Ζωγραφική: Φραγκίσκος Δουκάκης

Βίκυ Κατσαρού

Μια φιλοσοφική θεώρηση, ένα στοχαστικό ταξίδι, μια ισχυρή ανάδευση

Αλέξιος Μάινας, Το ξυράφι του Όκαμ, Μικρή Άρκτος, Αθήνα 2014.

Το Ξυράφι του Όκαμ δανείζεται τον τίτλο του από την επιστημονική αρχή, η οποία αποδίδεται στον Άγγλο φιλόσοφο, φραγκισκανό μοναχό και θεολόγο του 14ου αιώνα Γουλιέλμο του Όκαμ και θα μπορούσε να αποδοθεί ως εξής: Όταν δύο θεωρίες παρέχουν εξίσου ακριβείς προβλέψεις, πάντα επιλέγουμε την απλούστερη. Γνωστή κι ως «η λεπίδα του Όκαμ», ταιριάζει περισσότερο στην ποίηση του Αλέξη Μάινα, καθώς με τις λέξεις του γίνεται ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής και δεν προσφεύγει σε περίσσεια φλυαρία ή αυξανόμενη συλλογιστική συνθήκη. Η γραφή του είναι αποσπασματική, μοντερνιστική, ο εσωτερικός μονόλογος κυριαρχεί ενώ δεν εμβαθύνει σε κανένα σημείο συναισθηματικά, ενισχύοντας την αίσθηση του ανθρώπινου εγωκεντρισμού και συνθέτοντας ένα ψηφιδωτό, προκαλώντας τον αναγνώστη να ανακαλύψει την πολυεπίπεδη γραφή του.

Καταγράφοντας το 24ωρο ενός ποιητή-αφηγητή, η μέρα ξεκινά λίγο πριν χαράξει, όταν ακόμα η φύση σιωπά κι οι σκέψεις είναι εκκωφαντικές, με μια εικασία:

(Πριν την ανατολή)

Αν μόνο το ψέμα
είναι ευτυχία
τότε ας είναι αλήθεια
μόνο ό,τι μας κάνει ελεύθερους.

Τη στιγμή της ανατολής σχεδόν, στις 06:37, το ποιητικό υποκείμενο έχει ενδυθεί ξανά την ανθρώπινη σάρκα του με τις συνήθειες ιεροτελεστίας «πρώτες γουλιές, αιμάτωση εγκεφάλου-άκρων» για να ψηλαφίσει πάλι την εσωτερική πραγματικότητα με την υπόκρουση της εξωτερικής «απαλό σπρώξιμο της μπαλκονόπορτας / κι αμέσως το ζωντάνεμα του χαρτιού», όλη η εξωστρέφεια δηλαδή του κόσμου μετουσιώνεται σε ποιητική όραση ενδοσκόπησης.

Το εξωτερικό με το εσωτερικό σύμπαν βρίσκονται σε μια σχέση αλληλοτροφοδότησης. Έτσι, μισή ώρα μετά τη σαρκική αφύπνιση, στις 07:12, τα ηνία έχει αναλάβει ολοκληρωτικά ο ποιητής-αφηγητής, προσδιορίζοντας την ουσία της ποίησης:

Γράφω δεν θα πει δημιουργώ
θα πει διαχειρίζομαι, επισημαίνω.
(Νεωτερισμοί και ανατροπές είναι έργα του αναγνώστη.)
Γράφω σημαίνει ξαναγράφω, ομολογώ τι διάβασα.
Χαρτογραφώ ένα μονοπάτι.

Ο ποιητής δηλαδή αποστάζει την ύπαρξή του για να τη μετατρέψει σε νέα γνώση, σε μια προσωπική ερμηνεία και σύλληψη του κόσμου αλλά και του εαυτού, ένας εαυτός που, παρότι η κατάκτησή του φαντάζει επιτακτική για την ψυχική ηρεμία, παρ’ όλα αυτά στην πραγματικότητα είναι ρευστός, ανυπάκουος, υπό αμφισβήτηση αλλά κι υπό κατασκευή, αναλόγως των εξωγενών παραγόντων:

Πηγαίνω στο μπάνιο να ξεπλύνω
την έκφραση του προσώπου και να ξυριστώ
και μπαίνω ανάποδα στο κάτοπτρο:
οτκραπύνα αμόκα ιτάκ ωπέλβ/βλέπω κάτι ακόμα ανύπαρκτο.
Πορτρέτο με λάθη.
Είναι τέχνη αυτό το ψέμα;

Κι ίσως η απάντηση έρχεται παρακάτω, στο ποίημα «Επί τη βάσει άνυδρων νερόλακκων»:

Για παράδειγμα ο Αμαζόνιος είναι μύθος της τζεογκράφικ, του ΒΒC
του τρέχα γύρευε.
Ενώ ως σονέτο:
Το φως του παντζουριού σχεδιάζει στο χαλί
την κάτοψη ενός δάσους
με εξωτικά πουλιά, έντονα έντομα
και θεόρατες ρίζες που βγαίνουν απ’ το νερό –

υπαινισσόμενος ότι το σύμπαν δεν είναι παρά μονάχα η σκέψη του παρατηρητή. Προς επίρρωση αυτού, παρακάτω ο ποιητής θα γράψει:

Για να ζήσει κανείς πρέπει να ταξιδέψει.
Και τα μόνα πραγματικά ταξίδια είναι τα συναισθήματα.
Τ’ άλλα είναι μεταθέσεις κρέατος.

Με αυτούς τους στίχους, που θα μπορούσαν να αποτελούν και γνωμικό, δείχνει ότι τα αισθήματα αποτελούν την ουσία της ύπαρξης. Πρόκειται για ένα συμπέρασμα όχι αυθαίρετο αλλά με επιστημονικό αντίκρισμα, καθώς οι άνθρωποι έχουν την τάση να «καταπίνουν» τα συναισθήματά τους και να οδηγούνται σε επιβλαβείς συμπεριφορές.

Πέραν όμως της εξέχουσας θέσης που έχει η ποιητική συνείδηση στο έργο του Μάινα, πράγμα που δηλώνεται ξανά σαφώς και κάπως θλιβερά με τους στίχους:

Δεν υπάρχει τέχνη
υπάρχουν μόνο καλλιτέχνες.
Τους αναγνωρίζεις απ’ τον τρόπο
που περιφρονούν
τις πλαστικές καρέκλες μπαλκονιού,

σημαντικό ζήτημα αποτελεί κι ο έρωτας, κι η ευαλωτότητα που επιφέρει:

Τα πλευρά σου, Αδάμ –
φύλαγε τα πλευρά σου.

Αλλά και το αδιέξοδο του έρωτα και η συνηθισμένη πια υποκρισία του (στο ποίημα «Αρχή της οικονομίας»):

Έτσι είναι
ναι, μωρό μου, έχεις δίκιο
καταλαβαίνω.

Εν συνόλω, Το ξυράφι του Όκαμ θα μπορούσε να είναι μια φιλοσοφική θεώρηση, ένα στοχαστικό ταξίδι και σίγουρα μια ισχυρή ανάδευση των κοιμισμένων νερών της μοντέρνας ποίησης.

«Μόνο ένα τρομαγμένο ζώο
οδηγεί στην ομορφιά.
Γιατί καμιά ομορφιά
δεν έμεινε αμέτοχη της λύπης».
Κύλιση στην κορυφή