Ζωγραφική: Λήδα Κοντογιαννοπούλου

Χαράλαμπος Βέντης

Περί λαγνείας ολίγες σκέψεις, ατάκτως ερριμμένες

Η λαγνεία είθισται να καταλαμβάνει πρώτη θέση στον κατάλογο με τα αμαρτήματα της ιουδαιοχριστιανικής πνευματικότητας, συμπαρασύροντας συχνά την ανθρώπινη φυσιολογία και σωματικότητα στην καταδίκη, ενώ στην πραγματικότητα η ίδια παρασιτεί στη συνείδηση. Η αχαλίνωτη σεξουαλικότητα, όπως και ο εθισμός στην πορνογραφία, ενδέχεται να αποθηριώσουν τον άνθρωπο και να καταστρέψουν ζωές πέραν εκείνης του ίδιου του ηδονολάτρη. Η λαγνεία συγγενεύει με άλλες μορφές εθισμού (σε ουσίες, π.χ., ή στον τζόγο) και τελεί σε σχέση συνάφειας με ποικίλες άλλες υπαρκτικές αστοχίες, όπως η φιλαυτία και η φιλαργυρία. Αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι, όμως, η λαγνεία υπερτονίστηκε αμετροεπώς και ετεροβαρώς σε σχέση με οτιδήποτε άλλο στιγματίζεται ως προβληματικό από τη χριστιανική πνευματικότητα. Θεωρήθηκε πηγή όλων των κακών και εξαιτίας της δαιμονοποιήθηκαν η σωματικότητα, ο έρωτας και η σεξουαλικότητα εν γένει, με την τελευταία να έχει καταστεί από πολύ νωρίς ανεκτή δια της βίας, τουτέστιν μόνο σε ένα αυστηρά περιχαρακωμένο πλαίσιο (εκείνο της γαμήλιας συνάφειας) και εκεί ακόμη πλειοψηφικά για ωφελιμιστικούς σκοπούς, με απώτερη στόχευση δηλαδή την τεκνοποιία.

Σε πείσμα της ανέξοδης κορώνας που τοσο αυτάρεσκα επαναλαμβάνεται από εγχώριους θρησκευτικούς κύκλους, ότι η Ορθοδοξία, σε αντίθεση δήθεν με τον «δυτικό» Χριστιανισμό (ποιον απ’ όλους άραγε;) δεν είναι πουριτανική και δικανική, η αλήθεια είναι ότι η καταδίκη της λαγνείας κατέστη από πολύ νωρίς και παρ’ ημίν ευεπίφορη στη χοντροκοπιά και την απαράδεκτη γενίκευση. Η αποδοκιμασία της πολύ σπάνια συνοδεύτηκε ρητά από μια προσεκτική και ώριμη διαφοροποίηση ανάμεσα στην ωμή ηδονοθηρία αφενός και την υπεύθυνη απόλαυση του έρωτα στην αμοιβαιότητά του αφετέρου∙ όπως και δεν καλλιεργήθηκε ποτέ, ως αντίπαλον δέος της λαγνείας, ένας προσήκων αυτοσεβασμός στην προσέγγιση της ερωτικής πράξης, το αίσθημα ωριμότητας που αναδεικνύει και καταξιώνει το ανθρώπινο πρόσωπο και την απαράγραπτη ιερότητα του ποθούμενου άλλου στο μοίρασμα της ηδονής. Στο πνεύμα, μάλιστα, της νομικής κωδικοποίησης κάθε λεπτομέρειας του λεγόμενου «χριστιανικού βίου» που κατ’ ευφημισμόν αποκαλείται «κανονικό δίκαιο» και στην οποία προέβησαν με μεγάλη σπουδή τόσο ο ιδρυματικός όσο και ο «χαρισματικός» Χριστιανισμός, η χαρά της ζωής παραγκωνίστηκε ως περιττή πολυτέλεια αν όχι και πρόσκομμα για τη σωτηρία του ανθρώπου. Προτιμήθηκε δηλαδή να ενοχοποιηθεί η χαρά σε ένα δικανικό πνεύμα εισαγωγής «πνευματικών» αυτοματισμών που αφαιρούν ως επικίνδυνη την προσωπική ευθύνη του πιστού για τη χάραξη της ζωής του. Συνεπεία όλων αυτών, φτάσαμε κι εμείς ως Εκκλησία να αναβιώσουμε το δικανικό πνεύμα των Φαρισαίων: τη νοοτροπία εκείνη που δίνει προτεραιότητα στο Σάββατο σε βάρος του ανθρώπου και