Οι κοινωνικές επιστήμες είναι παιδιά της εκκοσμίκευσης. Οι προπάτορες της κοινωνιολογίας, για παράδειγμα, ανέδειξαν την αυτοτέλεια του «κοινωνικού πεδίου» από την πίστη και κάθε λογής δοξασίες ή έστω πρόσδεσαν τις αιτίες της κοινωνικής κίνησης σε άλλα πεδία της επίγειας ζωής πέραν του ένθεου. Από τον Αύγουστο Κοντ του πρώτου μισού του 19ου μέχρι τους μεγάλους δασκάλους του περάσματος από την αγροτική στην αστική ζωή, τους μελετητές των μεταβάσεων από τις μεταπτώσεις της δουλοπαροικίας στον μισθό και στον βιομηχανικό καπιταλισμό, μπορεί κανείς να πει ότι ένα από τα μείζονα κοινωνιολογικά αιτήματα, υπήρξε η απάντηση στο ερώτημα: «πως στέκεται μια κοινωνία χωρίς θεούς;».
Η μελέτη του πώς περάσαμε από την παραδοσιακή κοινωνία στον σύγχρονο κόσμο και η κατανόηση των τρόπων που έκτοτε εκδηλώνονται δυσφορίες, αγωνίες και κοινωνικές εντάσεις, φανέρωναν τον άδειο ουρανό της ζωής μας και του κόσμου μας. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως η άθεη επιστήμη της κοινωνιολογίας είχε θεωρήσει ποτέ άθεη την κοινωνία που μελετούσε –τουναντίον, η μελέτη της εκκοσμικευμένης κατάστασης ήταν και μελέτη του θρησκευτικού συναισθήματος, της φθοράς και της ανθεκτικότητάς του. Όμως είχε καθαρίσει τα εργαλεία της από κάθε τι υπερβατολογικό. Τα απο-ιεροποιημένα όργανα μέτρησης και ερμηνείας θεωρήθηκαν κατάλληλα να μας μιλήσουν και για το ιερό. Αυτός ήταν ο κανόνας των κοινωνικών επιστημών από τον 19ο μέχρι ίσως και σήμερα. Παλιότερα ίσχυε μάλλον το αντίστροφο. Η ιερή αναφορά εξηγούσε –και κανοναρχούσε– τον πραγματικό κόσμο.
Αυτή η βαθιά θεμελίωση, η αξιωματική σχεδόν προϋπόθεση, φέρνει, όπως είναι αναμενόμενο, σε αμηχανία όποιον κοινωνικό επιστήμονα δεχτεί να απαντήσει σε ερωτήματα που μεταφέρουν χριστιανικές προσλαμβάνουσες μέσα στο αναλυτικό του πεδίο. Πώς μιλάς για τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, ή για ένα εξ αυτών, χωρίς να είσαι θεολόγος, κοινωνιολόγος της θρησκείας ή έστω κάποιος επιστήμονας που διερευνά θρησκευτικές επιβιώσεις μέσα σε έναν κόσμο χωρίς ιερότητα;
Σε κάθε περίπτωση, αν και η παράθεση αμφιβολιών έχει μόνον μικρή επιστημολογική αξία, είναι μάλλον εύκολο να γίνει αποδεκτό ότι το έδαφος είναι ολισθηρό. Υπάρχει όμως μια οπή από την οποία η εκκοσμικευμένη κοινωνιολογική ματιά μπορεί να κοιτάξει τον κόσμο των αμαρτημάτων. Ιδιαίτερα εκείνη που καταπιάνεται με τη συγχρονία, την καθημερινή ζωή στον ύστερο καπιταλισμό, με τη λατρεία του ειδώλου και το ατέρμονο παίγνιο αυτοπραγμάτωσης και ματαίωσης που ρυθμίζεται στα μοτίβα της κατανάλωσης. Και αυτό διότι τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα θεματοποιούν και κανονικοποιούν, κάποτε μα και τώρα ίσως, βασικές επιθυμητικές πηγές. Δέσμες του Εγώ που εκκινούν συνήθως από τη βιολογική ανάγκη, μα αμέσως συνδέονται με τον επιθυμητικό μας κώδικα. Αναζητήσεις αυτοματικές που έγιναν πολιτισμικές απαιτήσεις και επιθυμίες, ή ματαιώσεις του κώδικα που οδηγούν σε δύστυχα πάθη.
