Όλοι μιλούμε για κρίση των Ανθρωπιστικών Σπουδών εδώ και αρκετές δεκαετίες. Τα φαινόμενα και οι συνέπειες της κρίσης είναι ορατά αλλά δεν είναι εδώ η στιγμή να τα ψηλαφίσουμε και να τα αναλύσουμε. Εκείνο που προέχει είναι να συμβάλουμε, όπως μπορούμε, στην αναζήτηση κάποιων διεξόδων, κάποιων αλλαγών που να περνούν από το χέρι μας και να είναι ρεαλιστικές. Το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο αναφέρεται βεβαίως στη συλλογικότητα στην οποία ανήκω, τους πανεπιστημιακούς καθηγητές. Ωστόσο, η κρίση σε ένα γνωστικό/πολιτισμικό πεδίο δεν αφορά μόνο το πανεπιστήμιο ή γενικότερα την εκπαίδευση. Αφορά ολόκληρη τη δημόσια σφαίρα και τους θεσμούς όπως είναι, στην περίπτωσή μας, οι βιβλιοθήκες, τα λογοτεχνικά/πολιτιστικά περιοδικά, τα μουσεία, οι εκδοτικοί οίκοι, τα βιβλιοπωλεία, οι λέσχες ανάγνωσης, όλοι εκείνοι οι φορείς δηλαδή οι οποίοι οργανώνουν εκδηλώσεις γύρω από τη λογοτεχνία και την ανάγνωση διότι εκπέμπουν σχετικά μηνύματα. Πάντως, θα πρέπει, ακόμη και την κρίση των Ανθρωπιστικών Επιστημών, να την τοποθετήσουμε σε ένα μεγαλύτερο κάδρο. Πρόσφατα άκουγα σε ένα παιδαγωγικό συνέδριο, συνάδελφο που ασχολείται με τη Διδακτική των Φυσικών Επιστημών να υποστηρίζει πως και οι Φυσικές Επιστήμες περνούν κρίση, οι μαθητές δεν επιλέγουν να σπουδάσουν τις βασικές επιστήμες της Φυσικής, της Χημείας, της Γεωλογίας λ.χ. Μήπως τελικά η πολυσυζητημένη κρίση σημαίνει αμφισβήτηση ή άγνοια της σημασίας αυτών που ονομάζουμε βασικές επιστήμες; Η διάσταση αυτή πιθανώς να μας βγάζει από μια θυματοποίηση στην οποία νομίζω πως κατρακυλούμε μερικές φορές, να νομίζουμε δηλαδή ότι υπηρετούμε και αγαπούμε ένα πεδίο το οποίο γενικά δεν εκτιμάται.
Η δική μου συμβολή έχει την αφετηρία της στην επιστήμη της Νεοελληνικής Φιλολογίας και ειδικά στη μελέτη της ιστορίας της, του τρόπου δηλαδή με τον οποίο συγκροτήθηκε ως επιστήμη στην μεταπολεμική εποχή. Η έρευνά μου αυτή αποτυπώθηκε στο βιβλίο Η λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο: Η συγκρότηση της επιστήμης της Νεοελληνικής Φιλολογίας (1948-1982), Πόλις 2022. Τα τελευταία χρόνια, τόσο από την έρευνά μου όσο και από την καθημερινή εμπειρία στο πανεπιστήμιο, μου είχε δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι θα πρέπει να αναστοχαστούμε την πορεία της ΝΕΦ μέσα σε μια σύγχρονη πραγματικότητα που τρέχει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς αλλάζοντας κάθε πτυχή της πολιτισμικής επικοινωνίας.
