1.
Κάποιες στιγμές νιώθεις ότι πεθαίνεις στη θέση ενός άλλου. Σκέφτεσαι, αν πεθαίνεις στη θέση ενός άλλου, μπορεί και να μην πεθαίνεις πραγματικά. Αφού ο καθένας τον θάνατό του πεθαίνει. Όπως, συμμετρικά, τη ζωή του ζει –όπως τη ζει, όσο τη ζει. Εξάλλου ο θάνατος του καθενός είναι μια ατομική υπόθεση. Άλλος φεύγει από αρρώστια, άλλος από γήρας, άλλος από ατύχημα. Εσύ έχεις την αίσθηση ότι, στον βαθμό που αντικαθιστάς έναν άλλον στην ανυπαρξία, στη δεύτερη ζωή, στο «πάντα κόνις, πάντα τέφρα, πάντα σκιά» και τα παρόμοια, είσαι υποχρεωμένος να ακολουθήσεις και τον τρόπο που αυτός- εσύ εγκαταλείπει τα εγκόσμια. Μια κι έξω; Με φρικτούς πόνους; Ολομόναχος σε γηροκομείο; Σπίτι του, έχοντας πλάι του οικεία πρόσωπα; Πεταμένος στην άκρη του δρόμου· χτυπημένο σκυλί από μεθυσμένο οδηγό; Αμήν.
2.
Κάποιες στιγμές νιώθεις ότι πεθαίνεις στη θέση ενός άλλου. Μια γυναίκα κάθεται σ’ ένα παγκάκι. Γύρω στα σαράντα. Φοράει μπλε ταγέρ, μαύρες γόβες κι έχει τα μαλλιά της τσιτωμένα πίσω σε κότσο. Πρώτα ζουλάει τη μύτη της. Μετά στρίβει τα αυτιά της. Κατόπιν τσιμπάει τα μάγουλά της. Τέλος πιέζει τις κόγχες των ματιών της. Λες και το πρόσωπό της είναι από πηλό και θέλει να το πλάσει από την αρχή. Κάποια στιγμή βγάζει έξω τη γλώσσα της. Αιμάτινος πίδακας πετάγεται από το στόμα της. Έχει δαγκώσει δυνατά τη γλώσσα της, σκέφτεσαι. Αυτή η γυναίκα μπορεί να είναι η μητέρα σου, μια γυναίκα που σε απέρριψε, μια γυναίκα που ονειρεύτηκες να ταξιδεύετε πολλές μέρες στο ίδιο κουπέ ενός τρένου για άγνωστο προορισμό. Αυτό δεν το σκέφτεσαι, το ξέρεις από πρώτο χέρι. Αμήν.
3.
Κάποιες στιγμές νιώθεις ότι πεθαίνεις στη θέση ενός άλλου. Αυτές ακριβώς τις στιγμές έχεις την αίσθηση ότι διασχίζεις έναν δυστυχισμένο δρόμο, τρως ένα δυστυχισμένο φρούτο, ακούς μια δυστυχισμένη μελωδία, χαϊδεύεις ένα δυστυχισμένο σκυλί, κάθεσαι σε μια δυστυχισμένη καρέκλα, παρατηρείς ένα δυστυχισμένο δέντρο, διαβάζεις ένα δυστυχισμένο βιβλίο, οδηγείς ένα δυστυχισμένο αυτοκίνητο, χορεύεις έναν δυστυχισμένο χορό, πίνεις ένα δυστυχισμένο ποτό. Κι ξαφνικά αρχίζεις να γελάς. Σαν ηλίθιος. Σαν αυτιστικός. Σαν καθυστερημένος. Γελάς επειδή πιστεύεις, είσαι βέβαιος, ότι η δυστυχία σε αποβλακώνει εξίσου καλά με την ευτυχία. Και κάποια στιγμή σταματάς να γελάς. Λες και παρατηρείς τον εαυτό σου να γελάει μ’ έναν άντρα χωρίς κεφάλι. Ή, μήπως, χωρίς πόδια; Ή, κάτι πιο αβάσταχτα αστείο, πόδια να κλοτσάνε ένα κεφάλι από το ίδιο σώμα; Αμήν.
4.
Κάποιες στιγμές νιώθεις ότι πεθαίνεις στη θέση ενός άλλου. Κοντολογίς, συναντάς ξυλουργούς που δε φτιάχνουν έπιπλα, μάγειρες που δε μαγειρεύουν φαγητά, ταχυδρόμους που δε φέρνουν γράμματα και δέματα, φωτογράφους που δε φωτογραφίζουν, χορευτές που δε χορεύουν, δολοφόνους που δε δολοφονούν, ταξιδιώτες που δεν ταξιδεύουν, πιστούς που δεν πιστεύουν, λυπημένους που δε λυπούνται, θυμωμένους που δε θυμώνουν, τρελούς που δεν τρελαίνονται, σιωπηλούς που δε σωπαίνουν –όχι, δε θυμάσαι αν συναντάς και πεθαμένους που αρνούνται να πεθαίνουν. Αμήν.
5.
Κάποιες στιγμές νιώθεις ότι πεθαίνεις στη θέση ενός άλλου. Ίσως γι’ αυτό προνοητικό και πρακτικό συνάμα είναι να έχεις τουλάχιστον τρεις σκέψεις για τον εαυτό σου: η πρώτη να απορρυθμίζει τη δεύτερη και η τρίτη να συμβιβάζει τις άλλες δύο ή να τις συντρέχει μετά την ένταση και την κατάρρευση. Αμήν.