των αναγκών του –και ενάντια στα σημαινόμενα της βιβλικής αφήγησης του Γάμου της Κανά, όπου ο Χριστός όχι μόνο αποφεύγει να νουθετήσει τους νεονύμφους αναφορικά με τις γενετήσιες σχέσεις τους (σε αντίθεση με πλείστους όσους αυτόκλητους ιερομονάχους που θεωρούν υποχρέωσή τους να αναμειγνύονται στα των κλινών των ενοριτών), αλλά και μερίμνησε για την παραγωγή επιπρόσθετου οίνου και μάλιστα εξαιρετικής ποιότητας προς τέρψιν των καλεσμένων, όταν μάλιστα είχαν όλοι ήδη καταναλώσει μεγάλη ποσότητα κρασιού στο γαμήλιο γλέντι. Ο π. Αλεξανδρος Σμέμαν γράφει σε ένα σημείο στη μελέτη του Για να ζήσει ο κόσμος ότι απ’ όλες τις μομφές που εκτοξεύτηκαν ποτέ σε βάρος του Χριστιανισμού, η οξυδερκέστερη ανήκει στον Νίτσε, ο οποίος επεσήμανε βιτριολικά αλλά ρεαλιστικότατα ότι ο Χριστιανισμός έχασε τον κόσμο αφ’ ης στιγμής παραιτήθηκε από τη χαρά –όταν δηλαδή έγινε βλοσηρός και αρνησίχαρος. Εκεί ακριβώς, σ’ αυτή την αδικαιολόγητη αυτοστρέβλωση της χριστιανικής πίστης «πατάει» ο Γερμανός εικονοκλάστης προκειμένου να αιτιολογήσει την απόρριψη του Πλατωνισμού και του Χριστιανισμού, στη γνωστή μελέτη του με τίτλο Διόνυσος κατά Εσταυρωμένου, όπου αναλύει διεξοδικότατα την υποτιθέμενη υπεροχή της διονυσιακής σοφίας έναντι των ασκητικών ιδεωδών του Σωκράτη, του Πλάτωνα του Ιησού Χριστού και του Αποστόλου Παύλου. Η νιτσεϊκή κριτική εκτείνεται σε βάθος μεγαλύτερο της απλής καταγγελίας της αρνησιχάρειας. Ο ασκητής δεν παραιτείται μόνο από τη χαρά του κορμιού και της ζωής, αλλά χάνει την επαφή με τα γήινα, με τον πραγματικό κόσμο, στην προσπάθεια του να προσεταιριστεί τον ουρανό. Η υπερβολή από την οποία μαστίζεται η αφοριστική κριτική του Νίτσε δεν αναιρεί το μελάνωμα που τρέφει τη δική μας πνευματική κακοδαιμονία, το γεγονός ήγουν ότι η χριστιανική πίστη δηλητηριάστηκε ανεπίγνωστα, ενδεχομένως και ανήκεστα μάλιστα, από έναν ευαγριανικού τύπου πλατωνισμό γ’ διαλογής, μέσω του οποίου η λαγνεία ταυτίστηκε ισομορφικά με τον έρωτα, στα όρια ενός «αγγελισμού», ο οποίος τέθηκε αυτονόητα ως αποκλειστικό ιδεώδες του πιστού. Έτσι, στη βάση μίας χοντροκοπιάς που έφτασε μέχρι σημείου αναίρεσης της Ενσαρκώσης του Λόγου διά της πλαγίας οδού, οι χριστιανικές αρετές για τις οποίες μίλησε ο ίδιος ο Χριστός, αρετές όπως π.χ. η αγάπη προς τους εχθρούς, το έλεος και η φιλευσπλαχνία, η αυτοπροσφορά, η δικαιοσύνη προπάντων για τους αδυνάμους και άλλες παρόμοιες αξίες καταποντίστηκαν στο όνομα της πάταξης των παθών (ένα δικανικό πρόταγμα εν είδει εύπεπτης φόρμουλας που έγινε πολύ του συρμού τις τελευταίες δεκαετίες)∙ τα οποία πάθη, σημειωτέον, όπως εννοούνται εν προκειμένω ανάγονται και συνοψίζονται στο ένα και μόνο πάθος που εκδηλώνεται με τα αμαρτήματα της σαρκός. Και είναι μεν γεγονός ότι η ανεξέλεγκτη λαγνεία που αγγίζει τα όρια της μανιώδους έξης κρύβει όντως την ομορφιά του ανθρώπινου προσώπου και υπονομεύει μέχρι αφανισμού τους την ανθρώπινη