Μάθημα 1ον. Νεοελληνική Φιλολογία και άλλες επιστήμες. Η ιστορία μιας επιστήμης όπως η ΝΕΦ είναι πρωτίστως μια ιστορία σχέσεων με συγγενικές επιστήμες. Στον Μεσοπόλεμο, με την ίδρυση των πρώτων εδρών Μέσης και Νεότερης Ελληνικής Φιλολογίας και Νεοελληνικής Φιλολογίας στις Φιλοσοφικές Σχολές Αθήνας και Θεσσαλονίκης αντίστοιχα, παρακολουθούμε την προσπάθεια των πρώτων καθηγητών να οριοθετήσουν τη νέα επιστήμη σε σχέση με την Αρχαία Ελληνική Φιλολογία. Ο Νίκος Βέης, έχοντας ο ίδιος την υποδομή του κλασικού φιλολόγου, προσπάθησε, στο πλαίσιο της θεμελίωσης της Βυζαντινολογίας, να σπάσει το μονοπώλιο της «εθνικής» Φιλολογίας που κατείχε έως τότε η ΑΕΦ και να δημιουργήσει, μέσα στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, μια εξίσου εθνική επιστήμη, τη Μεσαιωνική και Νεώτερη Ελληνική Φιλολογία∙ η σύζευξη της ΜΕΦ και της ΝΕΦ στην έδρα του ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για να αναδειχθεί η εθνική σημασία της νέας επιστήμης. Την ώρα που το κλέος των αρχαίων ελληνικών γραμμάτων ήταν αδιαφιλονίκητο, ο νέος ελληνικός πολιτισμός αντλούσε την αξία του ως τελική απόληξη της συνέχειας του ελληνισμού συνυπάρχοντας με τον απαραίτητο κρίκο του μεσαίωνα. Η ιδεολογική αυτή φόρτιση στάθηκε τροχοπέδη στην αυτονόμηση της ΝΕΦ στη ΦΣ Αθηνών μέχρι το 1978, οπότε και ιδρύθηκαν οι πρώτες έδρες ΝΕΦ. Το ερώτημα για μας είναι πού βρίσκονται οι σχέσεις ΑΕΦ, ΜΕΦ και ΝΕΦ; Το ζήτημα της σχέσης αρχαιογνωσίας και νεογνωσίας τίθεται σήμερα και με ποιους όρους; Το ζήτημα αυτό παρουσιάζεται με τον ίδιο τρόπο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, στις Φιλοσοφικές Σχολές και στη Δευτεροβάθμια; Πώς το βιώνουν οι φοιτητές κατά τη διάρκεια των σπουδών τους έτσι ώστε να το μεταφέρουν στη Δευτεροβάθμια; Η αναλογία αρχαίων και νέων ελληνικών αλλά, κυρίως, η σχέση των δύο μαθημάτων, η επικοινωνία τους, παραμένει ακόμη ένα άλυτο ζήτημα στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευσή μας. Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι η νεοελληνική λογοτεχνία δεν θα μπορέσει να αναπνεύσει στο σχολείο εάν δεν αλλάξει ριζικά και το μάθημα των αρχαίων ελληνικών.
Η σχέση της ΝΕΦ με τις όμορες επιστήμες αφορά επίσης τη Γλωσσολογία αλλά και τη Νεώτερη Ιστορία. Όσον αφορά την πρώτη δεν χρειάζεται βέβαια να θυμίσω εδώ τη συμβολή του Μιχάλη Σετάτου στην εισαγωγή των δομιστικών θεωριών στη ΝΕΦ κατά τη δεκαετία του 1970. Η Γλωσσολογία έχει αναπτυχθεί προς πολλές και διαφορετικές κατευθύνσεις έκτοτε, κάποιες από τις οποίες τέμνονται με εκείνες της ΝΕΦ. Επίσης, στην εκπαίδευση το μάθημα της Γλώσσας και της Λογοτεχνίας είναι ενωμένα σχεδόν, σίγουρα περισσότερο από όσο πρέπει. Σε κάθε περίπτωση όμως, νομίζω ότι πολύ ενδιαφέρουσες συνέργειες θα μπορούσαν να προκύψουν από τη συνεργασία ΝΕΦ-Γλωσσολογίας τόσο σε επίπεδο έρευνας όσο και σε επίπεδο διδασκαλίας κοινών πανεπιστημιακών μαθημάτων. Η σχέση με τη Νεότερη Ιστορία, επιτρέψτε μου να πω ότι, μετά τη διαίρεση της ΦΣ, έχει ατονήσει υπερβολικά. Θυμίζω την πρόταση του Κ.