Ζωγραφική: Γιάννης Αδαμάκης

Γιώργος Ανδρειωμένος

Από τα περιχαρακωμένα γνωστικά αντικείμενα στις συνέργειες των ανθρωπιστικών (και των άλλων) επιστημών

Ζούμε σε μιαν εποχή μεγάλης κρίσης των φιλολογικών και ιστορικών σπουδών, ειδικά σε σχέση με τις δηλώσεις προτίμησης των μαθητών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης για την είσοδό τους στο Πανεπιστήμιο. Όποιος δεν το παραδεχθεί, απλώς κρύβεται πίσω από το δάχτυλό του. Δεν έχει παρά να διατρέξει κανείς όχι μόνο τις βάσεις εισαγωγής στα Τμήματα Ανθρωπιστικών Σπουδών ανά την επικράτεια, αλλά και τους αριθμούς των εισαγομένων σε αυτά, προκειμένου να διαπιστώσει τόσο την κατακόρυφη πτώση στις βαθμολογίες με τις οποίες εισάγεται ο τελευταίος ανά Τμήμα όσο και τους πολύ λίγους επιτυχόντες συγκριτικά με άλλα γνωστικά πεδία. Εκεί που λίγα χρόνια πριν χρειαζόταν ένας πολύ καλός βαθμός (άνω του 15/20) για να κατορθώσει κανείς να γίνει φοιτητής ενός Τμήματος Φιλολογίας, Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Φιλοσοφίας και Θεατρολογίας –για να μείνουμε σε κάποιους διακριτούς τομείς των επιστημών του Ανθρώπου– σήμερα του είναι αρκετό ένα 8,5-9/20 για να εισαχθεί. Και εκεί που τέτοιοι τομείς σπουδών συμπλήρωναν έναν ικανοποιητικό αριθμό φοιτητών για να τους παρακολουθήσουν, έφτασαν κάποιοι από αυτούς να συγκεντρώνουν από μία έως λίγες δεκάδες.

Το φαινόμενο, φυσικά, δεν είναι μόνο ελληνικό αλλά παγκόσμιο και, κατά τα φαινόμενα, διαχρονικό. Σε κάθε περίπτωση, μολονότι, καταπώς υποστηρίζουν οι Paul Reitter και Chad Wellmon ή ο Blaine Greteman κ.ά., η κρίση στις Ανθρωπιστικές Σπουδές είναι πολύ μακρά και δείχνει να συμβαδίζει με την ίδια την ύπαρξή τους, ιδίως από την περίοδο του Διαφωτισμού και μετά, δεν θα ήταν υπερβολικό να υποστηριχθεί ότι κατά τα πρόσφατα χρόνια αυτή έχει γίνει καταφανέστερη. Αρκεί να αναφερθεί ότι μόνο στις ΗΠΑ, κατά την τελευταία δεκαπενταετία η σπουδή της αγγλικής γλώσσας και της ιστορίας στα Κολλέγια έπεσε κατά 1/3 σε σχέση με το παρελθόν, ενώ οι εγγραφές σε Τμήματα ανθρωπιστικού προσανατολισμού μειώθηκαν συνολικά κατά 17%· το ίδιο συνέβη και με τις σχετικές επιχορηγήσεις, οι οποίες περικόπηκαν κατά 24% από το 1980 έως το 2019· επίσης, άλλη έρευνα έδειξε ότι μόλις το 8% όσων αποφοιτούν από τα Κολλέγια ειδικεύονται ακολούθως στις Ανθρωπιστικές Σπουδές· στο Stanford University, για παράδειγμα, ένα 15% των φοιτητών παρακολουθούν τέτοια προγράμματα, αντιστοιχώντας στο 45% των διδασκόντων που ανήκουν σε ανάλογα Τμήματα, ενώ και στο Harvard University μειώθηκαν κατά 20% οι απόφοιτοι Ανθρωπιστικών Σπουδών· από την άλλη, αυξήθηκαν δραστικά –και δυσανάλογα σε σύγκριση με άλλους κλάδους– οι χρηματοδοτήσεις στις φυσικές επιστήμες, στην τεχνολογία, στη μηχανική και στα μαθηματικά. Την ίδια στιγμή, η εξεύρεση σταθερής εργασίας από τους αποφοίτους προπτυχιακών, μεταπτυχιακών ή και διδακτορικών κύκλων σπουδών στις Ανθρωπιστικές Επιστήμες κατέστη εξαιρετικά δύσκολη: ακόμη και στο Princeton University, του οποίου η ακτινοβολία είναι παγκόσμια, από τους δεκαπέντε υποψηφίους που ξεκίνησαν ένα διδακτορικό πρόγραμμα το 2012, μέσα σε ένα διάστημα που υπερβαίνει τα δέκα χρόνια, μόνο δύο κατάφεραν να εξασφαλίσουν μόνιμη εργασιακή θέση…

