Ζωγραφική: Φραγκίσκος Δουκάκης

Αμαλία Μουστάκη

Παλίρροια βενετσιάνικου λυρισμού

Τι μένει να ειπωθεί για τον Θάνατο στη Βενετία; Τι θα πρόσφερε σήμερα, στην Αθήνα του 2023, μία θεατρική ανάγνωση της νουβέλας του Τόμας Μαν, που μεταφέρθηκε το 1971 αριστουργηματικά από τον Λουκίνο Βισκόντι στον κινηματογράφο; Η σχεδόν μυθική μορφή του Γκούσταβ Φον Άσενμπαχ έγινε το σύμβολο του απόλυτου καλλιτέχνη, που αναζητά την ομορφιά στην πιο καθαρή μορφή της, όταν όμως τη συναντά στη ζωή, καταρρέει κάτω από το βάρος της βιαιότητας των συναισθημάτων που τον πλημμυρίζουν. Αρκεί μια ποιητική, ψυχαναλυτική ή/και φιλοσοφική προσέγγιση για να αποδώσει κανείς την απολυτότητα της Ομορφιάς, του Έρωτα και του Θανάτου;

Ο σκηνοθέτης Γιώργος Παπαγεωργίου διάβασε τον Θάνατο στη Βενετία πριν πέντε χρόνια και τότε πρωτοσκέφθηκε το θεατρικό ανέβασμά του, προσδοκώντας να φτιάξει μια παράσταση που θα συνέδεε τον Θάνατο με το Κάλλος και θα ενέπλεκε όλες τις αισθήσεις, ώστε να φτιάξει ένα ισχυρό περιβάλλον, το οποίο θα μυούσε σταδιακά τον θεατή στο σκοτεινό ταξίδι που κάνει ο κεντρικός ήρωας. Όμως, όπως κάθε αριστούργημα, ο Θάνατος στη Βενετία (θα) αφήνει πάντα στο τέλος κάτι άφατο, κάτι, που όσο νομίζεις πως το προσεγγίζεις, αυτό απομακρύνεται, όπως ακριβώς ο Γκούσταβ φον Aσενμπαχ συνειδητοποιεί το ανέφικτο της εμμονής του για τον Τάτζιο και νομοτελειακά οδηγείται στη μοναδική σωτήρια κορύφωση, που δεν είναι άλλη από τον θάνατο.

Είναι σχεδόν αδιανόητο να προσπαθήσει να μεταφέρει κανείς με μαξιμαλισμό τις σελίδες του Τόμας Μαν στη σκηνή. Εν προκειμένω, ο Παπαγεωργίου ενορχηστρώνει ένα λιτό οπτικό ρέκβιεμ για το τέλος της αφιερωμένης στον κανόνα και την πειθαρχία ζωής του Άσενμπαχ. Αποφεύγει τη φλυαρία, τις περιττές κινήσεις και στήνει σκηνές συνόλου που σε σημεία θυμίζουν περίτεχνα tableu vivant. Επιτυγχάνει να δώσει την αίσθηση παρακμής –δυστυχώς όχι όσο απειλητικής θα έπρεπε– μιας μουχλιασμένης πόλης, που κάτω από τον χλωμό ουρανό της εγκυμονεί τον θάνατο. Τη διασκευή του κειμένου κάνει ο σταθερός συνεργάτης του θεάτρου «Πορεία» Στρατής Πασχάλης, ο οποίος διανθίζει τη νουβέλα του Μαν με στίχους των Μαλαρμέ, Ρίλκε, Ρεμπό. Η ομορφιά, το κάλλος, είναι το προφανές ζητούμενο και της λυρικής μουσικής που συνθέτει ο Άγγελος Τριανταφύλλου. Η αμμουδιά της παραλίας του Λίντο αποδίδεται εμπνευσμένα από τον Πάρι Μέξη, ο οποίος δεν πέφτει στην παγίδα να μεταφέρει τα δαιδαλώδη σοκάκια και τα επιβλητικά κτήρια της λαβυρινθοειδούς Βενετίας, αλλά στήνει μέσα σε τετράγωνο έναν μεγάλο ξύλινο κύκλο, ο οποίος στην πορεία της παράστασης ανασηκώνεται αποκαλύπτοντας την άμμο κάτω από αυτόν. Τέλος, ο έμπειρος Νίκος Χαντζόπουλος ενσαρκώνει ικανοποιητικά, με μία λανθάνουσα, αυτάρεσκη υπεροψία, αν και κάπως πιο εστέτ από ό,τι θα θέλαμε, τον κεραυνοβολημένο από την απόλυτη ομορφιά πρωταγωνιστή. Η εμμονή του λαμβάνει τη μορφή μιας φετιχιστικής, σιωπηρής και εκ του μακρόθεν παρακολούθησης του Τάτζιο, τον οποίο πολύ σωστά ο σκηνοθέτης επιλέγει να μην τον εμφανίσει στη σκηνή παρά μόνο σε βίντεο, όπου εμφανίζεται ο Ραφαήλ Παρασκευόπουλος.

Στο τέλος της παράστασης, καθισμένος σε μία σεζ-λονγκ, κάτω από τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς του Αλέκου Αναστασίου, ο Άσενμπαχ-Χαντζόπουλος θα δει τις απέλπιδες προσπάθειές του για έναν ξανακερδισμένο χρόνο να εξανεμίζονται μέσα στην οθόνη, απέναντι του. Ένα έφηβο αγόρι, με γυρισμένη πλάτη, μπαίνει σιγά σιγά στη θάλασσα. Σταδιακά το περίγραμμα του θα σβήσει. Μαζί του θα πεθάνει μια ολόκληρη εποχή ιδεατού ρομαντισμού. Τελικά είναι δυνατόν, ακόμη και στην Αθήνα του 2023, ο δημιουργός να δείξει πως ναι, ο θάνατος είναι αναπόδραστος, αυτό όμως δε σημαίνει πως δεν υπάρχουν οι τρόποι να πεθάνει κανείς με μοναδική και απαράμιλλη αισθητική ακρίβεια.

«Μόνο ένα τρομαγμένο ζώο
οδηγεί στην ομορφιά.
Γιατί καμιά ομορφιά
δεν έμεινε αμέτοχη της λύπης».
Κύλιση στην κορυφή