6.
Κάποιες στιγμές νιώθεις ότι πεθαίνεις στη θέση ενός άλλου. Τότε επιβεβαιώνεις ότι η ζωή δεν μπορεί παρά να είναι μια φάρσα θανάτου –μια φάρσα όμως που κανείς δε γελάει– κι όσο περισσότερο το σκέφτεσαι, καταλήγεις ότι, εν τέλει, η ζωή μπορεί και να είναι απλώς μια στενογραφία ονείρων –ξεχασμένων ονείρων. Αμήν.
7.
Κάποιες στιγμές νιώθεις ότι πεθαίνεις στη θέση ενός άλλου. Περπατάς σε μια υπόγεια πόλη με πολλές στοές και χαμηλό φωτισμό. Διακλαδώσεις από σήραγγες συνθέτουν έναν ιστό αράχνης. Ακούς ανθρώπους να μιλούν χαμηλόφωνα σε διάφορες γλώσσες. Κρυώνεις. Φοράς πέδιλα κι ένα κοντομάνικο πουκάμισο. Έχεις χάσει τα γυαλιά σου και τη ζώνη σου. Προχωράς ψηλαφητά και κάθε τόσο σου πέφτει το παντελόνι. Σ’ ένα μικρό άνοιγμα βρίσκεσαι εγκλωβισμένος σ’ ένα γκέτο από γριές πόρνες εξαιρετικά κοντές. Μια από αυτές, με πλατινέ μαλλί κι έντονα βαμμένη στο πρόσωπο, ανεβαίνει σε μια σκάλα και χώνει τη μυτερή γλώσσα της στο αυτί σου. Ψιθυρίζει: Μόνο η ζωή υπάρχει, ο θάνατος δεν υπάρχει*. Αμήν.
[*Στο πέρασμα του χρόνου (1976), Βιμ Βέντερς.]
8.
Κάποιες στιγμές νιώθεις ότι πεθαίνεις στη θέση ενός άλλου. «Μην εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου μέχρι την ημέρα του θανάτου σου»*, αυτό λογάριαζες να πεις στον εαυτό σου, αν δεν είχατε ψυχρανθεί τα τελευταία τριάντα χρόνια. Έκτοτε, είσαι ένα γερασμένο, ταραγμένο παιδί που χαμογελάει και βήχει. Αμήν.
[*Το Ταλμούδ. Ανθολόγιο (μτφρ. Ειρήνη Παπαδημητρίου, Αρμός, 2005, σελ. 378).]
9.
Κάποιες στιγμές νιώθεις ότι πεθαίνεις στη θέση ενός άλλου. Το να σταματάς να γράφεις είναι κάτι ανατριχιαστικά καθησυχαστικό, ψελλίζει ένας συγγραφέας νουάρ λογοτεχνίας ψυχορραγώντας. Δίπλα στο κρεβάτι του βρίσκονται η γυναίκα του, ο γιος του, η νέα του σύντροφος, ο γιατρός του, μια νοσοκόμα, η εκδότριά του· ένα γκρίζο ποντίκι και μια ξανθιά κατσαρίδα, μόνιμοι ένοικοι του παραμελημένου διαμερίσματος του Φάνυ Ντεθ, περιώνυμου ντετέκτιβ πολλών βιβλίων του ετοιμοθάνατου συγγραφέα, δεν είσαι βέβαιος αν τον περιεργάζονται με δυσπιστία ή αν είναι έτοιμοι να λυθούν στα γέλια. Αμήν.
10.
Κάποιες στιγμές νιώθεις ότι πεθαίνεις στη θέση ενός άλλου. Πιστεύεις ότι θα υποφέρουμε; λέει μια σκιά γερμένη σ’ ένα μαξιλάρι, σε μια άλλη σκιά που κάθεται δίπλα της στο προσκέφαλο. Δεν υποφέρουμε ήδη; λέει η καθισμένη σκιά. Ναι, υποφέρουμε. Ήθελα να πω, θα υποφέρουμε περισσότερο; λέει η γερμένη σκιά. Εννοείς ψυχικά ή σωματικά; λέει η καθισμένη σκιά. Μπορεί να υποφέρουμε περισσότερο σωματικά; λέει η γερμένη σκιά. Μπορεί, λέει η καθισμένη σκιά. Και ψυχικά; λέει η γερμένη σκιά. Ψυχικά δε νομίζω, λέει η καθισμένη σκιά. Αυτό λέω κι εγώ, λέει η γερμένη σκιά. Άρα προχωράμε σ’ αυτό που συμφωνήσαμε; λέει η καθισμένη σκιά. Υπάρχει επιστροφή; λέει η γερμένη σκιά. Μόνο αν γίνει ένα θαύμα, λέει η καθισμένη σκιά. Δε θα γινόταν τόσα χρόνια, αν ήταν να γίνει; λέει η γερμένη σκιά. Θα γινόταν, λέει η καθισμένη σκιά. Η καθισμένη σκιά σβήνει το πορτατίφ δίπλα στο κομοδίνο της γερμένης σκιάς. Η γερμένη σκιά δυσκολεύεται να ανασάνει. Αμήν.
⸙⸙⸙
Το 2021 (Πατάκης) κυκλοφόρησε μια μεταμυθοπλαστική βιογραφία του Μισέλ Φάις για τον Φραντς Κάφκα, με τίτλο Η Ερευνήτρια (Βραβείο μυθιστορήματος του περιοδικού Ο Αναγνώστης).