Όσο και αν κάποιοι μελετητές (όπως ο Pier Paolo Frassinelli, ο Aden Barton ή ο Peter Mandler) αμφισβητούν πως οι σπουδές για τον Άνθρωπο έχουν τα προβλήματα στο εύρος που τους αποδίδονται, οι περισσότεροι πλέον πιστεύουν, κατά την τελευταία εικοσαετία τουλάχιστον, ότι οι Ανθρωπιστικές Επιστήμες έχουν περιπέσει σε βαθιά κρίση. Έντυπα παγκόσμιας ακτινοβολίας και εμβέλειας, όπως οι εφημερίδες Times του Λονδίνου, New York Times, Le Monde, Libération, El País, La Stampa, Corriere della Sera, The Independent, Τhe Guardian, Wall Street Journal, The Washington Post, Frankfurter Allgemeine Zeitung, κ.ά.π., έχουν επανειλημμένα επισημάνει την ολοένα μειούμενη επιδραστικότητα και το τρωθέν κύρος των σπουδών για τον Άνθρωπο, τις περικοπές δαπανών για πεδία που σχετίζονται με τις αντίστοιχες επιστήμες, τη συρρίκνωση των συναφών πανεπιστημιακών προγραμμάτων και, πάνω ίσως απ’ όλα, τις δυσοίωνες επαγγελματικές προοπτικές όσων επιλέγουν να τις σπουδάσουν. Το τελευταίο, μάλιστα, αποκτά ιδιαίτερη σημασία, σε μιαν περίοδο κατά την οποία τόσο οι γονείς των υποψήφιων σπουδαστών όσο και οι ίδιοι ως φοιτητές τείνουν να συνδέουν τις γνώσεις και τις δεξιότητες που θα αποκτήσουν μέσω της φοίτησής τους σε ένα ανώτερο ίδρυμα με κάποια ενασχόληση που θα τους εξασφαλίσει άμεση ένταξη στην αγορά εργασίας, επαγγελματικό κύρος και οικονομικά προσοδοφόρα σταδιοδρομία. Τούτο δε παρατηρείται, με ακόμη πιο εμφατικό τρόπο, σε εκπαιδευτικά περιβάλλοντα όπου η πανεπιστημιακή φοίτηση, σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο, προϋποθέτει την καταβολή πολύ υψηλών διδάκτρων –και επομένως είναι ευκολότερο οι όποιες σπουδές να αποκτήσουν έναν κάπως χρησιμοθηρικό χαρακτήρα, αφού, για να τις ολοκληρώσει κάποιος, θα πρέπει να έχει εκ των προτέρων επενδύσει σε αυτές ένα σημαντικό κεφάλαιο, το οποίο θα ήθελε να το αποσβέσει στο συντομότερο χρονικό διάστημα.

Σε ένα τέτοιο κοινωνικό, εκπαιδευτικό και εργασιακό περιβάλλον, τόσο στην ημεδαπή όσο και παγκοσμίως, δεν είναι πολλοί εκείνοι που θα βρουν στις φιλολογικές, ιστορικές ή φιλοσοφικές σπουδές κάποιες λίγες πρακτικές εφαρμογές που θα οδηγήσουν τους μελλοντικούς αποφοίτους σε μια πρακτική απασχόληση, η οποία θα τους εξασφαλίσει τα προς το ζην· οι περισσότεροι ενδέχεται να θεωρήσουν πως θα χαθεί πολύτιμος χρόνος για τους φοιτητές και πως θα ήταν προτιμότερο να το αποφύγουν. Απέναντι σε τέτοιες προοπτικές, οι γονείς θα ωθήσουν τους σημερινούς μαθητές και αυριανούς φοιτητές να στραφούν προς άλλα γνωστικά αντικείμενα, πιο συμβατά με αυτά που ζητούν οι αγορές· δίχως να προσπαθήσουν και πολύ για να τους πείσουν, λοιπόν, αυτοί θα αποφύγουν τα πανεπιστημιακά Τμήματα με αμφίβολες επαγγελματικές προοπτικές· άλλωστε, το φάσμα της ανεργίας φαντάζει απειλητικό για τις σημερινές οικογένειες, αλλά και για τους νέους αποφοίτους, που, έτσι και αλλιώς, δύσκολα τα φέρνουν βόλτα στην καθημερινότητά τους. Χώρια που η αλματώδης ανάπτυξη της τεχνολογίας, μέσω της οποίας καλύπτονται ανάγκες που παλαιότερα θα χρειαζόταν κάποια συστηματικότερη σπουδή για να καλυφθούν, έχει οδηγήσει σε περαιτέρω συρρίκνωση του ενδιαφέροντος για τις ανθρωπιστικές σπουδές. Όταν, για παράδειγμα, ένα ρομπότ μπορεί να γράφει κείμενα, να συνθέτει τραγούδια, να φιλοτεχνεί πίνακες, να απαντά γραπτώς σε απλά ή πιο σύνθετα ερωτήματα, να διατυπώνει ερμηνείες και αποτιμήσεις για έργα της ανθρώπινης διάνοιας, γιατί να κουραστεί ένας νέος να σπουδάσει αντίστοιχα αντικείμενα; Ή όταν μπορεί κάποιος, με μιαν απλή εφαρμογή στο κινητό του, να υπαγορεύει στον οικείο επεξεργαστή κείμενα και να του τα μετατρέπει σε ορθογραφημένο γραπτό λόγο, γιατί να κοπιάσει να είναι ο ίδιος ορθογράφος; Και λάθος να κάνει, θα του το διορθώσει (μπορεί να σκέπτεται) ο αυτόματος διορθωτής ενός λογισμικού. Γιατί να βασανιστεί να σπουδάσει τη μεταφορά ενός μηνύματος από μια γλώσσα σε μιαν άλλη, όταν θα του το κάνει, με σχετική αξιοπιστία, ένα υπολογιστικό πρόγραμμα;