Η αλαζονεία είναι σήμερα δημοκρατικά μοιρασμένη μέσα από τους νάρκισσους εαυτούς αλλά και την ιδεολογία του δικαιώματος στην αυτοπραγμάτωση, αυτήν την ύστατη φθορά την έννοιας του ατόμου και της επιδίωξης για την υλοποίηση ενός αυτόνομου σχεδίου ζωής. Η οργή αναδεικνύεται στη νέα μεσοαστική εγκληματικότητα και τον διαρκή σκανδαλισμό μας απέναντι σε πραγματικές και φανταστικές καταχρήσεις της πολιτικής εξουσίας. Ο φθόνος θεωρείται, στην κοινωνιολογία των συγκινήσεων, ένα από τα πιο κρίσιμα μεγέθη για την κατανόηση των παθολογιών της σύγχρονης δημοκρατίας και των λαϊκιστικών παραφθορών της. Η οκνηρία έχει τύχει πολλαπλών εξωραϊσμών που ακολούθησαν την καθοδική πορεία της αξίας της εργασίας και τη χουχουλιάρικη κουλτούρα του ελεύθερου χρόνου και της κατανάλωσης. Η σεξουαλοποίηση της επιθυμίας και ο εποικισμός του πολιτισμού της εικόνας από την πορνογραφική κουλτούρα μεταφράζουν την λαγνεία σε αποχαρακτηρισμένες θετικότητες. Η απληστία, από τη μεριά της, έχει καθιερωθεί ως μετωνυμία των υπερκερδών του προσοδοθηρικού και αποεδαφοποιημένου καπιταλισμού.
Από τον χοντροειδή αυτόν χάρτη της επικαιρότητας των χριστιανικών αμαρτημάτων απουσιάζει η λαιμαργία.
Με έναν περίεργο τρόπο, όπως θα το δούμε και παρακάτω, το λαίμαργο πάθος και το δαιμόνιό του, μοιάζουν να είναι τα μόνα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα που θεματοποίησε ο Θωμάς ο Ακινάτης ως σύνοψη των μεγάλων πειρασμών, που ο σύγχρονος κόσμος δεν επικύρωσε, δεν εξωράισε και δεν «προκάλεσε». Σαν να κατάφερε να κρατηθεί μακριά από τον πειρασμό. Είναι όμως έτσι; Και αν ναι, σε ποιόν βαθμό και με ποιους όρους;
Πέραν λοιπόν από τη μακρά και περίπλοκη θρησκειολογική ιστορία των θανάσιμων αμαρτημάτων, με αφετηρία την παραδοξότητα η επιστήμη της κοινωνιολογίας, ούσα στρατευμένη στην εκκοσμίκευση, να μιλάει, έστω δοκιμιακά, για τη σφαίρα του ιερού, για το Καλό και το Κακό, για την ηθική φθορά που προκαλεί ο δαίμονας Βεζεβούλ –αυτός είναι που συνδέεται κατά κανόνα με τη λαιμαργία–, μπορούμε να σκεφτούμε ότι οι κοινοί τόποι και οι κυρίαρχες πρακτικές του καιρού μας εξουδετερώνουν τη λαιμαργία. Το κάνουν κατ’ αρχήν μέσα από μια πολύπλοκη σημασιολογική και μεταφραστική σύγχυση.
Σε αντίθεση με άλλα θανάσιμα αμαρτήματα όπως η αλαζονεία και η απληστία, η λαιμαργία έχει αποδυναμωθεί σημασιολογικά σε διάφορες γλώσσες μέσα από ένα είδος πολυσημίας και μεταφραστικής ρευστότητας. Μέσα από μεταφράσεις, αποδόσεις και συνωνυμίες θα δούμε στα ελληνικά, στα αγγλικά και στα γαλλικά να αποδίδονται ποικίλες και ετερώνυμες σχέσεις του ανθρώπου με το φαγητό.