υπόσταση και ακεραιότητα του άλλου, ο οποίος ετσι υποβιβάζεται σε καταναλωτικό, αναλώσιμο αντικείμενο –στην πραγματικότητα απανθρωποποιείται, αν θέλουμε να ακριβολογήσουμε. Εξίσου προβληματική, ωστόσο, είναι και η αντίστροφη κίνηση, η πουριτανική δαιμονοποίηση του έρωτα (φανερή ή και πιο αφανής), που μας παραδίδει ένα ασώματο πρόσωπο κι έναν ανέραστο και νευρωτικό βίο, δομημένο στην ενοχική απώθηση του έρωτα, η οποία έχει συνήθως ανεξέλεγκτα ξεσπάσματα. Στο βιβλίο του Έρωτος Φύσις, ο π. Φιλόθεος Φάρος κατέδειξε ωραιότατα τον κοινό παρονομαστή μεταξύ της τάσης να κρύβουμε τα γεννητικά όργανα με ένα φύλλο συκής, λες και αυτά είναι εγγενώς μιαρά ως δημιουργήματα του Θεού, αλλά και της αντίστροφης τάσης να σκεπάζουμε με τα ίδια αυτά φύλλα το ανθρώπινο πρόσωπο, προκειμένου να απομονώσουμε λάγνα τα υπό την κοιλία. Το θύμα σε αμφότερες τις περιπτώσεις είναι η ανθρώπινη ακεραιότητα.

Το ζήτημα της λαγνείας προσφέρει μια ωραιότατη αφορμή για θεολογικό και εκκλησιαστικό αναστοχασμό, μιας που η εποχή μας δεν ανέχεται ούτε τα προσχήματα ούτε τις προκάτ απαντήσεις στα πιεστικά προβλήματα της βιοτής, ενώ η λαγνεία, που φυσικά δεν περιορίζεται στη σεξουαλική της έκφανση, απογυμνώνει, ειδικά στον τρόπο της καταδίκης της, πολύ περισότερα απ’ όσα νομίζουμε. Άλλωστε, ο τρόπος με τον οποίον βλέπουμε τη λαγνεία αντικατοπτρίζει και τη ματιά μας στον έρωτα. Μία Εκκλησία η οποία δεν έχει να πει τίποτε θετικό επί της ουσίας για τον έρωτα και τη σωματικότητα πέρα από ανέξοδες φλυαρίες, δήθεν καταφατικές της ερωτικής αγάπης που όμως δεν αναλαμβάνουν ρίσκα και δεν ρίχνουν νέο φως σε αυτές τις πολύτιμες πτυχές του ανθρώπινου βίου, δεν έχει να πει τίποτε απολύτως για τη ζωή. Παρόμοια (για να επεκτείνουμε λίγο τον προβληματισμό μας), μια Εκκλησία που αγνοεί τις επιστημονικές και μεταφυσικές συνέπειες της μετάβασης από τον γεωκεντρισμό στον ηλιοκεντρισμό, που δεν λαμβάνει υπόψιν τη δαρβινική εξέλιξη, την πραγματική ηλικία του ανθρώπινου γένους στη γη, την αυταξία των γυναικών (τις οποίες λεκτικά μόνο δέχεται, ενώ στην πράξη το κάνει μόνο υπό αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις) και που επιμένει να αγνοεί την περιπλοκότητα της έννοιας του φύλου, δεν είναι σε θέση να προσφέρει καμία ρεαλιστική συμβολή στην κατανόηση των σύνθετων προβλημάτων που απασχολούν τον άνθρωπο σήμερα. Είναι μια Εκκλησία κατάλληλη για αγροτικές, κλειστές κοινωνίες των παρελθόντων αιώνων, στις οποίες το μείζον πρόβλημα ήταν η απλή καθημερινή επιβίωση, ενώ η σκέψη αποτελούσε πολυτέλεια, σε έναν κόσμο όπου η κυριακάτικη Λειτουργία και τα πανηγύρια του ενιαύσιου εορτολογίου, μαζί με το καφενείο και το πορνείο για τους άντρες, ήταν οι μόνες στιγμές ανάτασης σε μια πολύ σκληρή και αφόρητα προβλέψιμη ζωή. Ως καθίδρυμα, μια τέτοια φοβική και εσωστρεφής Εκκλησία είναι από επιλογή της αυτογκλωβισμένη στην ανέξοδη ρητορική περί των