Ένας ακόμη λόγος που συνδέεται με το αμφισβητούμενο από αρκετούς κύρος των Ανθρωπιστικών Σπουδών είναι η εκ των Θετικών Επιστημών αξιολόγηση της επιστημονικής έρευνας: οι δημοσιεύσεις σε περιοδικά με κριτές (peer review journals), ο βαθμός επιδραστικότητας (impact factor) των αντίστοιχων εντύπων, η μέτρηση των ερευνητικών επιδόσεων (h index) και των ετεροαναφορών (citations) σε έγκυρες βάσεις δεδομένων (όπου κυριαρχούν το Scopus, το Web of Science και το Google Scholar), η υποβάθμιση των αυτοτελών δημοσιεύσεων υπό μορφήν μονογραφιών, η υποχρέωση να δημοσιεύει κανείς εργασίες σχεδόν αποκλειστικά στην αγγλική, οι συνεχείς διεθνείς κατατάξεις Ιδρυμάτων και ερευνητών μπορεί να έχουν ολοκληρωτικά κατακτήσει και να προσδιορίζουν εμφατικά τη μέτρηση των επιστημονικών επιδόσεων στα πεδία των Φυσικομαθηματικών ή των Επιστημών της Υγείας, αλλά δεν σχετίζονται με τη φύση των ερευνών στις Ανθρωπιστικές Επιστήμες και την παράδοση που έχει καθιερωθεί σε αυτές. Τούτο, μάλιστα, συμβαίνει σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην υπολογίζονται καν, από ορισμένους θετικούς επιστήμονες, εκτενείς βιβλιοκρισίες για μια φιλολογική πραγματεία, π.χ., δημοσιευμένες σε έγκριτα περιοδικά ή άλλα έντυπα, μήτε οι πολυάριθμες αναφορές σε κάποια φιλοσοφική εργασία, διότι, λένε, «δεν τα έχουν πιάσει» οι προαναφερθείσες βάσεις αναφορών… Σε κάθε δε περίπτωση, όσο και αν προσπαθούν φιλότιμα οι ενασχολούμενοι με κλάδους όπως η Φιλολογία, η Ιστορία ή η Φιλοσοφία να παρακολουθήσουν τα αξιολογικά κριτήρια που μνημονεύτηκαν πιο πάνω, είναι τέτοια η φύση και οι ιδιαιτερότητές τους, καθώς και η μακραίωνη παράδοση που έχει διαμορφωθεί γύρω από αυτούς, ώστε τους είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσαρμοστούν σε ανάλογα δεδομένα –δίχως τούτο να σημαίνει ότι τους αφήνουν (ή πρέπει να τους αφήνουν) παντελώς αδιάφορους.

Μέσα, λοιπόν, σε τέτοια συμφραζόμενα, καλούνται οι Ανθρωπιστικές Σπουδές να κοιτάξουν προς το μέλλον και να προσαρμοστούν, στο μέτρο του δυνατού, στα νέα δεδομένα –όχι φοβικά και μεμψιμοιρώντας, αλλά με αυτοπεποίθηση και τολμώντας. Πείθοντας πως μπορούν να κάνουν βήματα προς τα εμπρός και δείχνοντας ότι μπορούν και δικαιούνται να διεκδικήσουν μέρος από τα ερευνητικά προγράμματα, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων πετυχαίνουν να διαχειριστούν επιστημονικοί κλάδοι που γνωρίζουν τεράστια ανάπτυξη και που πρωτίστως συνδέονται με την πρακτική καθημερινότητα των ανθρώπων και την καλυτέρευση της ζωής τους. Και τούτο οφείλουν να το επιδιώξουν με πνεύμα συνεννόησης και συνεργασίας, τόσο μεταξύ τους όσο και με γνωστικές περιοχές που, εκ πρώτη όψεως, καλύπτονται από άλλα επιστημονικά και ακαδημαϊκά πεδία. Πάντως, όχι με πνεύμα ηττοπάθειας και παραίτησης από την προσπάθεια, ίσως γιατί πολλοί πιστεύουν πως το τέλος των Ανθρωπιστικών Σπουδών έχει επέλθει προ πολλού…