Θ. Δημαρά για το γνωστικό πεδίο των Νεοελληνικών Σπουδών, στο οποίο η φιλολογία και η ιστορία θα συνυπήρχαν. Θυμίζω ακόμη την ισχυρή ιστορική συγκρότηση των μαθητών του Δημαρά, των αγαπημένων μας καθηγητών Πάνου Μουλλά και Άλκη Αγγέλου. Τι απέγινε αυτή η παράδοση; Η Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού «Ο Μνήμων», η οποία γιόρτασε πρόσφατα τα 50 χρόνια της, αρχικά ήταν μια κοινότητα στην οποία συμμετείχαν και συνομιλούσαν και φιλόλογοι. Τελικά οι φιλόλογοι αποχώρησαν. Πώς πρέπει να ξανατεθεί το ζήτημα της σχέσης με τη Νεώτερη Ιστορία;
Μάθημα 2ον. Η θεωρία της λογοτεχνίας υπήρξε μια πρόκληση για τη ΝΕΦ, όπως εξάλλου για τις λογοτεχνικές σπουδές διεθνώς. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, ταυτόχρονα με την ακμή της θεωρίας της λογοτεχνίας στην Ευρώπη και την Αμερική, οι νέοι φιλόλογοι επιθυμούσαν να προσεγγίσουν τη μελέτη της λογοτεχνίας με νέους όρους, περισσότερο επιστημονικούς και αντικειμενικούς, να επαναθέσουν το ζήτημα της επιστημονικότητας της ΝΕΦ. Πρόκειται αναμφισβήτητα για μια τομή. Τι συνέβη έκτοτε με τη θεωρία της λογοτεχνίας; Θα πρέπει νομίζω να μελετήσουμε την πρόσληψη της θεωρίας της λογοτεχνίας στην Ελλάδα. Ποιες θεωρίες γνώρισαν τη μεγαλύτερη προβολή και εφαρμογή; Γιατί κάποιες άλλες δεν βρήκαν απήχηση; Πώς αξιοποιήθηκαν σε συγκεκριμένες, παραδειγματικές, μελέτες; Διαπιστώνεται πράγματι το φαινόμενο της υπερτροφίας και της άσκοπης επίκλησης θεωριών εις βάρος της παραγωγής νέας γνώσης όπως υποστηρίζουν κάποιοι συνάδελφοι; Πώς εμπλέκεται η θεωρία της λογοτεχνίας στη διδασκαλία της;
Μάθημα 3ον. Το ζήτημα της επιστημονικής κοινότητας. Στον Μεσοπόλεμο, οι δύο πρώτοι καθηγητές, ο Νίκος Βέης και ο Γιάννης Αποστολάκης, παρότι και οι δύο δημοτικιστές, εκπροσωπούσαν δύο πολύ διαφορετικές παραδόσεις: ο Βέης είναι σοσιαλιστής, μπλέκεται στην πολιτική, εκλέγεται βουλευτής, συμφύρεται με τους πολλούς στον δημόσιο χώρο. Ο Αποστολάκης είναι συντηρητικός, απομονωμένος στο γραφείο του με ελάχιστες μαρτυρημένες κοινωνικές σχέσεις. Ο Βέης αφιερώνεται από πολύ νέος στην αρχειακή έρευνα και εν τέλει στη Βυζαντινολογία, με διεθνές έργο το οποίο, στο βυζαντινολογικό του μέρος, ακολουθεί ιστοριοδιφικές μεθόδους. Ο Αποστολάκης αντιπαθεί το Βυζάντιο, τον τραβά η φιλοσοφία και ενδύεται τον ρόλο ενός ηθικού αναμορφωτή μέσω της λογοτεχνίας. Η απόλυτη έλλειψη επικοινωνίας εξάλλου ανάμεσα στους δύο ήταν ανασταλτικός παράγοντας για να δημιουργηθεί οποιαδήποτε αίσθηση επιστημονικής κοινότητας. Η διάστασή τους απεικονίζεται εκκωφαντικά στην επίσκεψη του Παλαμά στη Θεσσαλονίκη το 1927, κατά την οποία