Δεν έχουμε την αρμοδιότητα για μια συνεπή γλωσσική προσέγγιση, αλλά είναι σχεδόν βέβαιο ότι ανάλογα με τις χρήσεις και τις γλώσσες, αυτό που κωδικοποιείται γραπτώς ως λαιμαργία λαμβάνει διαφορετικές σημασίες. Άλλοτε ως επίκριση η λαιμαργία θα ψέγει τη ροπή προς τη βρώση, τις μεγάλες ποσότητες, την έλλειψη εγκράτειας. Κοινώς όσα θα μπορούσε να είναι συνώνυμα της βουλιμίας. Σε άλλα συμφραζόμενα και γλώσσες, ο λαίμαργος θεματοποιείται και συλλαμβάνεται γλωσσικά με πιο εστιασμένο τρόπο. Τότε, η λαιμαργία γλιστράει προς την καλοφαγία, είναι ένας εκλεπτυσμένος ηδονισμός των γεύσεων. Έτσι, η γκουρμαντίζ γίνεται γαστριμαργία και όχι λαιμαργία.
Η γαλλική γλώσσα και οι κοινωνικές χρήσεις της οικειοποιήθηκαν την αμαρτία και τη μετέτρεψαν προοδευτικά σε αστική αρετή, αφήνοντας την ιατρική να παλεύει με τα δαιμόνια. Ο gourmand είναι εκείνος που γνωρίζει και αρέσκεται στο ευ ζην. Ο αμαρτωλός έχει τη βουλιμία για ταυτότητα.
Gourmandise, cupidité, greed, glutonny και λαιμαργία είναι πλέον τα εκκοσμικευμένα έκδοχα μιας χριστιανικής ηθικολογίας γύρω από τη στοματική και τροφική απόλαυση που σήμερα διασπείρεται στην πολυσημία. Οι Γάλλοι, συνδεδεμένοι ίσως περισσότερο από άλλους με τη γαστριμαργία και τον πολιτισμό της τραπέζης, όχι μόνον θόλωσαν την αμαρτία της gourmandise, τη διαχώρισαν κιόλας από τη gloutonnerie μα δεν δίστασαν να μειώσουν και το βάρος της ηθικής απαξίας επινοώντας το, όλο δικό τους, péché mignon, με την παραδοχή του οποίου ο καθένας απαλλάσσει αυτομάτως τον εαυτό του από το βάρος κάποιας τιμωρίας. Μια γλυκιά, μικρή, μινιόν αμαρτία, ελαφρύτερη ακόμα και από την τρέχουσα αγγλική της μετάφραση το guilty pleasure.
Η γλώσσα λοιπόν, ή καλύτερα οι γλώσσες, εκκοσμικεύουν στο έπακρον το φορτίο κακότητας της σχέσης μας με το φαγητό. Είμαστε είτε βουλιμικοί και εντασσόμαστε σε νοσολογικά –και θεραπεύσιμα– αναλυτικά πρωτόκολλα, είτε ηδονιστές γαστρονόμοι. Λαίμαργα πλέον είναι μόνο κάποια άτακτα παιδιά που τρώνε πολύ γρήγορα το φαγητό τους.
Πέραν όμως από τις γλωσσικές αυτές ρευστότητες και τις εξομαλύνσεις της ενοχής στις οποίες οδηγούν, οι κοινωνίες της ύστερης νεωτερικότητας έχουν πετύχει ένα ηθικο-διατροφικό παράδοξο που, όπως αναφέραμε και παραπάνω, διαχωρίζει τη λαιμαργία και τις ηθικές της ποιότητες από τα λοιπά αμαρτήματα.
Μετά τα καθεστώτα πείνας και διατροφικής ανασφάλειας που κράτησαν μέχρι και το τέλος του Β΄ ΠΠ, ο αναπτυγμένος καπιταλισμός, οι ευημερούσες επικράτειες της μεσοαστικής κοινωνικής καταξίωσης, της ευημερίας και της καταναλωτικής αισιοδοξίας έζησαν με πάθος τη διατροφική τους επάρκεια. Σχεδόν λαίμαργα, θα λέγαμε, απήλαυσαν τα αγαθά την πλήρους, φθηνής και βιομηχανικής διατροφής. Τα ανώτερα μεσοστρώματα όμως, στο τέλος του 20ού αιώνα, εκείνα που κατάφεραν να ενσωματωθούν στις ανώτερες τάξεις όταν οι παλιοί συντοπίτες τους στους τόπους του μικροαστισμού βρέθηκαν σε ελεγχόμενη ή και ελεύθερη πτώση, είδαν τους παλιούς τους εαυτούς ως γκροτέσκους και αδηφάγους γίγαντες, ως Γαργαντούες δίχως φρένο στην όρεξή τους. Χωρίς να γνωρίζουν τη βαθιά κριτικότητα του Ραμπελέ για κάθε λογής εξουσία και καθιερωμένη σύμβαση, αποκήρυξαν τον Λούκουλλο και οργάνωσαν για τον εαυτό τους –μα εν τέλει όπως κάνει και κάθε ηγέτιδα τάξη και ως νόρμα–, μια νέα ορθορεξία. Νέοι διατροφικοί κανόνες, υγιεινιστικές προτεραιότητες, μια έντονη οικολογική σύνδεση της διατροφής με την κοινωνική ευθύνη, κατασκευές ενός ενάρετου σώματος είναι ορισμένα από αυτά που αντικατέστησαν τη λαίμαργη ικανοποίηση της διατροφής επάρκειας, των λιπαρών, της μεγάλης κρεατοφαγίας και την επικράτηση των παιδικών –γλυκών, αλμυρών– γεύσεων σε όλη την ενήλικη ζωή.