Στην κατεύθυνση αυτή έχουν ενδιαφέρον τα κρίσιμα ερωτήματα που τέθηκαν, στις 6.2.2020, σε κοινή δήλωση των προέδρων και των συντονιστών των Τμημάτων και Προγραμμάτων Σπουδών που συνδέονται με τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες, στο Washington University in St. Louis, και σχετίζονται με την αξία της πανεπιστημιακής φοίτησης στις συγκεκριμένες γνωστικές περιοχές· τα ερωτήματα δε αυτά απευθύνονταν τόσο προς τους συναδέλφους τους των υπόλοιπων κλάδων όσο και προς το γενικό κοινό, και οι απαντήσεις τους θα έδειχναν τον βαθμό στον οποίο οι Ανθρωπιστικές Σπουδές θα μπορούσαν να συμβάλουν εποικοδομητικά στην άρση πολλών ατομικών και κοινωνικών αδιεξόδων της τρέχουσας πραγματικότητας· ιδού μερικά εξ αυτών: Ποιος είναι ο ρόλος του Πανεπιστημίου, τόσο ως ενιαίου θεσμού όσο και ως προς τις επιμέρους εξειδικεύσεις που καλλιεργεί, και ποιες είναι οι αξίες με τις οποίες τροφοδοτεί την κοινωνία σε μιαν περίοδο βαθιάς και εκτεταμένης αβεβαιότητας; Ποιες είναι οι ευθύνες του καθενός ως προς τη στήριξη και ενδυνάμωση της δημοκρατίας σε μιαν εποχή κρίσης των θεσμών και των λειτουργιών τους; Οφείλουμε και πόσα ο ένας στον άλλο; Πώς ισορροπούμε τα δικαιώματα με τις υποχρεώσεις μας κατά τη συμπεριφορά μας; Πώς θα επιτύχουμε τη βέλτιστη επικοινωνία με τους γύρω μας, με τη βοήθεια της γλώσσας, της τέχνης και της τεχνολογίας, φροντίζοντας, παράλληλα, να εξυγιανθεί η πολιτική και να αναμορφωθεί η κοινωνία, και πώς αντιλαμβανόμαστε μιαν τέτοιαν απόπειρα; Με ποια εφόδια θα κατανοήσουμε το διεθνές περιβάλλον και τη θέση μας στο παγκόσμιο και υπερεθνικό στερέωμα;

Ναι, το Πανεπιστήμιο δεν είναι χώρος μόνο αναπαραγωγής γνώσεων, αλλά και ερευνητικής δραστηριότητας που συνυπάρχει αρμονικά με τον κριτικό διάλογο μεταξύ εκείνων που εμπίπτουν στα ίδια ή συναφή επιστημονικά πεδία, αλλά και των ακαδημαϊκών που θεραπεύουν αντικείμενα ετερόκλητα –τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως. Οι συνήθως «συντηρητικοί» λειτουργοί των επιστημών του Ανθρώπου, ιδίως ως προς τις πρωτοβουλίες και τα ανοίγματα που επιχειρούν σε άλλους χώρους, καλό θα ήταν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα: όπως και να το κάνουμε, βρισκόμαστε στην εποχή της διαθεματικότητας και της διεπιστημονικότητας, με αποτέλεσμα όλοι οι επιστημονικοί κλάδοι να βρίσκονται (καλύτερα: να μπορούν να βρεθούν) σε ανοιχτό διάλογο και αλληλεπίδραση. Και τούτο όχι μόνο σε καθαρά ακαδημαϊκό επίπεδο, αλλά και σε σχέση με την κοινωνία που τροφοδοτεί με φοιτητές και στηρίζει οικονομικά τα πανεπιστημιακά ιδρύματα, τα οποία, με τη σειρά τους, της παρέχουν επιστημονικά καταρτισμένο στελεχιακό δυναμικό που θα κληθεί στο μέλλον να πάρει καίριας σημασίας αποφάσεις για τις τύχες των ατόμων. Αν, λοιπόν, τα Πανεπιστήμια δεν διδάσκουν απλώς γνώσεις και δεξιότητες σε νέους ανθρώπους, αλλά και διαμορφώνουν συστήματα αξιών και συμπεριφορών, τότε είναι στο χέρι όσων υπηρετούν σε αυτά να καλλιεργήσουν συστηματικά και να αναδείξουν αξίες σαν της αλληλεγγύης, της ευγενούς άμιλλας, της αξιοπρεπούς συνύπαρξης, του δημοκρατικού ήθους, της φιλαλήθειας, του σεβασμού στη διαφορετική άποψη, της συμμετοχής στα κοινά και άλλων πολλών, τις οποίες πρωτίστως υπηρετούν επί αιώνες οι ανθρωπιστικές επιστήμες. Οι ευθύνες, ως προς αυτό, βαρύνουν τους πάντες: πολιτικούς, πολίτες, προσωπικό των Πανεπιστημίων, φοιτητές κ.ο.κ.· ειδικά σε μιαν εποχή γενικευμένης κρίσης, όπως η σημερινή, οι θεσμοί πρέπει να αναζωογονηθούν και όλοι μας να καταλάβουμε πως χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλον. Ότι δεν έχουμε μόνο δικαιώματα αλλά και υποχρεώσεις. Ότι η τεχνολογία δεν αποτελεί πανάκεια ούτε τροχοπέδη στην καλυτέρευση της ζωής μας· αρκεί να την θέσουμε στην υπηρεσία των ατόμων και όχι τα τελευταία διαρκώς να τρέχουν ξοπίσω της και να την υπηρετούν. Τέλος, ότι ζούμε σε ένα διεθνοποιημένο και πολυπολιτισμικό περιβάλλον και όχι κλεισμένοι μέσα στο καβούκι μας.