τον συνοδεύει ο Νίκος Βέης, ενώ ο Αποστολάκης μένει κλεισμένος στο σπίτι του. Η επιστημονική κοινότητα της ΝΕΦ κτίζεται με αργούς ρυθμούς μεταπολεμικά, με τις προσπάθειες του Λίνου Πολίτη και του Γεωργίου Ζώρα, οι οποίοι, παρ’ όλες τις διαφορές τους σε εκδοτικά ή άλλα φιλολογικά ζητήματα, διατηρούσαν ένα πολύ καλό επίπεδο επικοινωνίας και πάσχιζαν παράλληλα να συγκροτήσουν θεσμούς για τη ΝΕΦ: Και οι δύο διηύθυναν περιοδικά. Ο Πολίτης τα Ελληνικά (1952-1976) και ο Ζώρας τον Παρνασσό (1959-1982). Και οι δύο υπήρξαν πρόεδροι σε καλλιτεχνικά σωματεία. Ο Ζώρας στον παλαιό αλλά με περισσή αίγλη «Παρνασσό», ενώ ο Πολίτης ήταν εκ των ιδρυτών της Καλλιτεχνικής Εταιρείας «Τέχνη» στη Θεσσαλονίκη το 1951 και πρόεδρός της επί 25 χρόνια. Πρόκειται για θεσμούς που συνέδεαν την πανεπιστημιακή ΝΕΦ με το ευρύτερο κοινό. Στο σημείο αυτό πρέπει να μνημονεύσουμε την βιβλιοκριτική εργασία που γινόταν, με την επίβλεψη του Πολίτη, στο περιοδικό Ελληνικά. Όλες οι φιλολογικές εκδόσεις κρίνονταν με επιστημονικές βιβλιοκρισίες που έγραφαν είτε ώριμοι επιστήμονες είτε νέοι φιλόλογοι που έκαναν τα πρώτα τους βήματα και μάλιστα εκπαιδεύονταν ακριβώς στη συγγραφή βιβλιοκρισίας. Οι βιβλιοκρισίες αυτές αποτελούσαν ένα εργαλείο συγκρότησης κοινότητας, εξέφραζαν τις διαφωνίες με εποικοδομητικό τρόπο, επαινούσαν τα επιτεύγματα των απανταχού νεοελληνιστών και αποτελούσαν συχνά έναυσμα για συζήτηση. Πού βρισκόμαστε λοιπόν σήμερα όσον αφορά την επιστημονική μας κοινότητα; Δεν έχουμε το κυριότερο, επιστημονική Εταιρεία Νεοελληνικής Φιλολογίας, όπως όλες σχεδόν οι επιστήμες.
Μάθημα 4ον. Η σχέση της ΝΕΦ με το λογοτεχνικό πεδίο. Στην περίοδο του μεσοπολέμου η νεαρή ΝΕΦ δεν αποτελούσε υπολογίσιμο κομμάτι του λογοτεχνικού πεδίου. Μεταπολεμικά, στη δεκαετία του 1960 αρχίζουν απόφοιτοι της φιλολογίας (οι οποίοι έμελλε αργότερα να γίνουν καθηγητές της ΝΕΦ) να ασκούν τη λογοτεχνική κριτική, παράλληλα με τη φιλολογική τους έρευνα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα εδώ είναι ο Γιάννης Δάλλας, ο Παν. Μουλλάς, ο Γ.Π. Σαββίδης, ο Κώστας Στεργιόπουλος. Τούτο αποτελεί μια ένδειξη ότι σπάει ο πάγος ανάμεσα σε ΝΕΦ και λογοτεχνικό πεδίο και ότι αρχίζει η ΝΕΦ να παρεμβαίνει σε αυτό. Η επιτιμοποίηση του Σεφέρη το 1964 συνέβαλε προς την ίδια κατεύθυνση αλλά σε μικρό βαθμό. Το γεγονός που άλλαξε τη σχέση της ΝΕΦ με το λογοτεχνικό πεδίο είναι το 1966 η διδακτορική διατριβή του Γ.