Ο νέος κανόνας θα διαιρεθεί σε δυο μεγάλες –αν και όχι πάντα διακριτές– πρακτικές. Εκείνη που εμπεριέχει διάφορες μορφές και σχολές ορθής διατροφής. Από τον βιγκανισμό μέχρι τον αποκλεισμό ζάχαρης και γλουτένης από την παιδική διατροφή, στις δίαιτες χαμηλών λιπαρών και την ουσιαστική κατάργηση του ψωμιού από το σύγχρονο διαιτολόγιο, θα παραχθεί μια σειρά από κώδικες καλής διατροφής που αντιστοιχούν και σε ισάριθμες ιδεολογίες του ευ ζην και της ηθικής στάση απέναντι στη φύση.
Δίπλα σε αυτή την πρακτική, και ενίοτε σε ενδιαφέρουσες συναντήσεις, πάντα με μέτρο και ενάντια σε κάθε ψυχαναγκαστική βρώση, χαράσσεται ένας νέος πολιτισμικός και ταξικός κανόνας. Με άλλα λόγια παράγεται ο πολιτισμός των foodies, εκείνων που «πραγματικά γνωρίζουν» τις γεύσεις. Είτε στην upper πολιτισμική επιτέλεση του fine dining είτε στην cool αισθητική του street food, πάντα μέσα από τον θαυμασμό σε κάτι δημιουργικό, ο νέος διατροφικός κανόνας καταφέρνει να κρατηθεί μακριά από τη βουλιμία και την υποψία ότι τρώμε από ανάγκη –βιολογική ή ψυχική, είναι και οι δυο εξίσου απεχθείς και απορριπτέες. Εδώ, τρώμε λίγο και καλλιτεχνικά, συνεχίζουμε να ασκούμε κριτική στο προγονικό –έκλυτο– διαιτολόγιο και οργανώνουμε τη σχέση μας με το φαγητό υπό τον μανδύα της προσωπικής έκφρασης, παρότι και αυτή η εξατομικευτική διαδικασία μιλιέται σε μια γλώσσα πολύ διαδομένη και με αρκετά αυστηρό συντακτικό.
Έτσι η λαιμαργία, ενίοτε και η γαστριμαργία, μετέπεσαν από θανάσιμο αμάρτημα σε κοινωνικό ταμπού. Και έτσι μετά από τους καταναγκασμούς των εποχών της στέρησης και την υπερκατανάλωση τροφής της μεταπολεμικής ευημερίας, ο δυτικός πολιτισμός μοιάζει να εξοβέλισε από τον κυρίαρχο κανόνα του τον πειρασμό, το αμάρτημα και την ενοχή που φέρει η λαίμαργη συμπεριφορά. Αυτό ισχύει για τα ευνοημένα κοινωνικά στρώματα τουλάχιστον, μια και οι πιο φτωχές τάξεις εξακολουθούν να δυσκολεύονται να ενταχθούν στον κανόνα αυτόν, τόσο λόγω οικονομικής δυσπραγίας όσο και λόγω πολιτισμικών φραγμών, και παραμένουν σε πολλές δυτικές χώρες παχύσαρκες και κακοσιτιζόμενες.