Με άλλα λόγια, η όποια άρση των αδιεξόδων και η υπέρβαση της κρίσης των Ανθρωπιστικών Σπουδών θα έλθει, τουλάχιστον στα Πανεπιστήμια, μέσω αρκετών προσαρμογών στα νέα δεδομένα, αλλά και με το βλέμμα σταθερά προσηλωμένο σε αρχές και αξίες που για αιώνες αυτές υπηρετούν και προάγουν. Ήδη από το 1999, ο Robert Weisbuch, καθηγητής στο University of Michigan at Ann Arbor διατύπωσε έξι προτάσεις για την αναζωογόνηση των επιστημών του Ανθρώπου, οι οποίες θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως εξής: 1) να συγκεντρωθούν πληροφορίες στα οικεία Τμήματα ως προς την επαγγελματική απασχόληση των αποφοίτων τους, προκειμένου να σχεδιαστούν αναλόγως τα μελλοντικά προγράμματα σπουδών· 2) να περιοριστεί η αποδοχή διδακτορικών φοιτητών με συστηματικότερο έλεγχο των αντικειμενικών τους προσόντων· 3) να διεκδικηθεί ένα στιβαρότερο πρόγραμμα μαθημάτων, τα οποία θα διδάσκονται από καθηγητές πλήρους απασχόλησης και όχι συμβασιούχους διδάσκοντες· 4) να δημιουργηθούν νέα επαγγέλματα πέρα από τα στενώς εννοούμενα «ακαδημαϊκά προσόντα» των αποφοίτων τέτοιων Τμημάτων· 5) να επανασχεδιαστούν τα προπτυχιακά προγράμματα με τέτοιον τρόπο, ώστε να προσαρμοστούν στις νέες απαιτήσεις της αγοράς, η οποία θέτει τις διδακτικές δεξιότητες πάνω από τη στενά επιστημονική εξειδίκευση και 6) να επιχειρηθεί μια επιθετική διαφημιστική προώθηση των δυνατοτήτων που προσφέρουν οι Ανθρωπιστικές Σπουδές, ώστε να τις γνωρίσει καλύτερα το ευρύτερο κοινό και να δημιουργηθούν πιο αποτελεσματικές επαφές με τον λεγόμενο «έξω κόσμο».

Μολονότι απόψεις σαν και τις πιο πάνω φαίνονται απόλυτα ρεαλιστικές και πρακτικές, δεν είναι βέβαιο ότι έχουν γίνει πλήρως αντιληπτές ή εξολοκλήρου αποδεκτές από όσους υπηρετούν τις επιστήμες του Ανθρώπου. Για παράδειγμα, πολύ λίγα είναι τα βήματα που έχουν γίνει ως προς την παρακολούθηση της καριέρας των αποφοίτων μας, ενώ τα προγράμματα σπουδών συχνά βασίζονται σε μαθήματα που καλύπτουν τα ερευνητικά ενδιαφέροντα των διδασκόντων και όχι τις πραγματικές ανάγκες των φοιτητών· τα Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών έχουν γίνει σχεδόν συρμός και οι υποψήφιοι διδάκτορες είναι δυσανάλογα πολλοί στον αριθμό· αρκετοί συνάδελφοι διδάσκουν κατά την προπτυχιακή διδασκαλία τον ελάχιστο από τον νόμο προβλεπόμενο αριθμό ωρών (ήτοι δύο τρίωρα εβδομαδιαία μαθήματα), ενώ η παρουσία τους στους πανεπιστημιακούς χώρους περιορίζεται και πάλι στο ελάχιστο. Επιπροσθέτως, σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση, τις πολλές αφυπηρετήσεις και τις δυσανάλογα λίγες προσλήψεις νέων καθηγητών, βασικές διδακτικές ανάγκες καλύπτονται πλέον από συμβασιούχους διδάσκοντες διαφόρων ταχυτήτων, ενώ οι Σχολές και τα Τμήματα των Ανθρωπιστικών Επιστημών συνεχίζουν να είναι προσανατολισμένα προς την παραγωγή εκπαιδευτικών του κλάδου ΠΕ02 και παρατηρείται μια διστακτικότητα στο να εισαχθούν καινοτόμα μαθήματα που είτε συνδέουν τις σπουδές αυτές με τις νέες τεχνολογίες, είτε επενδύουν σε παροχή γνώσεων και δεξιοτήτων που σχετίζονται με την επιχειρηματικότητα και την αγορά εργασίας· επομένως, πώς να δημιουργηθούν νέα επαγγέλματα που να δίνουν στους αποφοίτους επιπλέον εργασιακές διεξόδους και να τους πείθουν ότι μπορούν να σταδιοδρομήσουν σε κάποιον τομέα πέρα από την εκπαίδευση; Αλλά και ως προς αυτό το τελευταίο, πόσο τα Τμήματα Ανθρωπιστικών Σπουδών έχουν σχεδιάσει στα σοβαρά την παροχή ολοκληρωμένης και στιβαρής γνώσης σε σχέση με τις εκπαιδευτικές δεξιότητες των αποφοίτων τους; Πολλά μπορεί να το έχουν κάνει· άλλα, όμως, συνεχίζουν να υστερούν. Και κάτι ακόμη: πολλοί είναι εκείνοι που συνεχίζουν να θέτουν τη στενή επιστημονική εξειδίκευση ως υπόστρωμα για τη διδασκαλία των μαθημάτων τους, με αποτέλεσμα να επιτυγχάνεται μεν η εμβάθυνση στα επιμέρους και να μπαίνει σε δεύτερη μοίρα η αντίληψη του όλου –που είναι επίσης απαραίτητη, ειδικά στις Ανθρωπιστικές Επιστήμες· αποτελεί πάγια πεποίθηση του γράφοντος ότι μόνο αν επανεξετάσουμε πώς διδάσκονται τα μαθήματά μας, σε σχέση με αυτό που πραγματικά κερδίζουν και κατανοούν πραγματικά οι φοιτητές και οι μαθητές, θα υπάρξει κάποια ελπίδα να τους κερδίσουμε και να τους πείσουμε ότι θα τους αφήσουν μονιμότερο όφελος. Όσο για την «επιθετική» διαφημιστική καμπάνια των προγραμμάτων αυτών στο ευρύτερο κοινό και ειδικά στους νέους ανθρώπους ενώ αυτοί είναι ακόμη μαθητές, είναι δύσκολο να γίνει συστηματικά λόγος, διότι αυτή συνήθως επαφίεται στη βούληση και στον κόπο πολύ λίγων πανεπιστημιακών.

