Ζωγραφική: Φραγκίσκος Δουκάκης

Γιώργος Συμπάρδης

Ο Βέργος

Έναν παππού σου στο Ναύπλιο τον έλεγαν Βέργο κι απέ σε λένε κι εσένα Βέργο, χωρίς να σημαίνει βέβαια αυτό και κάτι το ιδιαίτερο, γιατί αν τον παππού σου τον έλεγαν Βασίλη, θα σε έλεγαν κι εσένα Βασίλη, ενώ τώρα που το έχεις λουστεί, σε λένε Βέργο κι είσαι από την κορφή ως τα νύχια βαμμένος ανεξίτηλα με αυτό το περίεργο όνομα. Αν πάλι τώρα εσύ (όπως και εγώ άλλωστε) φέρεις ένα άλλο, πολύ πιο κοινό και συνηθισμένο όνομα και τύχει κάποτε κάποιος να σε αποκαλέσει με ένα άλλο ή με το όνομά σου αλλά ελαφρώς παραλλαγμένο, αμέσως εσύ τον διορθώνεις κι αυτομάτως απαιτείς (όπως κι ο Βέργος απαιτούσε οσάκις οι άλλοι κατά λάθος τον αποκαλούσαν Βίργο, ας πούμε) να σε αποκαλούν με το σωστό.

Για τον Βέργο και τους συγγενείς του στο Ναύπλιο, ακόμα και για τα κτήματά τους στην Αργολίδα, ήξερα –κάνα δυο άλλωστε πήγαμε για να τα δούμε επί τόπου κι επιπροσθέτως είχα ακούσει για αυτά, όπως και για τον ίδιο, διάφορες ιστορίες– αλλά από πού και πώς ξεκίνησε η φιλία του με τους γονείς μου, αν και ρώτησα, καλά καλά δεν έμαθα.

Συγγενείς είχε και στην Αθήνα, είχε και μια θεία στα Πατήσια, πρώτη ξαδέλφη του πατέρα του, διαζευγμένη και άκληρη κι έμενε στο σπίτι της. Ο Βέργος στο ισόγειο κι από πάνω του στον όροφο η θεία. Στο πίσω μέρος του σπιτιού κι αθέατος από τη μεριά του δρόμου ο μικρός του κήπος. Εκεί ξεκαλοκαίριαζε, για να μην πω ότι εκεί έξω την έβγαζε ολοχρονίς, όσο ο καιρός το επέτρεπε, φαντάζομαι, και πάντως αυτήν την εικόνα του έχω, σε μια πάνινη πλιάν καρέκλα να κάθεται, κάτω από μιαν αγριελιά γεμάτη ρόζους, ένα δύσμορφο δέντρο, παλιό όσο και το σπίτι.

Πηγαίναμε συχνά στο σπίτι του. Μ’ έπαιρνε από το χέρι πρωί πρωί τις Κυριακές η μάνα μου και διανύαμε περπατώντας μιαν απόσταση που έμοιαζε ατελείωτη. Όταν ερχόταν κι ο πατέρας μαζί μας, παίρναμε λεωφορείο, ένα οποιοδήποτε αφού όλα πηγαίνανε κατά ’κεί που πηγαίναμε κι εμείς κι αφού τρεις ή τέσσερις στάσεις πιο πάνω κατεβαίναμε.

Μέσα στο σπίτι του, στο σαλονάκι και στην ευρύχωρη, συνεχόμενη τραπεζαρία μόνον όσα παλιά έπιπλα περίσσευαν και δεν τα ήθελε στον όροφο η θεία∙ το ίδιο και τα διάφορα μπιμπελό, που σωρεύονταν με τα χρόνια εκεί επάνω κι εκείνη λυπόταν να τα πετάξει ή κάπου να τα δώσει και τα κατέβαζε στο Βέργο. «Παλιατσαρίες» έλεγε εκείνος και για το σπίτι «Γιουσουρούμ». Τυχαίνει όμως, όπως επίσης συμβαίνει και στα περισσότερα παλιατζίδικα, ανάμεσα στα διάφορα άχρηστα να υπάρχουν και κάποια χρήσιμα πράγματα. Ένα τέτοιο αντικείμενο, ένα ωραίο διακοσμητικό γλυπτό από πορσελάνη, βρήκε σε μια γωνία και ξεχώρισε μια μέρα, πάνω σε μια εταζέρα γεμάτη μπιχλιμπίδια, η μάνα μου.

Μία συμπαγή δέσμη από κλειστά μπουμπούκια κι ανοιχτά άνθη λωτού παρίστανε το μικρό γλυπτό, σύμφωνα με τα λεγόμενά της∙ ζωηρά κίτρινα με πορφυρές ραβδώσεις άνθη που στριμωγνόντουσαν αναμεταξύ τους κι έμοιαζε σαν να φυτρώνουν το ένα μέσα από το άλλο κι έτσι κλιμακωτά να ορθώνονται με χάρη. «Αυτό μ’ αρέσει» του είπε κάποια στιγμή, «θα μου το δώσεις;» κι ο Βέργος που εκείνη τη στιγμή δίστασε «Να ρωτήσω πρώτα τη θεια μου, αν το χρειάζεται, για να ’μαστε σίγουροι», της απάντησε.

