Τα λάστιχα στριγγλίζουν απότομα κι εκείνος ανοίγει την πόρτα βιαστικά· την κοπανάει πίσω του με δύναμη, τα αλάρμ αναβοσβήνουν. Εξαφανίζεται στη γωνία.
GLC-SUV, πετάγεται απ’ τον πάγκο ο μικρός και δείχνει με το δάχτυλο. Μερσεντές, προσθέτει πιο ήσυχα και ξανακάθεται, χαμηλώνοντας το κεφάλι.
Περιμένουμε ήδη μισή ώρα στη στάση, τα δρομολόγια έχουν αραιώσει τώρα τον Αύγουστο και στην πινακίδα με τις ειδοποιήσεις, χαλασμένη εδώ και μέρες, περνούν ακατάληπτα ψηφιακά σύμβολα. Η Ελένη έχει γείρει το κεφάλι και τα μάτια της είναι μισόκλειστα, η Κατερίνα είναι απορροφημένη με τα βίντεο στο κινητό. Ανυπομονούσαν εδώ και μέρες για τη βόλτα στα Jumbo, διαπραγματεύονταν με εκβιασμούς, παρακάλια ή απειλές για να συμπληρώσουν τη λίστα τους, κάθε φορά η ίδια ιστορία, ενώ τους είχαμε υποσχεθεί μονάχα μια φουσκωτή πισίνα, για μπροστά στην είσοδο. Η Ελένη τούς φώναζε, δεν έχουμε τόσα, θα πάει ο μπαμπάς μόνος του άμα συνεχίσετε, εκείνα με τα πολλά ησύχασαν, ποντάροντας ίσως στη γενναιοδωρία της τελευταίας στιγμής, σ’ ένα άχρηστο παιχνιδάκι δίπλα στην έξοδο.
Γυαλιστερό γκρι. Μεταλλικό. Πρέπει να είναι το τελευταίο μοντέλο, το φετινό. Diesel, όπως το κόβω. Είναι φορτωμένο μέχρι πάνω, στα πίσω καθίσματα διακρίνω σωσίβια, πουκάμισα κρεμασμένα στα παράθυρα. Έχει αφήσει το αμάξι το μισό πάνω στο πεζοδρόμιο, απέναντι από το περίπτερο, αν θέλει κανείς να περάσει με καρότσι σίγουρα δεν θα χωράει, θα βγει στον δρόμο. Τέτοια ώρα όμως δεν κυκλοφορεί ψυχή, η πόλη έχει αδειάσει, προχτές ξεχάσαμε να πάρουμε γάλα για τα παιδιά και η Ελένη έτρεχε νυχτιάτικα στο μίνι μάρκετ –δυόμισι ευρώ, το πιστεύεις; μονολογούσε ύστερα. Έχω αρχίσει να κουράζομαι όρθιος. Ο μικρός δίψασε, νερό, μπαμπά, φωνάζει, όχι, χυμό, διορθώνει, έναν χυμό, μπαμπά, απ’ το περίπτερο. Με κοιτάζει μ’ ένα βλέμμα ικεσίας, τούφες μαλλιών κολλούν απ’ τον ιδρώτα στο μέτωπό του, κάτω απ’ το καπέλο του.
Καθώς ανοίγω το ψυγείο με τα αναψυκτικά, τον ξαναβλέπω. Είναι μέσα στον Γερμανό, κοιτάζει τάμπλετς και συζητά με τον πωλητή, μισό λεπτό κάνει σήμα με το δάχτυλο κι απομακρύνεται προς την πόρτα για ν’ απαντήσει στο τηλέφωνο. Ο πωλητής τον περιμένει υπομονετικά, τακτοποιεί τα εμπορεύματα, ρίχνει μια κλεφτή ματιά στο ρολόι του. Εκείνος επιστρέφει ανήσυχος και ζητά συγγνώμη, πληρώνει και κατευθύνεται προς την έξοδο του καταστήματος τρέχοντας.
Ξάφνου, ακούω από μακριά ένα «μπαμπά», γυρίζω το κεφάλι και βλέπω τα παιδιά να μου γνέφουν έξαλλα, η Ελένη, με τα χέρια στη μέση, όρθια, με κοιτάζει με αποδοκιμασία. Το λεωφορείο μόλις έστριψε απ’ τη γωνία. Μετράω τα ψιλά στην τσέπη μου, δεν φτάνουν, ανοίγω το πορτοφόλι μου και με τυλίγουν οι καπνοί απ’ την εξάτμιση του λεωφορείου. Παίζω με τα δευτερόλεπτα.
Μέχρι να ξεδιαλέξω ένα πεντάευρο, 4 πακέτα hits bronze, ακούω μια φωνή μπροστά μου, στο ταμείο. Δέχεστε κάρτα;
Σηκώνω το βλέμμα. Είναι εκείνος.
Το λεωφορείο απομακρύνεται, η Μερσεντές το προσπερνάει με μια γρήγορη μανούβρα. Η Ελένη έχει ξανακαθίσει στον πάγκο με σταυρωμένα τα χέρια στο στέρνο της, η Κατερίνα τρίβει τα μάτια της, έχει νυστάξει.
Καθώς δίνω τον χυμό στον μικρό, το GLC 200 ήταν τελικά, του λέω.
Το φθηνότερο.
/φθόνος

