στον Odradek
Η λέξη χτένι προέρχεται από τη μεσαιωνική λέξη κτένα, που προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη κτείς (ο), που προέρχεται από το ρήμα πέκω, το οποίο συγγενεύει με το λατινικό pecten, του οποίου η πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα είναι peḱ, που σημαίνει ξεριζώνω, τραβώ βίαια. Ριζώνουν και συγγενεύουν οι λέξεις, προέρχονται και παρέρχονται, αλλά συμβαίνει κάποιες φορές σε κάποιες κοινότητες να αντικαθίστανται εντελώς ξαφνικά από άλλες λέξεις, διαφορετικής ολωσδιόλου ρίζας. Έτσι, στην περιοχή των Αθηνών ονόματι Κυψέλη, και πιο συγκεκριμένα στην οδό Μηθύμνης, στον αριθμό 5, στον 4ο, όπως βγαίνεις από το ασανσέρ δεξιά, η λέξη χτένι συναντάται ως μαρούλα: “Φέρε τη μαρούλα να σε κάνω άνθρωπο”, “Πού χάθηκε πάλι η μαρούλα;”, “Σου ‘χω πει να καθαρίζεις τη μαρούλα, δεν έχεις μόνο εσύ μαλλιά εδώ μέσα”. Η λέξη μαρούλα προέρχεται από το κορίτσι Μαρία, που προέρχεται από τη γυναίκα Βάσω, που προέρχεται από τη γυναίκα Μαίρη, που προέρχεται από τη γυναίκα Βασιλική, που συγγενεύει εξ αίματος σε πλάγια γραμμή με τη γυναίκα Μαρούλα, μιας και προέρχονταν αμφότερες από τους ίδιους ανιόντες, ήταν δηλαδή αδελφές. Αλλά, καθώς η θεία Μαρούλα δεν είναι ευρέως γνωστή -παρότι προσπάθησε, αλλά “Ου παντός πλειν ες Λυρικήν Σκηνήν”– η λέξη μαρούλα δεν βγάζει κανένα νόημα σε όσους δεν ανήκουν στην παραπάνω γραμμή αίματος.
Η λέξη μαρούλα μπορεί να είναι άγνωστη σε φιλολόγους, γλωσσολόγους, κομμωτές, όμως μαρούλα υπάρχει. Τη συναντά κανείς συχνά στο δεύτερο συρτάρι του νιπτήρα. Δέστε, δέστε πώς αναπαύεται η αυτού μεγαλειότης πάνω σε βούρτσες ξεμαλλιασμένες, πάνω σε φουρκέτες και ξεχειλωμένα λαστιχάκια, ανάμεσα στις άλλες χτένες – μια συνταξιούχος τσατσάρα, μια ροζ ξεθωριασμένη για πριγκίπισσες, δυο χτενάκια για ψείρες. Απ’ όλες τους, αυτή είναι σε πρώτη ζήτηση και δείχνει να το ξέρει. Κάποιες απ’ τις κατόχους της ισχυρίζονται πως είναι κοκκάλινη. Άλλες τη θεωρούν απλώς πλαστική. Δεν έχει τίποτε περίτεχνο χαραγμένο επάνω της, τίποτε απολύτως, κι όμως… Η λαβή κι η ράχη της δύο καμπύλες αναιδέστατες. Η μέση της λεπτή για εύκολο κράτημα, δείχνει εύθραυστη, μα όσο κι αν προσπαθήσεις να τη σπάσεις, δεν λυγίζει. Τα δόντια της -δύο σειρές- λευκά, σκληρά. Τα ακριανά ακόμα μυτερά, τα μεσαία στρογγυλεμένα στις άκρες απ’ την πολυχρησία. Λείπουν τρία: δύο σπασμένα σύρριζα στη ράχη κι ένα κουτσό που γδέρνει. Πάνω στην αιχμηρή του άκρη μπορεί κανείς να δει λίγο κόκκινο σκούρο ξεραμένο, μα δεν θα ήταν δυνατόν να πει σε ποιας το κεφάλι ανήκε.