Ας το πούμε με σαφήνεια μια και εκεί οδηγεί ο έως τώρα συλλογισμός: η λαιμαργία είναι η μοναδική από τις θεματοποιημένες αμαρτίες που δεν μπορεί σήμερα να εξωραϊστεί ή να ανθήσει στη σύγχρονη δημοκρατική συνθήκη. Όλα τα άλλα, ο δημοκρατικός άνθρωπος, είτε στην αυταρέσκειά του είτε στην ψυχική του χάωση, τα βιώνει. Ως απεμπλουτισμένες χαριτωμενιές ή ως κοινωνικές παθολογίες. Τη λαιμαργία όχι.
Όμως εδώ προκύπτει ένα ακόμη παράδοξο, μια ιδιότυπη μετάβαση, κάτι σαν αλλαγή νομίσματος σε κάποιο παλιό σύνορο. Σαν να ανταλλάσσεται η γαστρική και η στοματική εγκράτεια με την εκδήλωση των έξι λοιπών παθών. Διότι οι ίδιοι κοινωνικοί κόσμοι που ομνύουν στην ενάρετη διατροφή, που αποτάσσουν τη λαιμαργία και τους βουλιμικούς, δέχονται τον εποικισμό της ύπαρξης από την ολοένα και πιο έντονη ζωή. Την πιο βαθιά ατομικότητα, το δικαίωμα σε όλα τα πάθη, θετικά και αρνητικά και εν γένει όλα όσα η χριστιανική επιταγή κωδικοποιούσε ως λόγους μεταθανάτιας προγραφής. Το παράδειγμα της Ελλάδας ως τόπου διακοπών το δείχνει καθαρά. Η ασυμμετρία με ξεκάθαρο τρόπο παρουσιάζεται στα νησιά του Αιγαίου και στην υπόλοιπη χώρα. Εγκράτεια διατροφική που εξασφαλίζουν βίγκαν καταστήματα ή πιάτα, λελογισμένη και υγεινή γκουρμαντίζ στα σεβίτσε και το φαγόπυρο που σερβίρεται στα σοκάκια του πάλαι ποτέ κοκκινιστού και του μουσακά, σε μια συνθήκη υπερμοντέρνου πληθωρισμού. Πληθωρισμού επισκεπτών, χρήσεων των μέσων μεταφοράς , αξιοποίησης του οικιστικού αποθέματος, εξάντλησης των υποδοχών και της ακτής, ανάπτυξης άπειρων διασκεδαστικών δραστηριοτήτων κ.ά. Η ταξιδιωτική βουλιμία της παγκοσμιοποιημένης εκείνης μεσαίας τάξης των πόλεων που αποζητά ολοένα και πιο χαρακτηριστικές εμπειρίες μοιάζει με κάτι σαν αντίδωρο για την εγκατάλειψη από μέρους της των φαγητών της αφθονίας. Μια κοινωνική λαιμαργία, σαν το binge watching ενός ατέλειωτου σαββατοκύριακου, πιο εκλεπτυσμένη και ηθικά καθαρισμένη από λίπη, κρέατα και τις χημικές επεξεργασίες της βιομηχανίας τροφίμων, έρχεται να αντικαταστήσει την πρωτεϊκή σχέση με το «φαΐ» και τη μεταπολεμική κουλτούρα της grande bouffe.
Πολλά είναι βεβαίως τα θέματα που ανοίγουν ως συνέπειες αυτού του συλλογισμού και πολλές οι πραγματικές εκκρεμότητες που στέκονται πλάι σε αυτό το ηθικο-διατροφικό παράδοξο του σύγχρονου κόσμου. Για παράδειγμα, η διατροφική επάρκεια του πλανήτη εξασφαλίζεται σήμερα χάρη στην υπερμαζική βιομηχανική κτηνοτροφία που πόρρω απέχει από την τάξη της περιβαλλοντικής ηθικής και της εγκράτειας εκείνης που έχουν υιοθετήσει οι ελίτ για τις διατροφικές τους συνήθεις. Το ίδιο ισχύει και με τη γεωργική παραγωγή.
