Ζωγραφική: Γιάννης Ευθυμίου

Διονύσιος Σκλήρης

Για τους «Νεορθόδοξους» του Μάριου Μπέγζου

Μάριος Μπέγζος, Νεορθόδοξοι. Ο συντηρητισμός της Ορθοδοξίας, Λειμών, Αθήνα 2026.

Το βιβλίο επιχειρεί μία κριτική στη λεγόμενη «θεολογία του 1960», την οποία αποκαλεί με το σημαίνον «Νεορθόδοξοι», που ήταν αρχικώς στη δεκαετία του 1980 κακόσημο, αλλά στη συνέχεια εμπεδώθηκε χρησιμοποιούμενο και από μια μερίδα της ίδιας της θεολογίας του 1960 ως ενδώνυμο, όχι πάντως από τους κορυφαίους εκφραστές της. Η βασική διάγνωση είναι ότι το κίνημα που ξεκίνησε ως μια γνήσια ανανεωτική φωνή με επανερμηνεία της Ορθόδοξης παράδοσης σε διάλογο με τις προκλήσεις της Δύσης, προϊουσών των δεκαετιών ανέπτυξε και συντηρητικά αντανακλαστικά. Στη θεολογία του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα) ασκείται κριτική κυρίως στο πώς ο προσωποκεντρισμός διολισθαίνει σε επισκοποκεντρισμό ολοένα και πιο άκρατο, ο οποίος κινδυνεύει να εκτραπεί σε ένα είδος δεσποτισμού, μέσω μάλιστα κατηγοριών για προτεσταντικό «πρεσβυτεριανισμό» σε όσες εκκλησιολογίες διαφέρουν. Το βιβλίο επίσης κρούει τον κώδωνα του κινδύνου ότι η υπερέξαρση της εσχατολογίας μπορεί να υποβαθμίσει τη σημασία της ιστορικότητας. Οι απόγονοι της θεολογίας του 1960 χρειάζεται να εργαστούν περισσότερο για μια σύνθεση ανάμεσα στο πρόσωπο και τον χρόνο, την ύπαρξη και την ιστορία, τον άνθρωπο και την κοινωνία, αν και ο καθηγητής Μπέγζος εμφανίζεται αρκετά απαισιόδοξος ως προς την κληρονομιά της υπαρξιστικής θεολογίας.

Η ίδια η θεολογία του Μητροπολίτη Περγάμου, παρά τον τονισμό της εσχατολογίας περιέχει μια ιδιάζουσα στην ιστορικότητα θεολογία, καθώς επισκοπεί το συνολικό ιστορικό και ακόμη και κοσμολογικό δράμα της ανθρωπότητας από την πτώση στην ενσάρκωση του Χριστού και από εκεί στα έσχατα. Σε άλλους εκπροσώπους της θεολογίας του 1960, ωστόσο, ο προσωποκεντρισμός οδηγεί σε μία επικέντρωση στην προσωπική υπαρκτική περιπέτεια ενός εκάστου ή και σε αυτήν μιας συγχρονικής κοινότητας, πλην σε βάρος της μελέτης της ιστορικής διαχρονίας. Εξάλλου, ο κλάδος της θεολογίας του 1960, που επηρεάστηκε από τον π. Ιωάννη Ρωμανίδη, χαρακτηρίζεται από μια τάση εντελώς αντίστροφη από αυτήν του Μητροπολίτη Περγάμου, δηλαδή από τον υπερτονισμό του χαρίσματος και της θέωσης σε μία αρκετά ατομική κατανόησή της.

Υπάρχει, λοιπόν, ανάγκη για σύνθεση θεσμού και χαρίσματος, θεολογίας της ευχαριστίας και θεολογίας της ασκήσεως, καθώς και μια μέση χρυσή οδός ανάμεσα στον ανατολικό δεσποτισμό και στον δυτικογενή προτεσταντίζοντα λαϊκισμό. Θίγεται επίσης στο έργο ότι η επιμονή της θεολογίας του 1960 στον αντιδυτικισμό υπονόμευσε τον κοσμοπολιτισμό, τον οποία κατά τα άλλα η ίδια θεολογία διαθέτει λόγω της έμφασής της στον οικουμενικό ελληνισμό και στο ζητούμενο μιας δημιουργικής ελληνικής πρόσληψης των δυτικών κινημάτων που ανταποκρίθηκαν στα αδιέξοδα της Δύσης. Και εδώ χρειάζεται μια χρυσή μέση οδός ανάμεσα αφενός στη θριαμβολογία ενός ορθόδοξου απομονωτισμού και αφετέρου στον μεταπρατισμό μιας μη επεξεργασμένης μετακένωσης δυτικών ιδεών στα καθ’ ημάς. Παρομοίως αναζητείται ένας μέσος δρόμος ανάμεσα στον οικουμενισμό και τον εθνοφυλετισμό, ιδίως στην εκκλησιολογία, καθώς και ανάμεσα στον συγκρητισμό και τον σεκταρισμό. Στα σύγχρονα αιτήματα μιας σημερινής επίκαιρης σκέψης είναι μια θεολογία της τεχνολογίας που θα επισκοπεί τη θέση των τεχνολογικών εφευρέσεων στην ιστορία της σωτηρίας του ανθρώπου, καθώς και μια πολιτική θεολογία, η οποία να αποτελεί την άλλη όψη της προφητείας, τη διάνοιξη του μέλλοντος των ανθρώπων, την αντίσταση στον αυταρχισμό, ο οποίος εμφανίζεται ενίοτε σήμερα και με αναρχικό προσωπείο.

Το έργο επιλέγει να τοποθετεί τη θεολογική κληρονομιά της γενιάς του 1960 στον συντηρητισμό, χωρίς να εξετάζει σε μάκρος τις συνθέσεις με τη Δύση που πραγματοποίησε η εν λόγω γενιά, συνεχίζοντας εν πολλοίς στη θεολογία τη λογοτεχνική γενιά του 1930 –συνθέσεις τις οποίες πάντως αναγνωρίζει σε ορισμένες αποστροφές του λόγου ή σε εισαγωγές. Η επιλογή του σημαίνοντος «συντηρητισμός» στον τίτλο μάλλον σχετίζεται περισσότερο με τη σημερινή επάνοδο του συντηρητισμού στην πολιτική σκηνή σε Ελλάδα και Δύση και λιγότερο με τους ίδιους τους εκπροσώπους της γενιάς του 1960. Το έργο καταδεικνύει πάντως μια σειρά από συνθέσεις που είναι σήμερα επίκαιρες για να πραγματωθούν από τις νεώτερες θεολογικές γενιές.

Κύλιση στην κορυφή