Την επόμενη Κυριακή ήρθε κι ο πατέρας μαζί μας. Μιλούσαν οι τρεις τους στο σαλονάκι κι έλεγαν διάφορα. Η μητέρα μου είχε πάρει στα χέρια της το πορσελάνινο γλυπτό και το χάιδευε∙ αργά πολύ από τη βάση μέχρι την κορφή, με τα λεπτά της δάχτυλα που διέτρεχαν τα πέταλα των λουλουδιών ένα προς ένα κι έτρεμαν. Μιλούσε κι εκείνη αλλά πιο πολύ κοίταζε∙ τον Βέργο. Εκείνος πάλι κοίταζε αλλού∙ συνέχιζε την κουβέντα με τον πατέρα μου.

Κάποια στιγμή σηκώθηκαν οι δυο τους και πέρασαν στη συνεχόμενη τραπεζαρία. Κατέβασαν ένα βιβλίο από τη ραφιέρα κι έψαχναν εκεί μέσα κάτι να βρουν, επάνω στο τραπέζι όπου το άνοιξαν, μέχρι που αυτό το κάτι το βρήκε ο Βέργος –δικό του το βιβλίο– και το έδειξε στον πατέρα μου. Έσκυψε κι εκείνος να διαβάσει και τότε ακούστηκε από δίπλα μου ένα «κρακ». Γύρισα ξαφνιασμένος και την είδα να κρατάει στα δάκτυλα ένα κομμάτι της πορσελάνης που είχε αποσπαστεί, το πέταλο ενός από τα άνθη. Με είδε που την είδα κι είπε «έσπασε», μια λέξη που έμοιαζε να αναφέρεται στην αντοχή του υλικού από το οποίο ήταν φτιαγμένο το μπιμπελό, τουλάχιστον στην αρχή αυτό πίστεψα γιατί υπήρξε και συνέχεια. Ακούμπησε πράγματι ύστερα το κομματάκι της πορσελάνης στο τραπεζάκι μπροστά της και ξανάπιασε το μπιμπελό. Με το ένα χέρι το κρατούσε και με το άλλο το χάιδευε κι έτσι όπως την παρατηρούσα καλά καλά ήμουν πια σίγουρος για το τι θα επακολουθήσει κι οι φόβοι μου επαληθεύτηκαν: ένα δεύτερο «κρακ» κι ένα ακόμη πέταλο από τη στεφάνη ενός άλλου λουλουδιού που αποσπάστηκε κι εκείνη απόθεσε στο τραπεζάκι.

Από τη θέση μου άκρη άκρη στον καναπέ μπορούσα να βλέπω και τη μάνα μου κι εκείνους. Στην κόχη της η μάνα μου συνέχισε∙ συνέχισαν κι εκείνοι να κάνουν ό,τι έκαναν, να κοιτάζουν μέσα στο βιβλίο.

Μετά τι έγινε ακριβώς δεν είμαι σε θέση να πω –μούδιασα σαν να ήμουν εγώ ο φταίχτης, για ποιο πράγμα δεν ξέρω, και χάθηκα όπως χάνεσαι ναρκωμένος μεταξύ ύπνου και ξύπνιου– αλλά θυμάμαι καταλεπτώς την κουβέντα που έγινε μόλις γυρίσαμε στο σπίτι. Από μόνο του έσπασε το πρώτο πορσελάνινο φυλλαράκι, του είπε. Το χάιδεψε κάτι λίγο η Αλίκη, δεν το πίεσε –πιθανόν ελάχιστα να το πίεσε, όχι πολύ, κι εκείνο να μην αντιστάθηκε στην πίεση. Κι επειδή από τύχη έσπασε το ένα, σαν συνέπεια κατέρρευσαν στη συνέχεια και τα υπόλοιπα φυλλαράκια. Σαν τα μολυβένια στρατιωτάκια που μου είχε δωρίσει πιο παλιά ο Βέργος κι όπως τα πούλια στο ντόμινο που το ένα παρασύρει στην πτώση του το άλλο. Αυτό ισχυρίστηκε ότι συνέβη –το ίδιο είχα υποθέσει στο σαλονάκι του Βέργου κι εγώ στην αρχή. Μάνα μου είναι, ακόμα κι αν φεύγοντας αφήσαμε πίσω μας ένα ξεγυμνωμένο κοτσάνι πορσελάνης, την πίστεψα.

⸙⸙⸙

[Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Γιώργου Συμπάρδη Πλατεία Κλαυθμώνος, το οποίο θα κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.]

«Μόνο ένα τρομαγμένο ζώο
οδηγεί στην ομορφιά.
Γιατί καμιά ομορφιά
δεν έμεινε αμέτοχη της λύπης».
Κύλιση στην κορυφή