επουρανίων, αδιαφορώντας για τα ιστορικά δρώμενα και για την υπόθεση της κοινωνικής δικαιοσύνης, η οποία ακόμη και εάν πλήττεται βάναυσα γύρω μας, παραμένει τελείως αόρατη και έξω από το ραντάρ των ενδιαφερόντων του ιδρυματικού αυτού θεσμού που υποτίθεται ότι ενσαρκώνει μυστηριακά τον Χριστό. Ο προσεκτικός αναγνώστης των αράδων αυτών δεν θα μας προσάψει αντι-κληρικαλισμό, διότι αντιλαμβάνεται, όπως ελπίζουμε, ότι ο στόχος της κριτικής μας δεν είναι η αποκαθήλωση της… Ορθοδοξίας, που είναι το σπίτι μας και ο ζωτικός μας χώρος εντός του οποίου αναπνέουμε, αλλά το δημοφιλές της κακέκτυπο, ο «ορθοδοξισμός»∙ όπως και δεν θα μας εγκαλέσει για κάποιο έλλειμμα ηθικής, αφού δεν είναι η ηθική ο αποδέκτης της κριτικής μας αλλά ο ηθικισμός, ο οποίος υπονομεύει την αξιοπιστία και τη στιβαρότητα του χριστιανικού Ευαγγελίου όσο λίγοι άλλοι παράγοντες. Δυστυχώς εδώ και πάρα πολύ καιρό η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει επιλέξει να ετεροπροσδιορίζεται, σε ιδεολογική αντίθεση με οτιδήποτε κείται εκτός των ορίων της. Δεν είναι πρωτίστως η Εκκλησία εκείνη που καταφάσκει την πίστη στην ενανθρώπιση του Λόγου, που διατρανώνει το χριστολογικό και το τριαδολογικό δόγμα στην ακεραιότητά τους και εκδιπλώνει προφητικά τις υπαρξιακές τους συνέπειες, αλλά η Εκκλησία που επαίρεται ότι κατέχει το μεγαλύτερο αριθμό γεροντάδων σε ρόλο γκουρού-μέντιουμ, η Εκκλησία εκείνη που θριαμβολογεί επειδή δεν χειροτονεί γυναίκες και καταδικάζει την ομοφυλοφιλία.

Ακόμη και μία ελπιδοφόρα αρχικά κίνηση ανανέωσης της Ορθόδοξης θεολογίας και πνευματικότητας από τις αρχές του 1960 και έπειτα, που όντως προέβη αρχικά σε κάποια φιλάνθρωπα και θεολογικά φωτισμένα ανοίγματα (με αφορμή την καταδίκη του κρετινικού δικανισμού των οργανωσιακών παρασυναγωγών), αποδείχτηκε τελικά ότι ήταν μία φούσκα. Η πορεία της εκφυλίστηκε προς δύο κατευθύνσεις. Αφενός συνέβαλε στην κυνική αποηθικοποίηση μίας μερίδας ομοϊδεατών πιστών, οι οποίοι απέρριπταν κάθε έκφραση φιλανθρωπίας και αλληλεγγύης προς τον αναγκεμένο συνάνθρωπο ως «προσκοπισμό» και που νομιμοποίησαν σε βάθος χρόνου έναν ανθρωπότυπο, ο οποίος κινούνταν με χαρακτηριστική άνεση μεταξύ Εκκλησίας, χρηματιστηρίου, εθνικισμού, ακροδεξιάς και σωματεμπορίας, όπως είχε εύστοχα γράψει κάποτε ο Παντελής Μπουκάλας σε μία επιφυλλίδα του στην Καθημερινή. Μία παράλληλη ατυχέστατη ατραπός αυτού του κινήματος ήταν η αυτάρεσκη ιδεολογικοποίηση της Ορθοδοξίας: με δυο λόγια, η συλλήβδην δαιμονοποίηση της Δύσης, της νεωτερικότητας, της έννοιας των ανθρώπινων και κοινωνικοπολιτικών δικαιωμάτων, του ορθού λόγου και της προόδου (με τη σωστή, μη αγοραία σημασία της λέξης «πρόοδος») στο όνομα ενός πολιτισμικού οίστρου και μία φρενήρους προσπάθειας ανάδειξης της υπεροχής της Ελληνικότητας, η οποία προβλήθηκε βλοσυρά και αυτάρεσκα ως πρόταγμα. Συνεπεία της ατυχέστατης αυτής εξέλιξης μιας πάλαι ποτέ εμπνευσμένης