Όπως σοφά έχει παρατηρήσει ο Schleiermacher, «στην περιοχή της γνώσης το καθετί είναι ταυτόχρονα τόσο εξαρτώμενο από άλλα και αλληλένδετο με αυτά, ώστε να φαντάζει λογικό να πει κάποιος: όσο περισσότερο εμφανίζεται κάτι να βρίσκεται σε απομόνωση, τόσο πιο δυσπρόσιτο και συγκεχυμένο θα δείχνει» (παρατίθεται από τον Benzon, σ. 7). Ένας μάλλον αποτελεσματικός τρόπος προκειμένου να αντιμετωπιστεί θετικά η πιο πάνω συνθήκη είναι, όπως σημειώθηκε και πιο πάνω, η εδραίωση και διεύρυνση της διεπιστημονικότητας και της διαθεματικότητας. Είναι βέβαιο πως αντικείμενα διδασκαλίας και μελέτης των Ανθρωπιστικών Επιστημών, όπως η Γλώσσα, η Ιστορία και η Φιλοσοφία –για να περιοριστεί κανείς στον πυρήνα των συζητούμενων σπουδών– εμπλέκονται σε όλα σχεδόν τα επιστημονικά πεδία – από τα Μαθηματικά και τη Φυσική έως τη Βιολογία και την Ιατρική και από τους Ηλεκτρονικούς Υπολογιστές και την Επιστήμη της Πληροφορίας ίσαμε τις Πολιτικές και Κοινωνικές Επιστήμες ή τα Οικονομικά. Υπάρχει, λοιπόν, ανάγκη, τα οικεία προγράμματα σπουδών των πιο πάνω κλάδων να ενισχυθούν με αντίστοιχα μαθήματα γλωσσικού, ιστορικού ή φιλοσοφικού προσανατολισμού και, αντίστροφα, να εμπλουτιστούν τα προγράμματα των Τμημάτων Ανθρωπιστικών Σπουδών με αντικείμενα που εφάπτονται με τους πιο πάνω χώρους. Το αποτέλεσμα θα είναι για όλους ευεργετικό: οι μεν απόφοιτοι των Θετικών Επιστημών θα εξέρχονται από τις σπουδές τους με ευρύτερη μόρφωση και καλλιέργεια, οι δε που θα έχουν αποφοιτήσει από Τμήματα Φιλολογίας, Ιστορίας και Φιλοσοφίας θα μπορούν να κατανοήσουν και να ερμηνεύσουν όσα μελετούν πιο καθαρά, συνθετικά και επαγωγικά.

Επιπροσθέτως, οι ορίζοντες των Ανθρωπιστικών Επιστημών πρέπει να διευρυνθούν τόσο ως προς τα αντικείμενά τους όσο και ως προς τις μεθόδους που επιστρατεύονται από τους οικείους ερευνητές. Η μελέτη των κειμένων, λ.χ., καλό είναι να μην περιορίζεται μόνο στην κλασική γραμματεία ή στα μεσαιωνικά και σύγχρονα λογοτεχνικά κείμενα· περιοχές όπως τα μέσα ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης, ο κινηματογράφος, η κινητή τηλεφωνία, η εικονική πραγματικότητα κ.ά.π., που τόσο ενδιαφέρουν τους νέους ανθρώπους και το τωρινό κοινό, θα μπορούσαν να αποτελούν ερευνητικά και διδακτικά αντικείμενα των σπουδών του Ανθρώπου. Επίσης, οι Ψηφιακές Ανθρωπιστικές Σπουδές (Digital Humanities), η χρήση λογισμικού των νέων τεχνολογιών για τις αντίστοιχες διδακτικές ανάγκες, κάποιες εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης, ο σχεδιασμός υπολογιστικών προγραμμάτων για τη γραφή και τη διόρθωση κειμένων, η υπολογιστική γλωσσολογία, η ηλεκτρονική λεξικογραφία αποτελούν τομείς στους οποίους τέμνονται τα ενδιαφέροντα του μαθητικού (όπως και του ευρύτερα νεανικού) κοινού με εκείνα των ειδικών ερευνητών στις Ανθρωπιστικές Επιστήμες.