Π. Σαββίδη για τις καβαφικές εκδόσεις. Από τη στιγμή κατά την οποία η ΝΕΦ πατάει το πόδι της στις καβαφικές μελέτες, με συνέπεια (σταδιακά) να τις μετατρέψει σε καβαφικές σπουδές, αποκτά τη δύναμη της παρέμβασης στο λογοτεχνικό πεδίο, στο οποίο η συζήτηση και το παράδειγμα του Καβάφη αφορούσε τους πάντες. Από τη δεκαετία του 1960 έως σήμερα έχει βέβαια κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι των σχέσεων της ΝΕΦ με το λογοτεχνικό πεδίο. Πολλοί πανεπιστημιακοί γράφουν λογοτεχνική κριτική, άλλοι γράφουν λογοτεχνία, άλλοι είναι μέλη επιτροπών βραβεύσεων, αρκετοί εκφέρουν δημόσιο λόγο για πολιτισμικά ζητήματα. Μοιάζει αυτονόητο ότι η ΝΕΦ αποτελεί οργανικό κομμάτι του λογοτεχνικού πεδίου. Ωστόσο το τελευταίο, στη σημερινή επικοινωνιακή συγκυρία, μοιάζει ολοένα περισσότερο με ένα melting pot στο οποίο οι διακριτοί ρόλοι, οι διαφορές μεταξύ των στοιχείων του πεδίου γίνονται ολοένα και πιο δυσδιάκριτες. Έχω την εντύπωση ότι ο συμφυρμός αυτός δεν κάνει και τόσο καλό στην επιστήμη της ΝΕΦ. Το ποτάμι φυσικά δεν γυρίζει πίσω ούτε θέλουμε να γυρίσει πίσω. Ωστόσο θα πρέπει να πάρουμε κάποιες αποστάσεις και, εκτός από την όποια δράση μας στο λογοτεχνικό πεδίο, να μελετήσουμε αυτό το ίδιο ως τέτοιο, να αξιοποιήσουμε τις όποιες θεωρίες λογοτεχνίας και πολιτισμικής επικοινωνίας γνωρίζουμε, την όποια ιστορία της λογοτεχνίας γνωρίζουμε για να επαναπροσδιορίσουμε τη συμβολή, το ρόλο της ΝΕΦ στο λογοτεχνικό πεδίο. Ένα κλειδί γι’ αυτό είναι η ανάπτυξη της μελέτης και της ιστορίας της λογοτεχνικής κριτικής. Οι φοιτητές και οι φοιτήτριες που σπουδάζουν τη ΝΕΦ θα πρέπει, κατά τη διάρκεια των σπουδών τους, να συνειδητοποιήσουν τόσο τις διαφορές ανάμεσα σε ΝΕΦ και λογοτεχνική κριτική όσο και τις λειτουργίες του λογοτεχνικού πεδίου, τους τρόπους με τους οποίους ρυθμίζονται η παραγωγή, διανομή, πρόσληψη, αξιολόγηση και καθιέρωση των λογοτεχνικών έργων.
Μάθημα 5ο και τελευταίο. ΝΕΦ και κοινωνία. Η δεκαετία του 1940, η οδυνηρότερη δεκαετία του 20ού αιώνα, ήταν μια πολύ σημαντική δεκαετία για την ανάπτυξη της ΝΕΦ. Ξεκινά το 1942 με τον διορισμό του Γεωργίου Ζώρα στη δεύτερη έδρα ΜΝΕΦ της ΦΣ Αθηνών, ενώ την ίδια χρονιά σημειώνεται η παρέμβαση του Κ.Θ. Δημαρά με την πρόταση ενός συνολικού ερευνητικού προγράμματος για τις Νεοελληνικές Σπουδές. Το 1944 διεξάγεται στη ΦΣ Θεσσαλονίκης η πολυσήμαντη συζήτηση/ κρίση για την έδρα ΝΕΦ του Αποστολάκη, κρίση η οποία, παρ’ όλο που απέβη άγονη, έδωσε την αφορμή να εκφραστεί το ενδιαφέρον και η εκτίμηση της Σχολής για τη ΝΕΦ και να διεξαχθεί μια καταστατική, όπως την ονομάζω, συζήτηση για τη συγκρότηση της ΝΕΦ, στον βαθμό που ορίζει το επιστημονικό και ερευνητικό πεδίο, με έναν τρόπο ο οποίος δεν άλλαξε δραματικά τα επόμενα χρόνια. Η ίδια χρονιά, το 1944, σημαδεύεται από την απόφαση του Λίνου Πολίτη να στραφεί οριστικά στη ΝΕΦ και, στη συνέχεια, να δημοσιεύσει μερικές από τις σημαντικότερες εργασίες του με τις οποίες εκλέχθηκε το 1948 καθηγητής. Παράλληλα, ο Γιώργος Σεφέρης σε αυτή τη δεκαετία δημοσιεύει μερικά από τα σημαντικότερα δοκίμιά του. Η δεκαετία κλείνει με την έκδοση της Ιστορίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας του Δημαρά και την εκλογή του Πολίτη.