Μα ούτε για την ίδια τη μαρούλα μπορούμε να πούμε αν ανήκει σε κάποιαν απ’ όλες τους. Περνάει από κεφάλι σε κεφάλι τέσσερις γενεές τώρα˙ ξεμπλέκει και ξεμαλλιάζει, γδέρνει, ματώνει κι ομορφαίνει, μέρα τη μέρα, ογδόντα χρόνια συναπτά, απ’ όταν μπήκαν στην Αθήνα οι Γερμανοί μέχρι ποιος ξέρει πόσο ακόμα. Μπήκαν οι Γερμανοί, βγήκε η θεία Μαρούλα που ‘χε ανήσυχη εφηβεία στους δρόμους, ήταν κι Απρίλης, γύρισε σπίτι χτενισμένη και με δώρο. Φαινότανε η χτένα που δεν ήταν Ελληνίδα και λίγο τη ντρέπονταν οι δικές μας οι μαυροτσούκαλες, τους ήτανε και χρήσιμη, και έτσι μάνα κι αδελφή χτενίζονταν κι αυτές και δεν ερεύναν. Χτενίζαν και τιθάσευαν, ματώναν κι ομορφαίναν, πότε η μια την άλλη, πότε μόνες τους, κι απ’ την πολλή την ομορφιά, γεννήθηκαν από αυτές άλλα κορίτσια. Καινούρια σπίτια ανοίχτηκαν και η μαρούλα -άγνωστο πώς- εμφανιζόταν περιοδεύουσα σε όλα. Μέσα στα χρόνια άλλες χτένες αγοράστηκαν, λιγότερο αυταρχικές, πιο τρυφερές και σπλαχνικές. Εκτοπιζόταν τότε η αυτοκράτειρα για λίγο, μέχρι τη στιγμή της μεγάλης ανάγκης, όταν οι καινούριες εξαφανίζονταν μυστηριωδώς και πρόβαλλε ξανά η μαρούλα μ’ όλη της τη μεγαλοπρέπεια πρώτη πρώτη στα συρτάρια.
Με τα χρόνια, αρχίσαμε ασυναίσθητα να της μιλάμε: “Πού ήσουνα χαμένη;”, “Πώς να τα κάνουμε σήμερα;”, “Γιατί κάθε φορά με ξεμαλλιάζεις;”, “Κοίτα μη γδάρεις το κεφάλι της κόρης μου γιατί σε τσάκισα.” Αυτή ποτέ δεν μας μιλά. Μας κοιτάζει από το πλάι, λευκή, αλύγιστη, καθώς βυθίζεται μες στα μαλλιά, μες στο κρανίο, και ξεμπλέκει τους νευρώνες, ισιώνει τις άκρες τους, ομοιομορφαίνει, βάζει μια τάξη σ’ ό,τι αγρίεψε τη νύχτα. Κι εμείς, που τη σεβόμαστε, που τη φοβόμαστε, που την ντρεπόμαστε έτσι μαυροτσούκαλες, δεν την αφήνουμε απ’ τα χέρια μας, κι όσο η κόρη μας ουρλιάζει, εμείς εκεί, γραπωμένες σφιχτά απ’ τη μαρούλα, υπάκουα, υπομονετικά, κάνουμε αυτό που πρέπει να γίνει, χτενίζουμε και χτενίζουμε κι ησυχάζουμε καθώς η μαρούλα κάνει μια χαψιά τους κόμπους έναν έναν, κόμπος κι ανάσα, κόμπος και ουφ, κόμπος κι αλλάζει μορφή η μαρούλα στο κεφάλι της Μαρίας μου, γίνεται Μαίρη, Βασιλική, γίνεται Μιχάλης, Περικλής, θεία Μαρούλα, γίνεται στρατιώτης Απρίλη στην Αδριανού, γίνεται μάνα στρατιώτη που του χαρίζει τη χτένα της για φυλαχτό, γίνεται εγώ που δίνω τη μαρούλα στην κόρη μου για να χτενίζει τη δική της κόρη.
Και μου ξεφεύγει η Μαρία από τα χέρια, βγαίνει στον δρόμο κι είναι Απρίλης κι εγώ δεν τρέχω να την πιάσω. Μένω μόνη με τη μαρούλα στο χέρι, αυτή να γελάει μες στα μούτρα μου με το κουτσό της δόντι που μου ‘φυγε το παιδί, κι εγώ να αναρωτιέμαι ως πότε θα τρυπάς μαρούλα τα μαλλιά των κοριτσιών και ποιαν έχεις πονέσει πιο πολύ, ποια έβγαλε λιγότερη μιλιά, σε ποιαν απ’ όλες μας ανήκει περισσότερο ο πόνος.