Σε αυτό το νέο περιβάλλον, ωστόσο, όπου είναι αναγκαία η διεύρυνση των οριζόντων και το άνοιγμα των πεδίων, θα κληθούν να συμμετάσχουν και να καταρτιστούν αναλόγως όχι μόνο όσοι σπουδάζουν τα ανάλογα αντικείμενα, αλλά και όσοι τα διδάσκουν. Ειδικά οι δεύτεροι θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν –και να αποδεχθούν– ότι οι γνώσεις που απέκτησαν στη διάρκεια των προπτυχιακών και μεταπτυχιακών σπουδών τους, καθώς και η ερευνητική πρακτική με τις ανάλογες μεθόδους που συνήθισαν να εφαρμόζουν, είναι αναγκαίο να επαναθεωρηθούν. Παράλληλα, θα πρέπει να καταλάβουν ότι θα χρειαστεί να επανεκπαιδευτούν και να αποκτήσουν νέες, πιο σύνθετες δεξιότητες, καθώς και να συνεργαστούν δημιουργικά με συναδέλφους τους από άλλα επιστημονικά πεδία. Επιπροσθέτως, αν και συνηθισμένοι στην παραγωγή (και αναπαραγωγή) θεωρητικού λόγου, θα κληθούν να στραφούν προς πολύ πρακτικότερα ζητήματα, τα οποία, όμως, δείχνουν να ενδιαφέρουν πολύ περισσότερο τους νέους ανθρώπους και να είναι συμβατότερα με τη λεγόμενη αγορά εργασίας.

Με άλλα λόγια, κάθε άλλο παρά φοβικά πρέπει να σταθούν οι θεράποντες των Ανθρωπιστικών Σπουδών– απέναντι στη διαμορφωμένη κατάσταση που φαντάζει δυσοίωνη – αν όχι απελπιστική. Είναι στο χέρι τους να δουν το όλο ζήτημα με ανοιχτό τρόπο και να τολμήσουν να προχωρήσουν πέρα από τα περιχαρακωμένα γνωστικά αντικείμενα που συνήθισαν να θεραπεύουν και να αναζητήσουν τις συνέργειες των ανθρωπιστικών (και των άλλων) επιστημών. Δεν λέει κανείς να σταματήσουν να ασχολούνται με όσα ειδικότερα τους ενδιαφέρουν. Απλώς να τολμήσουν να ανοιχτούν. Ίσως έτσι σταθεί δυνατόν να εμφανίσουν μιαν εικόνα ελκυστικότερη και πειστικότερη για τους νέους αλλά και για την κοινωνία ολόκληρη.