προσπάθειας ανανέωσης του θεολογικού στοχασμού, η δευτέρα πλάνη υπήρξε χείρων της πρώτης. Οι παραεκκλησιαστικές οργανώσεις ακολούθησαν (κι ευτυχώς!) μια φθίνουσα πορεία, ο εκκλησιαστικός κόσμος όμως νομιμοποίησε ιδεολογικά πλέον την προσφιλέστατη στους κόλπους του παρελθοντολαγνεία και εσωστρέφεια, η υπερέξαρση του «βιώματος» παραγκώνισε τον κριτικό στοχασμό (για θεολογικό αναστοχασμό, ούτε λόγος) και η περιλάλητη «επιστροφή στους Πατέρες» έγινε αντιληπτή με όρους προσκόλλησης στο νεκρό γράμμα της πατερικής Γραμματείας, αντί για τον αφουγκρασμό του ανήσυχου και πρωτοποριακού πνεύματος των τεράστιων αυτών θεολογικών αναστημάτων. Τέλος, ο δυτικός πολιτισμός απορρίφθηκε χαιρέκακα ως ανήκεστα ατομικιστικός, ωφελιμιστικός, υλιστικός και άκαρδος, με μια λέξη ως το βασίλειο της ηδονοθηρίας και της ρηχότητας, ενώ η δε Ορθόδοξη πνευματικότητα, ως το υποτιθέμενο αντίπαλον δέος του χρεοκοπημενου δυτικού Χριστιανισμού παρέμεινε αμετακίνητα ευαγριανική-πλατωνίζουσα στη χοντροκομμένη της καταδίκη της λαγνείας. Ουσιαστικά, ένα μεγάλο κομμάτι της θεολογικής μας διανόησης κατάφερε να χάσει από επιλογή και ιδεοληψία ολόκληρο τον μεταπολεμικό 20όν αιώνα και τις εξελίξεις του, ακολουθώντας σε ό,τι αφορά στον έρωτα την εξής κουτοπόνηρη λογική: «Οι Ορθόδοξοι φυσικά και δεν είμαστε πουριτανοί∙ παρ’ ημίν υπάρχει μία θέση για όλα, υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση ότι τα πάντα επιτρέπονται όταν γίνονται κάτω από το τραπέζι». Με τούτα και μ’ εκείνα, φτάσαμε στο σημείο να γίνει η χώρα μας πρωταθλήτρια στις υπόγειες συμπεριφορές και να χρεοκοπήσουμε έτσι προϊόντος του χρόνου ηθικά, εν συνεχεία βέβαια και οικονομικά, αφού τα μείζονα στην Ελλάδα, από τις προσωπικές ζωές έως και τις οικονομικές συναλλαγές, είθισται ακόμη να διαδραματίζονται κάτω απ’ το τραπέζι. Και να σκεφτεί κανείς ότι η Ελλαδική Ορθοδοξία είναι εκατομμύρια έτη φωτός μπροστά από τις υπόλοιπες ομόδοξες Εκκλησίες.

Σε μια εμπνευσμένη πρόσφατη επιφυλλίδα του, ο κατά τα λοιπά συντηρητικός Τάκης Θεοδωρόπουλος επεσήμανε τα εξής: «η Αριστερά έχει χάσει το μονοπώλιο της διανόησης. Η αγορά των ιδεών έχει απελευθερωθεί. Και σ’ αυτήν θα επιζήσουν μόνον όσοι μπορέσουν να αντέξουν τον ανταγωνισμό». Είναι πασιφανές ότι το αυτό ισχύει και για την κοινωνική παρουσία της Εκκλησίας στη σημερινή ελληνική κοινωνία, η οποία είναι πια ασύγκριτα πιο πλουραλιστική και εκκοσμικευμένη (μας αρέσει, δεν μας αρέσει), συνεπώς και σκληρά απαιτητική προς όποιον ή όποιους ασκούν δημόσια κηρυγματικό λόγο και δη σωτηριολογικού περιεχομένου. Ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται τα της λαγνείας η Εκκλησία αποκαλύπτει το αν διαβάζει ρεαλιστικά αλλά και έντιμα, δηλαδή προφητικά, τα σημεία των καιρών.  

«το να θέλει να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει
να επιδιώκει συνέχεια τη συναναστροφή
μιας αξίας που του είναι ξένη»
Κύλιση στην κορυφή