Οι πολυτελείς παγκόσμιες ελίτ τείνουν πάντως να επιβάλλουν τον πολιτισμικό, διατροφικό και μαγειρικό τους κανόνα και να τον μετατρέπουν σε κυρίαρχο υπόδειγμα. Η αίσθηση της ηθικής υπεροχής που τους δίνει η αποκήρυξη της παλαιάς διατροφής και η κοινωνική διάκριση που προσφέρει η προσχώρηση σε νέους και εκλεπτυσμένους γαστρονομικούς κανόνες είναι όμως μεγέθη ασταθή. Ο καπιταλισμός της πολιτισμικής επαύξησης μπορεί πράγματι να πείθει κάποιους ότι θα πολλαπλασιάσουν το πολιτιστικό τους κεφάλαιο επειδή θα ψήσουν μόνοι τους παλαιωμένες κοπές στο προσωπικό τους μπάρμπεκιου ή επειδή τη θέση του παλιού cheese των goodies έχει πάρει ένα energy bowl που ετοιμάζει κάποιος καλλιτέχνης-μάγειρας με πολλά τατού ή επειδή το συνιστά μια παρέα δύστροπων foodies. Όμως τα δημοκρατικά χάσματα που γεννιόνται μέσα σε αυτές τις πρακτικές δεν θα μπορούν να κρύβονται για πολύ μέσα στην αχλή του στυλ και της πολιτισμικής ορθότητας.
Πέρα από τη στοιχειώδη διατροφική ευημερία του πλανήτη που δεν μπορεί να εξασφαλιστεί αν επικρατήσουν τα πρωτόκολλα της ήπιας και εκλεπτυσμένης διατροφής (ακόμα και σε περίπτωση καθολικής «απόσχισης» του ανθρώπου από την κρεατοφαγία), υπάρχουν σημαντικές εκκρεμότητες για τον ίδιο τον μικρόκοσμο των πάλαι ποτέ δυτικών χωρών και για τα ζητήματα δημοκρατίας που οργανώνονται γύρω από τη διατροφή και τη μαγειρική. Ας σημειώσουμε τις πλέον ανησυχητικές.
Πρώτον, πώς θα εξασφαλιστεί η πρόσβαση των σήμερα αποκλεισμένων στη νέα μαγειρική κουλτούρα; Με ποιόν τρόπο δηλαδή αυτό που υπογείως τα χρόνια της κρίσης ορθώθηκε ως ένα νέο ταξικό-πολιτισμικό παραπέτασμα ανάμεσα στα τμήματα εκείνα των μεσαίων στρωμάτων που ενσωματώθηκαν στον κοσμοπολιτικό καταναλωτισμό και εκείνους που έμειναν στην καχεξία της εθνικής ζωής, αν δεν καταργηθεί, τουλάχιστον θα γίνει διαπερατό.
Και, δεύτερον, ποια τροπή θα πάρει αυτή η νέα μαγειρική κουλτούρα στο εγγύς μέλλον; Αν θα επικρατήσει η λεπτή, κοσμοπολίτική γκουρμαντίζ, αν θα εκδημοκρατιστεί το προνόμιο στη μαγειρική καλλιτεχνική σχέση ή αν θα επικρατήσει μια άκαμπτη ορθορεκτική –και πουριτανική σε πολλές περιπτώσεις– λειτουργία.
Η γενικότερη προσπάθεια επιβολής μιας νέας ανθρωπολογίας των στερήσεων, η επιθετικότητα των νέων ουτοπιών της cancel culture και ο νεοσυντηρητισμός των ταυτοτήτων, μαζί με την επικράτηση του κοινοτισμού δεν προδιαθέτει για μια δημοκρατική έκβαση των αγώνων αυτών. Πιθανότερη είναι εκτός από την ταξική επικράτηση εκείνου που νίκησε τη λαιμαργία να δούμε μια συνθήκη παράλληλων διατροφικών κόσμων με βάση τη θρησκεία, τη φυλή και εν γένει όποια συμπαγή συλλογική ταυτότητα θα αποκηρύσσει –με τους δικούς της όρους–, το δημοκρατικό «πλούσιο γεύμα» της παλιάς εποχής.
⸙⸙⸙
[Ο Παναγής Παναγιωτόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής κοινωνιολογίας στο ΕΚΠΑ. Το τελευταίο του βιβλίο Περιπέτειες της μεσαίας τάξης, (Επίκεντρο, Αθήνα 2021) απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου-Κριτικής 2022. Η ερευνά του εστιάζεται τώρα στην ιστορική κοινωνιολογία της ελληνικής μαγειρικής, θέμα που θα πραγματεύεται η επόμενη μονογραφία του.]