Στην περίοδο της επταετούς δικτατορίας, με τις απολύσεις και τις παραιτήσεις των καθηγητών ανακόπτεται η δυναμική της ΝΕΦ. Κυοφορούνται όμως εξελίξεις, η επίδραση των οποίων φαίνεται στη μεταπολίτευση. Η καταπιεσμένη κοινωνία στρέφεται πάλι στη σύγχρονη λογοτεχνία για να παρηγορηθεί, για να εκφράσει τις ανησυχίες ή τη διαμαρτυρία της. Έτσι φθάνουμε στην περίοδο της μεταπολίτευσης, οπότε ιδρύονται νέες έδρες ΝΕΦ στη ΦΣ της Αθήνας, ανεβαίνει ραγδαία η ζήτηση για μαθήματα, διαλέξεις, σεμινάρια γύρω από ζητήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας και ιστορίας, ενώ αυξάνεται σημαντικά η παραγωγή διδακτορικών διατριβών. Επανατίθεται το ζήτημα της επιστημονικότητας της ΝΕΦ, ενώ νέοι φιλόλογοι και υποψήφιοι διδάκτορες διακατέχονται από την επιδίωξη μιας νέας μορφής επιστημονικότητας που την αναζητούν στην αξιοποίηση δομιστικών θεωριών της λογοτεχνίας και στη Γενική και Συγκριτική Γραμματολογία. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι, εάν η δεκαετία του 1940 είναι η δεκαετία της συγκρότησης για τη ΝΕΦ, η δεκαετία του 1970 είναι εκείνη της επανασυγκρότησης, της πλήρους άνθησης, της νεανικής ωριμότητας, όταν το μέλλον φαντάζει καλά θεμελιωμένο, ανοικτό και γεμάτο προσδοκίες.
Αν συνυπολογιστούν όλα τα παραπάνω που συνέβησαν στις δεκαετίες του 1940 και του 1970 οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι η επίδραση της ιστορικής συγκυρίας, της ριζικής εθνικής και κοινωνικής κρίσης στις δεκαετίες αυτές είναι καθοριστική για τη συγκρότηση και ανάπτυξη της ΝΕΦ. Γνωρίζουμε από την ιστορία των επιστημών ότι οι επιστήμες ορίζονται, επανορίζονται ή αλλάζουν ανταποκρινόμενες σε πιέσεις από τα έξω. Άλλωστε και ο Συκουτρής το 1931 στο άρθρο του «Φιλολογία και Ζωή» μιλούσε για τους τρόπους με τους οποίους οι αναζητήσεις του παρόντος επηρεάζουν τα ερωτήματα και τον τρόπο εργασίας της φιλολογίας. Σήμερα βιώνουμε μια απολύτως κρίσιμη ιστορική συγκυρία κατά την οποία συμβαίνουν τεράστιες αλλαγές. Υπηρετούμε μια επιστήμη που συνδέεται με το ζωντανό παρόν και επηρεάζεται από τον παλμό του αλλά και τους κινδύνους του. Είναι αναμενόμενο η ΝΕΦ να κλυδωνίζεται μέσα σ’ αυτές τις αλλαγές, αλλά και απολύτως απαραίτητο να εξετάσουμε πώς μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες της κοινωνίας.
