οθονών. Το γεγονός ότι τα πάντα πρέπει να χωρέσουν «χωνεμένα» και «συμπυκνωμένα» σε ένα εξαρχής μετρημένο πλαίσιο με κάνει να πιστεύω (και το διατυπώνω με άκρα ευχαρίστηση) ότι πρόκειται για μεγάλη μαστοριά, για αρχετυπική νεότερη τέχνη. (Τα λάθη που γίνονται, αν είναι ευάριθμα και συγγνωστά, μέχρι που με βάζουν να ισχυρισθώ ότι αποτελούν το άλας της εν λόγω τέχνης – αλλιώς δεν γίνεται!…)
Το ντουμπλάρισμα φαίνεται (και υπό όρους είναι) «πιο δημοκρατικό», «πιο φιλικό» στον θεατή. Ο βουβός υπότιτλος γίνεται εδώ έναρθρος. Αλλά ενώ ο ηθοποιός ομιλεί, άρα παίζει και υποδύεται ρόλους, ο ντουμπλαριστής του απλώς διαβάζει ένα κείμενο, που δεν θα ήταν πρόσφορο για υποτιτλισμό, αλλά που κατ’ ουσίαν έχει ήθος υποτιτλισμού, αποτελώντας μια μανιέρα του. Και βεβαίως το ντουμπλάρισμα είναι μανιέρα που ακούγεται, και μάλιστα καταλήγει να έχει πολλές φορές κωμικά αποτελέσματα, ακριβώς επειδή είναι μανιέρα και αντιμετωπίζεται μανιερίστικα. Μεταφρασοειδές ενέργημα είναι και αυτό, που δεν επηρεάζει μεν καθόλου το οπτικό στοιχείο του κινηματογραφικού έργου, αλλά που του αναιρεί τελείως την ακουστική του συνιστώσα.
Μπορεί αυτά που γράφω να δίνουν την εντύπωση στον αναγνώστη ότι διάκειμαι δυσμενώς απέναντι στον υποτιτλισμό και στο ντουμπλάρισμα. Τον διαβεβαιώνω με ειλικρίνεια ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Αντίθετα, αυτή η μεταφρασοείδεια προσωπικώς με γοητεύει γιατί έχει στοιχεία κρυφής και κρίσιμης αγωνιστικότητας. Με τον υποτιτλισμό αποσκοπείται μια οικείωση του θεατή με καταστάσεις απόμακρες και σχεδόν άπιαστες, αλλά και με πράγματα που όχι το ισοδύναμο ή το αντίστοιχο ή το ανάλογο δεν μπορούν να βρουν σε άλλη γλώσσα, αλλά ούτε καν κάτι συμμετρικό ως προς κάποιο τυχαίο σημείο τους. Στο ντουμπλάρισμα η αντικατάσταση της φωνής ενός ηθοποιού με τη φωνή ενός άλλου (όχι θέσει ηθοποιού, αλλά αναγνώστη) βρίσκει το ομόλογό του στο ντουμπλάρισμα του ηθοποιού (συνήθως του πρωταγωνιστή) από κάποιον κασκαντέρ. Αν το καλοσκεφτούμε, κασκαντέρ είναι και ο ντουμπλαριστής και ο υποτιτλιστής. Το γαλλικό cascadeur, που είναι ο λεκτικός πρόγονος του ελληνικού τεχνικού όρου κασκαντέρ, σημαίνει κυριολεκτικώς τον ακροβάτη που εκτελεί/επιτελεί σειρά πτώσεων ή πηδημάτων, και μεταφορικώς όποιον αναζητά τον κίνδυνο, το ρίσκο. (Ο Τσόμσκυ θα μιλούσε εδώ για linguistic performance, παναπεί για γλωσσικό επιτέλεσμα, ο δε Βιτγκενστάιν θα επέμενε ότι πρόκειται για Sprachspiel, τουτέστιν για γλωσσοπαίγνιο.) Υπό την έννοια αυτή η μεταφρασοείδεια στρέφεται προς τη μεταφραστική και είναι έργο εξαιρετικά γοητευτικό.
Γι’ αυτό και είτε με τη θεωρητική πανοπλία του γλωσσικού επιτελέσματος είτε με την κομψότητα του γλωσσοπαιγνίου ας ασκηθούμε μεταφρασοειδώς προσπαθώντας να υποτιτλίσουμε ή και να ντουμπλάρουμε την ακόλουθη πασίγνωστη σκηνή από την ελληνική ταινία Μια Ιταλίδα στην Κυψέλη (έργο του 1968, σε σκηνοθεσία του Ντίνου Δημόπουλου και σε σενάριο των Νίκου Τσιφόρου και Πολύβιου Βασιλειάδη). Η σκηνή είναι εδώ. Το δε περίεργο έως ακατανόητο εκείνο Τσιριμπίμ-τσιριμπόμ είναι ο τίτλος ενός όμορφου τραγουδιού του 1960 σε γλώσσα γίντις, που το τραγουδούσαν οι Barry Sisters, και το ακούμε εδώ.

