Κανείς δεν ήξερε τι θα γίνουν όλα αυτά τα κτίρια στα Τίρανα. Ξεπηδούσαν σε όλη την πόλη δίπλα στις τράπεζες, τα χαμόσπιτα, τα τζαμιά και τις εκκλησίες.
Είχαν τα πιο παρδαλά χρώματα, τα πιο αλλόκοτα σχήματα: το ένα ξεκινούσε στη βάση του πράσινο, στα μισά γινόταν κίτρινο και στο τέλος, 100 μέτρα πάνω από το έδαφος, κατέληγε βυσσινί, διάσπαρτο από στρογγυλά παράθυρα διαφορετικής κάθε φορά διαμέτρου. Το άλλο ήταν ένα πελώριο Τ με τη σημαία της Αλβανίας ανάγλυφη στο κατακόρυφο κομμάτι του.
Οι ντόπιοι, όπως ήταν φυσικό, δεν χαίρονταν με την αλλαγή που βίωνε η πόλη τους. Φοβόντουσαν ότι θα χαθεί το πράσινο ή ότι θα κρυφτεί η θέα προς το κατάφυτο όρος Ντάιτι. Και, στην τελική, ποιος θα έμενε σε όλα αυτά τα πανάκριβα διαμερίσματα;
Η Έσμα, νέα υπάλληλος στο μεσιτικό γραφείο Στεπίχομ, δεν παραπονιόταν: είχε πουλήσει ήδη πέντε διαμερίσματα σε Γερμανούς και Ιταλούς επιχειρηματίες και, στα 27 της χρόνια, έβλεπε το μέλλον με αισιοδοξία. Της άρεσε που η πρωτεύουσα αποκτούσε προσωπικότητα και ριχνόταν με ορμή στο μέλλον, αφήνοντας πίσω της ένα στενόμυαλο κι αραχνιασμένο παρελθόν, που είχε άλλωστε στερήσει πολλές δεκαετίες προόδου στη χώρα, τους γονείς και τους παππούδες της.
Το αγαπημένο της κτίριο βρισκόταν απέναντι από τον Ορθόδοξο Ναό της Αναστάσεως, δυο λεπτά από την κεντρική πλατεία Σκεντέρμπεη: αποτελούνταν από τέσσερις μονόλιθους οι οποίοι ξεκινούσαν από κοινή βάση αλλά ανεβαίνοντας ο καθένας έστριβε προς διαφορετική κατεύθυνση, σαν σπιράλ που το τραβούσαν γιγάντια δάχτυλα. Οι τρεις κατέληγαν ψηλά στον ουρανό με απόκλιση 30 μοιρών ο ένας από τον άλλον –ο τέταρτος απλωνόταν οριζόντια, περνώντας πίσω από το καμπαναριό του Ναού. Η Έσμα ονειρευόταν να πίνει το ποτό της στον 35ο όροφο, αγναντεύοντας τη συνεχώς διαμορφούμενη πόλη από κάτω της.
Γιατί η ίδια δεν είχε ακόμα μπει σε κανένα από αυτά τα κτίρια: έστελνε στους ενδιαφερόμενους τις ψηφιακές μακέτες και τα σχέδια κι εκείνοι, χωρίς να το πολυσκεφτούν, προχωρούσαν στη νέα τους επένδυση. Κανείς δεν είχε μπει. Οι συνάδελφοί της δούλευαν κι εκείνοι ηλεκτρονικά –πολλοί από αυτούς δεν έμεναν καν στα Τίρανα, αλλά πουλούσαν σπίτια και αίθουσες γραφείων απολαμβάνοντας τη διαμονή τους στη Χιμάρα ή στο Μπεράτι.
Η Έσμα είχε προσπαθήσει να συνομιλήσει με τους οικοδόμους και τους μηχανικούς, αλλά οι εργολάβοι της απαντούσαν πως όλοι όσοι είχαν εργαστεί στην ανέγερση αυτών των κτιρίων είχαν έρθει από το εξωτερικό κι επέστρεφαν στις πατρίδες του μόλις ολοκληρώνονταν τα έργα.
Με τον καιρό έμαθε πως όλες, όλες εκείνες οι φαραωνικές κατασκευές ανήκαν σε ένα Τσέχικο επενδυτικό ταμείο. Ο ίδιος ο πρόεδρος του ταμείου θα ερχόταν να τις εγκαινιάσει την επόμενη άνοιξη, κάτι για το οποίο όλοι ανυπομονούσαν.
Η Έσμα συνέχιζε να δουλεύει εντατικά συνομιλώντας ολημερίς με υποψήφιους αγοραστές. Συχνά έπρεπε να περπατήσει από το ένα άκρο της πόλης στο άλλο για να συναντήσει κάποιον που θα της φανέρωνε κάποια ευκαιρία. Τα βράδια γυρνούσε κατάκοπη αλλά περήφανη στο σπίτι όπου έμενε μαζί με άλλες 3 φίλες της. Πριν κοιμηθούν, έλεγαν τα νέα τους και τι κατάφερε η καθεμία στη δουλειά της.
Χρόνια μετά, τα Τίρανα έχουν γίνει πια μια από τις μεγαλύτερες πόλεις της νότιας Ευρώπης. Έχουν αδελφοποιηθεί με τη Ρώμη, το Όσλο και το Βερολίνο. Κατοικίες χτίστηκαν μέχρι το Δυρράχιο, το οποίο πλέον είναι το παραθαλάσσιο προάστιο της πρωτεύουσας, με μια υπερσύγχρονη πολυτελή μαρίνα.
Τα ψηλά και παρδαλά κτίρια πλήθυναν κατά εκατοντάδες –ακόμα χτίζονται μερικά, σε βραδύτερους ρυθμούς. Στέκουν αγέρωχα, σύγχρονες ανέγγιχτες πυραμίδες. Τουρίστες έρχονται για να τα δουν υψώνοντας τα κεφάλια τους, σπάζοντας τους λαιμούς τους, και για να φωτογραφηθούν με αυτά στο φόντο. Η Έσμα έχει παντρευτεί έναν Κροάτη αρχιτέκτονα και μένει στο Ζάγκρεμπ. Περνούν τα καλοκαίρια στο Ντουμπρόβνικ και στην Αλβανική Ριβιέρα. Όποτε επισκέπτονται τα Τίρανα, περνάει από τον Ορθόδοξο Ναό της Αναστάσεως και στέκεται για μερικά δευτερόλεπτα έξω από την θεόρατη κεντρική πύλη του κτιρίου απέναντι, περιμένοντας
