Σχέδιο: Χρήστος Μαρκίδης

Αμαλία Μουστάκη

Για τον Θείο Βάνια στο θέατρο Προσκήνιο

Κόποι που δεν ανταμείφθηκαν, όνειρα που δεν ευδοκίμησαν, επιλογές που δεν κατέληξαν ποτέ εκεί που οι ήρωες προσδοκούσαν. Μία ανέμπνευστη, ισοπεδωτική καθημερινότητα, γεμάτη κατήφεια. Αυτό είναι το σύμπαν της απομονωμένης εξοχικής έπαυλης της οικογένειας του Βάνια. Εκεί ζει ο ίδιος και η ανιψιά του, η Σόνια. Και οι δύο δουλεύουν σκληρά, για να στείλουν όλες τις οικονομίες τους στον πατέρα της Σόνιας, τον καθηγητή Σερεμπριακώφ. Αυτή η δομή ζωής θα αλλάξει πρόσκαιρα με την επίσκεψη του τελευταίου και της δεύτερης συζύγου του, της νεαρής Ελένας, στο κτήμα. Η πλοκή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς απ’ τη μια όλα μοιάζουν να μένουν ακίνητα και από την άλλη συμβαίνουν εσωτερικές αλλαγές που οδηγούν τους ήρωες στη συνειδητοποίηση πως η ελπίδα έχει χαθεί. Και είναι σαν ο θείος Βάνιας και η Σόνια να έχουν θαφτεί ζωντανοί σ’ αυτό το κτήμα, όπου σύντομα θα πιάσουν οι χιονοθύελλες και το χιόνι θα εξαφανίσει τα πάντα.

Έχοντας μεγαλώσει στο απομακρυσμένο Ταγκανρόγκ, ο Τσέχοφ γνώριζε από πρώτο χέρι πόσο απελπιστική μπορεί να είναι η ζωή στην επαρχία. Τον Βάνια τον ολοκλήρωσε ενώ βρισκόταν σε ένα μικρό κτήμα, στην ύπαιθρο της Μόσχας, όπου, μεταξύ άλλων, είχε φυτέψει δέντρα, είχε περιθάλψει αγρότες και είχε γίνει φίλος με τον Πιοτρ Κούρκιν, έναν ιδεαλιστή νεαρό γιατρό που θυμίζει τον Αστρώφ, ένα από τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα του έργου.

Όταν το 1899 παρουσιάστηκε ο Θείος Βάνιας από το θέατρο Τέχνης της Μόσχας, η λεπτή αλλά δραματική εναλλαγή της διάθεσης των ηρώων του Τσέχοφ απείχε έτη φωτός από τα κλισέ του συμβατικού θεάτρου της Ρωσίας. Οι αριστοκράτες της παλιάς γαιοκτητικής τάξης μάλλον θα αισθάνονταν άβολα στις θέσεις τους βλέποντας μπροστά στα μάτια τους ένα έργο που πραγματευόταν τη ματαιότητα της κοινωνικής τους πραγματικότητας. Είναι πράγματι αξιοθαύμαστο το πώς η εξέλιξη της ρώσικης κοινωνίας της εποχής βρίσκει το εξελικτικό αντίστοιχό της στη δραματική τέχνη του Τσέχωφ. «Πάρτε το απόφαση» είναι σαν να τους έλεγε η Σόνια, «αυτό είναι και δεν θα αλλάξει». Δεν θα αλλάξει ούτε με τον ιδρώτα της υπερβολικής εργασίας, ούτε με πιστόλια και κανόνια, ούτε καν με τον έρωτα, ο οποίος αποδεικνύεται ανίσχυρος να ξορκίσει τους δαίμονες και να φέρει την πολυπόθητη ευτυχία ή έστω λίγη γαλήνη. Ήταν δύσκολο αλλά εκείνοι, οι πρώτοι θεατές –όπως και κάθε θεατής του Βάνια, σε κάθε εποχή– έπρεπε να αποδεχτούν ότι το ευρύτερο σχέδιο της μοίρας δεν επιφυλάσσει κανέναν οίκτο για την αγωνία τους. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη κι όταν στο τέλος όλοι θα έχουν απεμπολήσει τις ψευδαισθήσεις τους, μια αδιόρατη ελπίδα αναδύεται. Μια γενναία αποδοχή κρύβεται πίσω από το «Θα ζήσουμε Θείε Βάνια, θα ζήσουμε». Ή, αλλιώς, όπως το έθεσε πολλά χρόνια μετά ο Μπέκετ, «δεν μπορώ να συνεχίσω, θα συνεχίσω».