⸙⸙⸙

Ενδεικτική βιβλιογραφία

  • Ahlburg Δ. (ed.), The Changing Face of Higher Education: Is There an International Crisis in the Humanities?, London: Routledge, 2018.
  • Allman Jean κ.ά., «A Statement on the Value of the Humanities in Times of Crisis», https://humanities.wustl.edu/news/statement-value-humanities-times-crisis [επίσκεψη: 11.12.2023].
  • Barton Aden, «Five Theses on the Humanities Crisis», https://www.thecrimson.com/article/2022/12/1/barton-humanities-crisis/ [επίσκεψη: 11.12.2023].
  • Benzon William L., Crisis among Humanities Disciplines in the Twenty-First Century. A Working Paper, July 1, 2021- ηλεκτρονικό αντίτυπο διαθέσιμο στο: https://ssrn.com/abstract=3878413 [επίσκεψη: 14.12.2023].
  • Callard Agnes, «What do the Humanities do in a Crisis?», https://www.newyorker.com/culture/annals-of-inquiry/what-do-the-humanities-do-in-a-crisis [επίσκεψη: 13.12.2023].
  • The Crimson Editorial Board, «Can the “Crisis in the Humanities” be Solved?», https://www.thecrimson.com/article/2019/9/27/editorial-crisis-in-humanities/ [επίσκεψη: 12.12.2023].
  • Cutting Gary, «The Real Humanities Crisis», The New York Times, November, 30, 2013.
  • Cvejić Žarko, Filipović Andrija, Petrov Ana (επιμ.), The Crisis in the Humanities: Transdisciplinary Solutions, Newcastle upon Tyne: Cambridge Scholars Publishing [2016].
  • Epstein Mikhail, «The solution to the humanities crisis must come from within», https://theconversation.com/the-solution-to-the-humanities-crisis-must-come-from-within-24137 [επίσκεψη: 14.12.2023].
  • Fagan Garrett, «Classics and the “Crisis” in the Humanities», https://classicalstudies.org/scs-blog/gfagan/classics-and-crisis-humanities [επίσκεψη: 11.12.2023].
  • Frassinelli Pier Paolo, «Crisis? Which Crisis? The Humanities Reloaded», https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/02560046.2020.1737165 [επίσκεψη: 11.12.2013]
  • Greenfield Natham M., «The crisis in arts and humanities: Rhetoric or reality?», https://www.universityworldnews.com/post.php?story=20230331111300644 [επίσκεψη: 14.12.2023].
  • Greteman Blaine, «It’s the End of the Humanities as we know it. And I feel fine», https://newrepublic.com/article/118139/crisis-humanities-has-long-history [επίσκεψη: 12.12.2023].
  • Hanlon Aaron, «The humanities are facing a credibility crisis. Here’s how scholars can earn back public trust – and contribute to the conversation», The Washington Post, April 15, 2022.
  • Hanna Robert, «A Radical Solution for “the Crisis in the Humanities”», https://againstprofphil.org/2018/08/27/a-radical-solution-for-the-crisis-in-the-humanities/ [επίσκεψη: 11.12.2023].
  • Harpham G. G. «Beneath and beyond the “Crisis in the Humanities”», New Literary History, 36.1., December 2005, 21-36.
  • Herman David, «Are the humanities at American Universities in crisis?», https://www.thearticle.com/are-the-humanities-at-american-universities-in-crisis [αναρτημένο στις 08.03.2023 – επίσκεψη: 12.12.2023].
  • Kalin Mike, «The Crisis in the Humanities: A Self-Inflicted Wound?», https://www.nais.org/magazine/independent-school/winter-2017/the-crisis-in-the-humanities-a-self-inflicted-wou/ [επίσκεψη: 14.11.2023].
  • Mandler Peter, «Rise of the Humanities. Professors worry about the “crisis in the humanities”. But more people than ever, especially women, are studying them», https://aeon.co/essays/the-humanities-are-booming-only-the-professors-can-t-see-it [επίσκεψη: 15.12.2023].
  • Moran Joe, «The Humanities and the University: a Brief History of the Present Crisis», Critical Quarterly, δημοσιευμένο στις 23.10.2022 και διαθέσιμο στο: https://onlinelibrary.wiley.com/doi/full/10.1111/criq.12679 [επίσκεψη 15.12.2023].
  • Newfield Christopher John, «The Humanities Crisis is a Funding Crisis», https://president.mla.hcommons.org/2022/08/10/the-humanities-crisis-is-a-funding-crisis/ [επίσκεψη: 15.12.2023].
  • Newton Kate, «Universities face a crisis of the humanities», https://www.rnz.co.nz/news/in-depth/368436/universities-face-a-crisis-of-the-humanities [επίσκεψη: 12.12.2023].
  • Nussbaum Martha C., No for Profit. Why Democracy needs the Humanities. Updated edition, Princeton NJ: Princeton University Press, 2016.
  • Perloff Marjorie, «Crisis in the Humanities», https://writing.upenn.edu/epc/authors/perloff/articles/crisis.html [επίσκεψη: 12.12.2023].
  • Reitter Paul και Wellmon Chad, Permanent Crisis. The Humanities in a Disenchanted Age, Chicago, ILL.: The University of Chicago Press, 2021.
  • Shapiro Joshua, «Od Lo Avdah Tikvatenu: A New Solution to the Humanities Crisis», https://yucommentator.org/author-posts/?author_id=Sm9zaHVhIFNoYXBpcm8= | Opinions | August 27, 2023 (https://yucommentator.org/category/opinions/) [επίσκεψη: 12.12.2023].
  • Schmidt Benjamin, «The Humanities Are in Crisis», The Atlantic, August 23, 2018 (διαθέσιμο στο: https://www.theatlantic.com/ideas/archive/2018/08/the-humanities-face-a-crisisof-confidence/567565/ [επίσκεψη: 14.12.2023]).
  • Sörlin Sverker, «Humanities of transformation: From crisis and critique towards the emerging integrative humanities», Research Evaluation, 27 (4), 2018, 287-297.
  • Tange Andrea Kaston, «Thinking about the Humanities», https://andreakastontange.com/state-of-the-humanities/ [επίσκεψη: 14.12.2023].
  • Weisbuch Robert, «Six Proposals to Revive the Humanities», Chronicle of Higher Education, 26 March 1999, B4-5.
  • Xian Zhou, «The Crisis in the Humanities and “Invented Tradition”», European Review, 24.2, May 2016, 243-252 (διαθέσιμο στο: https://www.cambridge.org/core/journals/european-review/article/crisis-in-the-humanities-and-invented-tradition/2825ED7795958364DD9D2365A60… [επίσκεψη: 14.12.2023]).
«το να θέλει να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει
να επιδιώκει συνέχεια τη συναναστροφή
μιας αξίας που του είναι ξένη»
Κύλιση στην κορυφή