Είναι ελάχιστες οι χρονιές στις οποίες δεν υπήρχε παράσταση του Θείου Βάνια στα αθηναϊκά θέατρα. Το φετινό ανέβασμα είναι του Δημήτρη Καραντζά στο θέατρο «Προσκήνιο». Όλη η παράσταση στήνεται γύρω από ένα τεράστιο ξύλινο τραπέζι (σκηνικά Μαρία Πανουργιά), στο οποίο σερβίρονται συνεχώς νόστιμα εδέσματα. Καθισμένοι περιμετρικά σ’ αυτό, οι ήρωες τρώνε βουλιμικά, πίνουν τσάι, παλεύουν να ξανανιώσουν και φαντασιώνονται την ομορφιά της ζωής σε μια χορογραφία των μικροπραγμάτων. Βάνιας είναι ο Χρήστος Λούλης –ίσως πιο γοητευτικός, πιο λαμπερός Βάνιας από ό,τι τον έχουμε συνηθίσει– και Σόνια η ταλαντούχα Ηρώ Μπέζου. Δίπλα τους οι Μανώλης Μαυροματάκης, ένας παθητικός, σχεδόν σαστισμένος Σερεμπριακώφ, η Θεοδώρα Τζήμου ως Ελένα, ο Φιντέλ Ταλαμπούκας ως Αστρώφ, η αεικινητη Μαρία Φιλίνη ως νταντά, ο Αντώνης Αντωνόπουλος ως επιστάτης Τελιέγκιν και η Ξένια Καλογεροπούλου, συγκινητική στον ρόλο της μητέρας του Βάνια. 

Το πιο ενδιαφέρον στην περίπτωση του Καραντζά είναι ο τρόπος που αντιλαμβάνεται και «μεταφράζει» το ρωσικό κλασικό αριστούργημα. Τίποτα δε θυμίζει τα άλλα ανεβάσματα του Βάνια, αλλά και ταυτόχρονα όλες οι οικείες εικόνες είναι εκεί. Εκεί –και κυρίαρχο– το στρωμένο τραπέζι, εκεί το ζεστό σαμοβάρι, εκεί η αίσθηση ενός σπιτικού όπου έζησαν πολλές γενιές. Οι χαρακτήρες που δημιουργεί θυμίζουν έντονα κομμάτι του εαυτού μας. Ζουν σε συνθήκες συγκρουόμενων φιλοδοξιών, φιλοσοφούν, άλλοι βρίσκονται σε συνεχή κίνηση και άλλοι τεμπελιάζουν, άλλοι υπηρετούν και άλλοι καταναλώνουν. Κάποιες φορές είναι ασυνάρτητοι, σχεδόν υστερικοί. Αν και εγκλωβισμένοι στον στενό χώρο γύρω από το τεράστιο τραπέζι, βρίσκουν τρόπο να κινηθούν, να κρυφτούν, να χορέψουν. Είναι πολύ διαφορετικοί, αλλά και παρόμοιοι –η ζωή του καθενός πήγε στραβά. Και κανείς δεν ανταποδίδει τον έρωτα κανενός. Κι όμως… παρά την κατήφεια, την καθήλωση, την κάποια μηχανικότητα στις κινήσεις και την εκφορά του λόγου, στις εξομολογήσεις τους, κυρίως σε αυτήν της Σόνιας στην τελευταία σκηνή, τα λόγια ξεσπούν από τις ψυχές τους τόσο ορμητικά, σαν να βγαίνει κάποιος από ένα αποπνικτικό δωμάτιο στον καθαρό αέρα.

Τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει για τους ήρωες αφού πέσει η αυλαία. Θα συνεχίσουν ακριβώς όπως και πριν. Θα μιλάνε, θα τρώνε, θα μελαγχολούν, θα γράφουν, θα πίνουν ποταμούς βότκας. Θα συνεχίσουν να ελπίζουν. Θα συνεχίσουμε να ελπίζουμε μαζί τους κι εμείς.

«Κάποτε θα ξανάρθω δε θα νιώθω
πως είμαι παρείσακτος
και κατάσαρκα θα φορώ σχισμένα σύννεφα»
Κύλιση στην κορυφή